Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that conflicting final judgments cannot be challenged via retrial request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a retrial request. The appellant argued that two final judgments on the same property dispute were contradictory and that the later judgment should be erased. The court held that the retrial request was inadmissible because it did not meet the strict statutory requirements for challenging final decisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 544, 549, 559 of the Code of Civil Procedure; A retrial request is admissible only for specific statutory grounds and cannot be used to challenge final judgments that contradict each other merely due to temporal sequence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 909 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 909/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Ενωτιάδη.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Μ. Α., το γένος Σ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαντώνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 11.5.2011 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναψηλάφησης του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2650/2009 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης του ήδη αναιρεσείοντος για εξαφάνιση της υπ' αριθ. 4441/2006 απόφασης του ιδίου Εφετείου ως αντιφάσκουσα προς το δεδικασμένο της εκδοθείσας επί προγενέστερης υπόθεσης υπ' αριθ. 5521/2006 του ιδίου Εφετείου.
Την αναίρεση της 2650/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 2 Μαΐου 2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14 Οκτωβρίου 2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 2650/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι λόγοι αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως και εκ πλαγίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύονται για αντίστοιχη παραβίαση της διάταξης του άρθρ. 544 του Κ.Πολ.Δ. με την οποία καθορίζονται οι λόγοι της αναψηλάφησης που είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 698/2009, 1297/1998), το ίδιο δε κατ' ακολουθία ισχύει και για τις λοιπές διατάξεις των άρθρων 546 έως 551 του Κ.Πολ.Δ. που καθορίζουν τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκδίκαση της αίτησης αναψηλάφησης. Επομένως, ο δεύτερος και ο πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης (κατά το ένα μέρος τους) υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., όσο αφορούν την παραβίαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρ. 549 αριθ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 544 του Κ.Πολ.Δ. αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικά προβλεπόμενους σ' αυτό λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται άλλοι, αναλογικά εμφανιζόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε εκ νέου από την Ελλάδα με το ν.δ. 53/1974, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρ. 6 για τη δίκαιη δίκη (Α.Π. 2071/2006). Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος κατά το ένα μέρος τους λόγοι της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 14 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., όσο αφορούν την παραβίαση των διατάξεων του άρθρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α. με τη μη εξαφάνιση και των δύο αντιφατικών τελεσίδικων αποφάσεων κρίνονται απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ. Α.Π. 44/1990).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πέμπτος λόγος αναίρεσης της αίτησης αναίρεσης (κατά το ένα μέρος του), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε την επικουρική βάση της αίτησης αναψηλάφησης ως απαράδεκτη, όσο στηριζόταν στην παραβίαση της διάταξης του άρθρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α., και την απέρριψε, κρίνεται απαράδεκτος.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 539 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ιδίου Κώδικα αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σ' αυτό λόγους.
Ειδικότερα, με τον αριθμό 1 του άνω άρθρου ορίζεται ότι αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνον αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια, αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του άνω λόγου της αναψηλάφησης, με την οποία πάντοτε προσβάλλεται η δεύτερη αντιφάσκουσα απόφαση δηλαδή η νεότερη (Α.Π. 1010/1994), είναι:
α) Να υπάρχουν δύο τουλάχιστον τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου ή περισσοτέρων δικαστηρίων, που εκδόθηκαν στην ίδια δίκη ή σε δύο διαφορετικές δίκες επί διαφορετικών υποθέσεων που παράγουν δεδικασμένο για την ίδια έννομη σχέση, β) Οι εν λόγω αποφάσεις να αντιφάσκουν μεταξύ τους, ώστε το διατακτικό της μίας να αναιρεί εκείνο της άλλης εν όλω ή εν μέρει (Α.Π. 2071/2006, 1010/1994).
Αντίφαση στις αιτιολογίες δεν αρκεί, εκτός αν έχουν "προσόντα διατακτικού" (Α.Π. 43/1995, 1086/1992). γ) Οι αποφάσεις να εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων και εξ απόψεως ορίων δεδικασμένου να ταυτίζονται τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά και δ) το υπάρχον δεδικασμένο κατά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης επί της δεύτερης υπόθεσης από την πρώτη δίκη και επί της προηγούμενης απόφασης να μην προτάθηκε υπαιτίως ή ανυπαιτίως ούτε να ερευνήθηκε αυτεπαγγέλτως στη δεύτερη δίκη επί της δεύτερης υπόθεσης διότι αλλιώς δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως (Α.Π. 1010/1994).
Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη με στοιχείο δ' προϋπόθεση είναι ενδεχόμενο να εμφανισθεί και στην περίπτωση που το δεδικασμένο από την πρώτη δίκη και υπόθεση προέκυψε μετά τη συζήτηση και την κατάθεση των προτάσεων της έφεσης επί της δεύτερης δίκης και υπόθεσης, πριν όμως να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση επί της δεύτερης δίκης και υπόθεσης.
Στην περίπτωση αυτή υπήρχε αντικειμενική αδυναμία του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασής του το υπάρχον τότε δεδικασμένο επί της πρώτης δίκης και υπόθεσης, αφού δεν είχε παραχθεί ακόμη κατά το χρόνο που έκλεισε η δικογραφία και προωθήθηκε στον Εισηγητή για την έκδοση της απόφασης, ώστε παραδεκτά προσβάλλεται με αναψηλάφηση η αντιφάσκουσα δεύτερη (νεότερη) απόφαση.
Αντίθετα, στην περίπτωση που η επί της πρώτης δίκης και υπόθεσης τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, εκδόθηκε χρονικά μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης επί της δεύτερης δίκης και υπόθεσης, δεν προσβάλλεται παραδεκτά εάν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των δύο δεδικασμένων, η προηγηθείσα χρονικά τελεσίδικη απόφαση επί της δεύτερης δίκης και υπόθεσης με την επίκληση της αντίφασης του δεδικασμένου της προς τη μεταγενέστερη (νεότερη) απόφαση που δεν υπήρχε όμως κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τα προαναφερθέντα αιτιολογούνται και από την κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. έννοια του δεδικασμένου και τις προϋποθέσεις δημιουργίας του κατά χρόνο μέσω της τελεσιδικίας της πρωτόδικης απόφασης που αυτοτελώς και χωρίς τις προϋποθέσεις της τελεσιδικίας δεν οδηγεί στη δημιουργία δεσμευτικής κρίσης.
Ειδικότερα, η απόφαση του Εφετείου, που δέχεται κατά τύπον και απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση ενσωματώνει σ' αυτήν την πρωτόδικη απόφαση που προσβλήθηκε (Ολ. Α.Π. 40/1995), το ίδιο δε συμβαίνει και με την απόφαση του Εφετείου που απορρίπτει την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ως ανυποστήρικτη (Ολ. Α.Π. 6/1990).
Συνεπώς, και στις δύο περιπτώσεις το δεδικασμένο θα κριθεί τόσο ως προς το αντικείμενό του όσο και ως προς την έκταση (χρονική) των ορίων του από την εφετειακή υπόθεση και ανατρέχει στο χρόνο της τελευταίας συζήτησης στην οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση, ώστε εάν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου και στις δύο υποθέσεις επί των οποίων τίθεται ζήτημα αντιφατικότητας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 544 περ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αδιάφορος ο χρόνος έκδοσης των αποφάσεων των πρωτοβαθμίων Δικαστηρίων για να κριθεί μεμονωμένα το ποια από τις δύο τελεσίδικες εφετειακές αποφάσεις είναι μεταγενέστερη (νεώτερη), ώστε να προσβληθεί παραδεκτά με αίτηση αναψηλάφησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 19-12-2007 αίτηση αναψηλάφησης ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι επί της από 30-1-2004 (αρ. έκθ. κατ. 1272/24-2-2004) αγωγής της καθ'ης (ήδη αναιρεσίβλητης), με την οποία, επικαλούμενη τη συγκυριότητά της κατά 52% επί ενός κοινού ακινήτου που ανήκει κατά 48% στον αναιρεσείοντα, ζητούσε να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του ακινήτου, που βρίσκεται στην Πετρούπολη Αττικής, με τη σύσταση δύο αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών και σε περίπτωση που κριθεί ότι είναι ανέφικτη ή ασύμφορη η αυτούσια διανομή να διαταχθεί η δια πλειστηριασμού πώληση του διανεμητέου ακινήτου, εκδόθηκε η 1360/2005 απόφαση στις 14-4-2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και ότι δυνάμει της 5521/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στις 13-7-2006, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 15-11-2005 (αρ.
έκθ. κατ. 10.273/2005) έφεση, που είχε ασκηθεί από την τότε ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη. Ότι επί της από 12-9-2003 (αρ. έκθ. κατ. 7840/2003) αγωγής επίσης της αναιρεσίβλητης, με την οποία, επικαλούμενη ότι είναι συγκυρία κατά 52% εξ αδιαιρέτου του ιδίου ακινήτου, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να της καταβάλει 17.212,38 ευρώ για τα μισθώματα, που ο τελευταίος εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα που σ' αυτήν αναφέρεται, εκδόθηκε στις 31-8-2005 η 3446/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ότι δυνάμει της 4441/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 16-6-2006, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 20-10-2005 (αρ.
εκθ. κατ. 9171/2005) έφεση. Επικαλούμενος, περαιτέρω, ότι οι ως άνω αποφάσεις εκδοθείσες επί της ιδίας υποθέσεως μεταξύ των ιδίων διαδίκων, αντιφάσκουν μεταξύ τους, και ότι μεταγενέστερη κατά χρόνο είναι η υπ' αριθ. 4441/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σε σχέση με την υπ' αριθ. 5521/2006 απόφαση, καίτοι η πρώτη εκδόθηκε χρονικά προγενέστερα, γιατί η υπ' αριθ. 4441/2006 απόφαση εκδόθηκε επί μεταγενέστερης κατά χρόνο πρωτόδικης απόφασης, ζητεί την εξαφάνιση της υπ' αριθ. 4441/2006 απόφασης.
Με το περιεχόμενό της όμως αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της, η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης κατά την κύρια βάση της είναι απαράδεκτη, το δε Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του στο ίδιο κατέληξε αποτέλεσμα δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και ο εκ του άρθρ. 559 αριθ. 14 πρώτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττημένος στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2009 αίτηση του Π. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2650/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ