Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on construction defect correction and quantity reduction in public works contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision rejecting their claim regarding construction defects and quantity reductions. The court held that the appellant's request for recognition of the invalidity of the quantity cut was procedurally inadmissible because it should have been raised in the initial lawsuit rather than as a separate request. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 of Law 1418/1984; Art. 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure: A request for recognition of the invalidity of a quantity cut in public works must be raised in the initial lawsuit; a separate request made later is inadmissible, rendering the appeal based on this ground unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1572 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1572/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Κοινοπραξίας εργοληπτικών επιχειρήσεων με την επωνυμία «Κοινοπραξία ... ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε. - ... Α.Ε.», η οποία έχει την έδρα της στη Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δ. Ν., κάτοικο ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φιλιώ Μεντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Λέσβου (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.), νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που εδρεύει στη Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γαλενιανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.01.2017 προσφυγή - αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Βορείου Αιγαίου.
Εκδόθηκε η απόφαση 1/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 παρ.4 και 5 του ν. 1418/1984 (ήδη άρθρο 77 παρ. 4 και 5 του ν. 3669/2008), υπ' αριθ. 1/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα εκεί κεφάλαια, την από 25.01.2017 προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Στο άρθρο 7 του ν. 1418/1984 «Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων» (ΦΕΚ 23 Α') όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, ορίζονται τα εξής:
«1. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου.
2. [...]
3. Ο ανάδοχος υποχρεούται να διορθώσει μέσα σε οριζόμενη απ' το φορέα κατασκευής εύλογη προθεσμία τα ελαττώματα του έργου που θα διαπιστωθούν κατά την διάρκεια της κατασκευής και μέχρι την οριστική παραλαβή. Αν η προθεσμία αυτή πέρασε άπρακτη, ο φορέας κατασκευής του έργου μπορεί να εκτελέσει τη διόρθωση σε βάρος του αναδόχου με οποιονδήποτε τρόπο, με την επιφύλαξη πάντοτε του δικαιώματός του να κηρύξει τον ανάδοχο έκπτωτο.
4. Αν το ελάττωμα δεν είναι ουσιώδες και η διόρθωσή του απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες γίνεται σχετική μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος.
5. Μετά την οριστική παραλαβή του έργου ο ανάδοχος ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα [...].
6. Μέχρι την οριστική παραλαβή ο ανάδοχος φέρει τον κίνδυνο του έργου για βλάβες από οποιαδήποτε αιτία εκτός αν αυτές οφείλονται σε υπαιτιότητα του φορέα κατασκευής του έργου ή αν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση. Αν το έργο παραδοθεί για χρήση πριν απ' την παραλαβή, οι βλάβες απ' τη χρήση, εφόσον δεν οφείλονται σε κακή ποιότητα του έργου, βαρύνουν τον κύριο αυτού.
7. Με π.δ/γμα καθορίζονται οι διαδικασίες για τη διαπίστωση ελαττωμάτων ή ζημιών...την επέμβαση του φορέα κατασκευής του έργου για τη διόρθωση ελαττωμάτων και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού».
Εξάλλου, στο άρθρο 45 του εκτελεστικού του ανωτέρω νόμου π.δ/τος 609/1985 «Κατασκευή Δημοσίων Έργων» (ΦΕΚ 223 Α'), ορίζονται τα εξής:
«1. [...] Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τις βλάβες που τον βαρύνουν με δικές του δαπάνες [...]».
Περαιτέρω, στο άρθρο 46 του ιδίου π.δ/τος ορίζονται τα εξής:
«1. [...]
2. Αν, κατά τη διάρκεια κατασκευής των έργων μέχρι την οριστική παραλαβή, οποιαδήποτε εργασία παρουσιάζει ελαττώματα που δεν αποκαθίστανται απ’ τον ανάδοχο, κοινοποιείται σ’ αυτόν ειδική διαταγή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Η ειδική διαταγή προσδιορίζει τα ελαττώματα και τάσσει εύλογη προθεσμία για την αποκατάστασή τους. Στην αποκατάσταση μπορεί να περιλαμβάνεται η καθαίρεση των ελαττωματικών εργασιών και η ανακατασκευή τους, αν αυτό επιβάλλεται από τα πράγματα. Αν το ελάττωμα δεν είναι ουσιώδες και η αποκατάστασή του απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, με την ειδική διαταγή καθορίζεται ποσοστό μείωσης της αμοιβής του αναδόχου για τις αντίστοιχες εργασίες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η διαταγή μπορεί να περιλαμβάνει και την εκτέλεση ορισμένων εργασιών για τον περιορισμό του ελαττώματος».
Επιπροσθέτως, στο άρθρο 52 του αυτού π.δ/τος ορίζονται τα εξής:
«1. Όταν λήξει η προθεσμία περάτωσης του συνόλου ή τμημάτων του έργου, ο επιβλέπων αναφέρει στη Διευθύνουσα Υπηρεσία αν τα έργα έχουν περατωθεί και έχουν υποστεί ικανοποιητικά τις δοκιμασίες που προβλέπονται στη σύμβαση ή αν τα έργα δεν έχουν περατωθεί, οπότε αναφέρει συγκεκριμένα τις εργασίες που απομένουν για εκτέλεση [...].
2. Αν στις εργασίες που έχουν περατωθεί διαπιστωθούν επουσιώδεις μόνο ελλείψεις που δεν επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του έργου, ο Προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας γνωστοποιεί με διαταγή του προς τον ανάδοχο τις ελλείψεις που έχουν επισημανθεί και τάσσει εύλογη προθεσμία για την αποκατάστασή τους. ... 3. Αν οι εργασίες δεν έχουν περατωθεί ή οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν δεν είναι επουσιώδεις ή αν δεν περατώθηκαν από τον ανάδοχο εμπρόθεσμα οι εργασίες αποκατάστασης επουσιωδών ελλείψεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζονται ανάλογα με την περίπτωση, οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47».
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο ανάδοχος του έργου φέρει, μέχρι την οριστική παραλαβή του, την ευθύνη τόσο για τα παρουσιαζόμενα ελαττώματα τούτου όσο και για τη μη συμφωνία του έργου προς τους όρους της εργολαβικής σύμβασης, όταν οι πλημμέλειες αυτές οφείλονται στις εργασίες του αναδόχου.
Σε περίπτωση πλημμελούς κατασκευής του έργου, η πράξη του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας, η οποία διαπιστώνει αυτήν (και ειδικότερα το είδος και την έκτασή της) χαρακτηρίζεται ως «ειδική διαταγή», και έχει, καταρχήν, ως αντικείμενο την επιβολή στον ανάδοχο της υποχρέωσης να προβεί, εντός ευλόγου προθεσμίας, σε διόρθωση της πλημμέλειας αυτής.
Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία το ελάττωμα θεωρηθεί ως μη ουσιώδες, η δε αποκατάστασή του συνεπάγεται δυσανάλογες δαπάνες, επιβάλλεται στον ανάδοχο είτε η διόρθωση αυτού είτε η μείωση της αμοιβής του, ενώ, εάν τυχόν προτιμηθεί η λήψη του δευτέρου αυτού μέτρου, παρέχεται η δυνατότητα να δοθεί στον ανάδοχο επιπλέον και εντολή εκτέλεσης εργασιών επισκευής και βελτιώσεων, οι οποίες ορίζονται ομοίως με την ειδική αυτή διαταγή (ΣτΕ 1835/2018, ΣτΕ 2035/2018, ΣτΕ 799/2013, ΣτΕ 800/2013, ΣτΕ 189/2013).
Στην περίπτωση, όμως, που το ελάττωμα θεωρηθεί ουσιώδες και δεν αποκατασταθεί από τον ανάδοχο, μέσα στην προθεσμία που τάσσεται με την ως άνω «ειδική διαταγή», τότε η ίδια η Υπηρεσία προβαίνει στην αποκατάστασή του και καταλογίζει τη σχετική δαπάνη στον ανάδοχο (ΣτΕ 2035/2018, ΣτΕ 871/2015, ΣτΕ 24/2015, ΣτΕ 4861/2014, ΣτΕ 4673/2014) δεν μπορεί δε να προβεί σε μείωση της αμοιβής του αναδόχου (ΣτΕ 2035/2018, ΣτΕ 514/2007).
Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 1418/1984 και 46 παρ. 2 του π.δ/τος 609/1985 συνάγεται ότι η έκδοση ειδικής διαταγής για την αποκατάσταση ελαττωμάτων του έργου επιτρέπεται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως (ΣτΕ 2474/2006) και μέχρι της οριστικής παραλαβής του έργου. Εκ τούτου παρέπεται ότι τυχόν αποπεράτωση του έργου και έκδοση της σχετικής βεβαιώσεως δεν αναστέλλουν, μέχρι τη σύνταξη του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής, την εξουσία της διευθύνουσας υπηρεσίας να ζητήσει, με την έκδοση ειδικής διαταγής, τη διόρθωση των κατασκευαστικών του ελαττωμάτων.
Το συμπέρασμα, εξάλλου, αυτό δεν αναιρείται εκ μόνου του λόγου ότι τα ίδια ελαττώματα μπορούν να διαγνωσθούν και κατά την προβλεπόμενη εκ του νόμου διαδικασία παραλαβής του έργου, η οποία είναι αυτοτελής εν σχέσει προς την, κατά τα ανωτέρω, διαδικασία αποκαταστάσεως των κατασκευαστικών του πλημμελειών (ΣτΕ 3151/2005).
Από τις προμνησθείσες διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως του επιδιωκόμενου δι' αυτών σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην αποκατάσταση όλων των κατασκευαστικών ατελειών του έργου προ της παραλαβής του (ΣτΕ 949/2010), συνάγεται, αντιθέτως, ότι η δυνατότητα αυτή παραμένει ενεργός καθ' όλο το διάστημα που έπεται της αποπερατώσεως του έργου και προηγείται της οριστικής παραλαβής του ( ΣτΕ 485/2016).
Επιπροσθέτως, στο άρθρο 5 του ν. 1418/1984 ορίζεται ότι:
«1. Η σύμβαση για την κατασκευή του έργου καταρτίζεται με βάση τους όρους της διακήρυξης και των τευχών και σχεδίων που τη συνοδεύουν, που με την προσφορά του αποδέχεται ο ανάδοχος ή με βάση την έγκριση για την κατάρτισή της, με την οποία συμφωνεί ο ανάδοχος.
2. Ως προς τον τρόπο καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος οι συμβάσεις κατασκευής δημοσίων έργων καταρτίζονται ανάλογα με το σύστημα υποβολής προσφοράς που ακολουθήθηκε στη δημοπρασία κατά το άρθρο 4 παρ. 4».
Μεταξύ των συστημάτων υποβολής προσφορών, που καθορίζονται στην τελευταία πιο πάνω διάταξη, αναφέρεται και η ελεύθερη συμπλήρωση ανοικτού τιμολογίου που μπορεί να περιλαμβάνει και κατ' αποκοπή τιμή (περ. δ').
Περαιτέρω, στο άρθρο 38 του ιδίου ως άνω π.δ/τος 609/1985 ορίζεται ότι:
«1. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελούμενων εργασιών. Οι επιμετρήσεις συντάσσονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο της υπηρεσίας.
2. Στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα. Η επιμέτρηση περιλαμβάνει για κάθε εργασία συνοπτική περιγραφή της με ένδειξη του αντίστοιχου άρθρου του τιμολογίου ή των πρωτοκόλλων κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών, τους αναλυτικούς υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέσθηκαν και τα αναγκαία γι’ αυτό επιμετρητικά σχέδια και διαγράμματα με βάση τα στοιχεία απευθείας καταμέτρησης των εργασιών ή των πρωτοκόλλων της επόμενης παραγράφου. Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά σχέδια υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για έλεγχο αφού υπογραφούν απ' αυτόν με την ένδειξη «όπως συντάχθηκαν από τον ανάδοχο». Η Διευθύνουσα Υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο. Η κοινοποίηση αυτή θεωρείται πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 1418/84 και ο ανάδοχος αν δεν αποδέχεται τις διορθώσεις μπορεί να ασκήσει το προβλεπόμενο από το νόμο δικαίωμα της ένστασης.
3. Όταν πρόκειται για εργασίες που η ποσοτική τους επαλήθευση δεν θα είναι δυνατή στην τελική μορφή του έργου, όπως εργασίες που πρόκειται να επικαλυφθούν από άλλες και να μην είναι τελικά εμφανείς, ο χαρακτηρισμός της σκληρότητας εδαφών, ποσότητες που παραλαμβάνονται με ζύγιση ή άλλα παρόμοια, ο ανάδοχος υποχρεούται να καλέσει τον επιβλέποντα να προβούν από κοινού στην καταμέτρηση, χαρακτηρισμό ή ζύγιση και να συντάξουν πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, πρωτόκολλο χαρακτηρισμού εκσκαφών η πρωτόκολλο ζυγίσεως αντίστοιχα. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία μπορεί σε σοβαρές περιπτώσεις να ορίσει επιτροπή για την παραλαβή των εργασιών και τη σύνταξη των πιο πάνω πρωτοκόλλων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί επίσης και η Προϊσταμένη Αρχή να παραγγείλει τη συγκρότηση τέτοιων επιτροπών παραλαβής αφανών εργασιών, πρωτόκολλο χαρακτηρισμού εκσκαφών ή πρωτόκολλο ζυγίσεως αντίστοιχα. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία μπορεί σε σοβαρές περιπτώσεις να ορίσει επιτροπή για την παραλαβή των εργασιών και τη σύνταξη των πιο πάνω πρωτοκόλλων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί επίσης και η Προϊσταμένη Αρχή να παραγγείλει τη συγκρότηση τέτοιων επιτροπών.
4. Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλει στην Διευθύνουσα Υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την «τελική επιμέτρηση», δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων και των πρωτοκόλλων της παρ. 3. Αν αυτές έχουν ελεγχθεί από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, οι ποσότητες τίθενται όπως διορθώθηκαν έστω και αν εκκρεμούν κατ’ αυτών ενστάσεις του αναδόχου ή αιτήσεις θεραπείας. Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται απ' τον ανάδοχο με την ένδειξη "όπως συντάχθηκε από τον ανάδοχο. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση.
5. […]
6. […]
7. Στις περιπτώσεις συμβάσεων που προβλέπουν πληρωμή με κατ’ αποκοπή τίμημα, τελική επιμέτρηση είναι η επιβεβαίωση κατασκευής των επιμέρους εργασιών ποιοτικά και ποσοτικά όπως προβλέπονται στη σύμβαση. Για την πραγματοποίηση των τμηματικών πληρωμών εφαρμόζονται επιμέρους ποσοστά εκτέλεσης εργασιών κατά τμήματα του έργου όπως ορίζεται στη σύμβαση».
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ανάδοχος, που ανέλαβε την εκτέλεση δημοσίου έργου, έχει υποχρέωση να κατασκευάσει το έργο σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεχνικά συμβατικά τεύχη. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, περαιτέρω, ότι στην περίπτωση, που η σύμβαση προβλέπει πληρωμή με κατ’ αποκοπή τίμημα, ο ανάδοχος δεν έχει κατ’ αρχήν υποχρέωση να συντάξει με δαπάνες του επιμετρήσεις (τμηματικές και τελική) των ποσοτήτων των εργασιών που εκτελεί, εκτός και αν δοθεί σ' αυτόν σχετική εντολή από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία ενόψει τροποποίησης των αρχικών σχεδίων του έργου και μείωσης ή αύξησης των εργασιών και ιδίως ενόψει υποβολής από τον ανάδοχο, υπό τις συνθήκες αυτές, Πρωτοκόλλων Παραλαβής Αφανών Εργασιών (Π.Π.Α.Ε.) χωρίς σχετικές αναλυτικές επιμετρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν κωλύεται η Διευθύνουσα Υπηρεσία, προκειμένου να επαληθεύσει ποσοτικά την εκτέλεση του έργου και να καταβάλει το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα, να συντάξει επιμετρήσεις, οι οποίες, επέχουν θέση βεβαίωσης κατασκευής των ποσοτήτων των επιμέρους εργασιών του έργου (ΑΠ 100/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 1418/1984, 34 παρ. 2, 43 του Π.Δ/τος 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α') συνάγεται ότι, όταν παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής, συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου.
Της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας.
Ακολουθεί η υπογραφή συμβάσεως για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εκτελέστηκαν χωρίς να τηρηθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, χωρίς, δηλαδή, την κατάρτιση συμπληρωματικής σύμβασης και χωρίς έγγραφη ή προφορική, εντολή του κυρίου του έργου (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 902/2011), να κριθούν στη συνέχεια από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και άσκησης εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο εφετείο, ως αναγκαίες, δηλαδή ως εργασίες οι οποίες επιβάλλονται για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με τη σύνταξη Α.Π.Ε.
και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής σύμβασης, οπότε το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα οφείλεται με βάση τη νέα σύμβαση μετά την σύναψή της (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΑΠ 902/2011, ΣτΕ 782/2018, ΣτΕ 2253/2017, ΣτΕ 45/2016, ΣτΕ 2256/2016, ΣτΕ 2638/2016). Επομένως, δεν αρκεί απλώς η κρίση ότι οι χωρίς εντολή πρόσθετες εργασίες υπήρξαν αναγκαίες και ότι, συνεπώς, η δαπάνη τους βαρύνει τον εργοδότη προκειμένου ο ανάδοχος να ζητήσει με αγωγή την επιδίκασή τους, αλλά απαιτείται για τον καθορισμό του οφειλόμενου σε αυτόν ανταλλάγματος η τήρηση, ακολούθως, της διαδικασίας κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης με βάση Α.Π.Ε.
ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε., για δε την πληρωμή του η τήρηση της διαδικασίας καταρτίσεως και εγκρίσεως της σχετικής επιμετρήσεως, καθώς και συντάξεως και εγκρίσεως του λογαριασμού, που θα περιέχει την αμοιβή για τις συγκεκριμένες εργασίες, αποτελούντος την προς τούτο κατά το νόμο απαιτούμενη πιστοποίηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 9 και 10 του ν. 1418/1984, 38 και 40 του π.δ/τος 609/1985, ήδη δε κατά τα άρθρ. 52 και 53 του ν. 3669/2008 (ΣτΕ 1459/2017, 1082/2016, 2086/2016, ΑΠ 46/2016, ΑΠ 1726/2014).
Συνεπώς, η κατάρτιση και έγκριση του Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση στη συνέχεια των εργασιών που πράγματι εκτέλεσε ο ανάδοχος και τη σύνταξη απ` αυτόν του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής του (ΟλΑΠ 15/2015, ΑΠ 828/2019, ΑΠ 646/2019).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 38 του Π.Δ. 609/1985, η Διευθύνουσα Υπηρεσία έχει τη δυνατότητα και κατά το στάδιο ελέγχου της τελικής επιμέτρησης να επιφέρει διορθώσεις ή περικοπές σε ήδη εγκεκριμένες ποσότητες εργασιών, η ίδια δε Υπηρεσία είναι αρμόδια να προβεί μεταγενεστέρως και στον έλεγχο και διόρθωση των λογαριασμών, οι οποίοι μάλιστα πρέπει να στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών (ΣτΕ 696/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 983/2020, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 164/2021).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 319/2017).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής:
«| [...] Η επιχείρηση της καθ’ ης (αναιρεσίβλητης), δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Μυτιλήνης» (Δ.Ε.Υ.Α.Σ.), είναι επιχείρηση Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού και αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα. Η καθ’ ής διενήργησε την 30-4-1997 δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό, για την κατασκευή του έργου «Κατασκευή δικτύων όμβριων-ακαθάρτων και ύδρευσης κεντρικού και βορείου τμήματος πόλης Μυτιλήνης-περιοχής Γ».
Στο διαγωνισμό αναδείχθηκε ανάδοχος η Κοινοπραξία «ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ-... ΑΕ», η οποία στη συνέχεια υποκαταστάθηκε από την προσφεύγουσα Κοινοπραξία (αναιρεσείουσα) και το αποτέλεσμα αυτό εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 11/1998 απόφαση του ΔΣ της καθ’ ής η προσφυγή. Στη συνέχεια καταρτίστηκε στη Μυτιλήνη μεταξύ των ανωτέρω, η από 08.04.1998 αντίστοιχη εργολαβική σύμβαση, με την οποία η ανωτέρω Κοινοπραξία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το παραπάνω έργο, σύμφωνα με τους όρους της Διακήρυξης της Τεχνικής Προσφοράς του έργου και της Προσφοράς του Αναδόχου, αντί του ποσού των 2.070.295.417 δραχμών, πλέον αναθεώρησης και ΦΠΑ, ήτοι 2.084.790.404 δραχμών.
Η αρχική προθεσμία εκτέλεσης του έργου ορίστηκε σε 24 μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, ενώ στη συνέχεια η Προϊσταμένη Αρχή με την 94/2001 απόφασή της όρισε προθεσμία περαίωσης του έργου έως την 31-12-2001. Το έργο ολοκληρώθηκε στις 28.02.2002, ενώ η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου διενεργήθηκε ταυτόχρονα την 29η Νοεμβρίου 2004, το δε πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής εγκρίθηκε με την 84/30-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ’ ής.
Κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου συντάσσονταν από την προσφεύγουσα επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις, οι οποίες υποβάλλονταν προς έλεγχο και έγκριση στη διευθύνουσα υπηρεσία της καθ’ ής. Με το υπ' αριθμ.πρωτ.193/2014 έγγραφό της, η προσφεύγουσα υπέβαλε προς έγκριση τον τελικό λογαριασμό του έργου ποσού 381.698,82 ευρώ πλέον ΦΠΑ.
Η ΔΥ της καθ’ ής με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 2876/1-7-2014 έγγραφό της, που επιδόθηκε στην προσφεύγουσα στις 02.07.2014 (βλ. την 5380Β/2-7-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Βενετσιάνου Δεκούλου), επέστρεψε εμπρόθεσμα τον ανωτέρω λογαριασμό, προκειμένου να υποβληθεί ανασυνταγμένος. Στη συνέχεια η προσφεύγουσα με το υπ’ αριθμ.
πρωτ.194/1-8-2014 έγγραφό της, που παραλήφθηκε από την καθ’ ής στις 4-8-2014 (εισερχόμενο με αριθμ. πρωτ. της καθ’ ής 4097/4-8-2014) επανυπέβαλε τον ανωτέρω λογαριασμό, ωστόσο η ΔΥ της καθ’ ής με το υπ' αριθμ. πρωτ. 4097/2-9-2014 έγγραφό της, επέστρεψε εκ νέου τον ανωτέρω λογαριασμό στην προσφεύγουσα προς επανασύνταξή του. Στη συνέχεια η προσφεύγουσα με το υπ’ αριθμ.
πρωτ. 197/3-3-2016 έγγραφό της που ελήφθη από την καθ’ ής στις 04.03.2016 (εισερχόμενο με αριθμ. πρωτ. της καθ’ ής 1725/4-3-2016), επανυπέβαλε τον «τελικό λογαριασμό» συνοδευόμενο από δύο αναλύσεις ποσοτήτων εργασιών, την 1η για τις επιδικασθείσες ποσότητες της 322/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου και την 2η που αφορά την 235/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Στη συνέχεια η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ’ ης, στις 01.04.2016 κοινοποίησε στην προσφεύγουσα το με αριθμ. πρωτ. 1725/31-3-2016 έγγραφό της, με το οποίο αφού έλεγξε τις ανωτέρω επιμετρήσεις και τον υποβληθέντα λογαριασμό, προέβη σε περικοπή εργασιών και αντίστοιχων δαπανών συνολικού ποσού 197.153,88 ευρώ (άνευ ΦΠΑ).
Κατά της ανωτέρω βλαπτικής για τα συμφέροντά της πράξη της καθ’ ης, η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Προϊσταμένη Αρχή του έργου, νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 15.04.2016 ένστασή της, ζητώντας την ακύρωση της ανωτέρω προσβαλλόμενη ς πράξης προκειμένου να της καταβληθεί, πέρα του εγκεκριμένου ποσού των 184.544,74 ευρώ και το επιπλέον ποσό των 186.693,24 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, το οποίο περικόπηκε.
Με την 222/2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.Ε.Υ.Α.Λ., η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 15.06.2016, απορρίφθηκε η ανωτέρω ένσταση. Κατόπιν η προσφεύγουσα άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 05.09.2016 αίτηση θεραπείας, ενώπιον του Υπουργού Υποδομών και Δικτύων. Επί της ανωτέρω αίτησης θεραπείας δεν υπήρξε απάντηση μέσα στην προβλεπόμενη τρίμηνη προθεσμία από την ημερομηνία υποβολής της, οπότε τεκμαίρεται πλέον η απόρριψή της, ήδη δε εκδόθηκε η με αριθμ. 1207/6-12-2017 απορριπτική της αίτησης θεραπείας απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών.
Κατόπιν των ανωτέρω η προσφεύγουσα άσκησε εμπρόθεσμα την κρινόμενη προσφυγή.
Ειδικότερα:
Α)...
Β) Η προσφεύγουσα στον προαναφερόμενο «τελικό» λογαριασμό περιέλαβε και το ποσό των 18.127,31 ευρώ, το οποίο ωστόσο περικόπηκε από την καθ’ ης. Ειδικότερα προέκυψε ότι, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, η Δ.Υ. της καθ’ ης, πριν την παραλαβή του έργου, διαπίστωσε επουσιώδη ελαττώματα στις εργασίες αποκατάστασης των ασφαλτικών οδοστρωμάτων και επίχωσης ορυγμάτων με θραυστό υλικό στις οδούς Χατζημιχαήλ και Ελευθ. Βενιζέλου. Με την 1824/28-5-2004 ειδική διαταγή της, που κοινοποιήθηκε στην ανάδοχο στις 02.06.2004 (βλ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ. Ρ. επί του αντιγράφου αυτής, που προσκομίζει η προσφεύγουσα), η Διευθύνουσα Υπηρεσία, καθόρισε, για τις ανωτέρω επουσιωδώς ελαττωματικές εργασίες, ποσοστό μείωσης της συμβατικής αμοιβής της αναδόχου, ανά οδό και εργασία ως ακολούθως:
1) Για την οδό Θεοφ. Χατζημιχαήλ 1ο ΠΚΤΜΝ/20 50ο/ο, ΑΤ4 20ο/ο και συγκεκριμένα 3.674.77 δρχ. και 1.464.680 δρχ., αντίστοιχα και
2) Για την οδό Ελ. Βενιζέλου 1ο ΠΚΤΜΝΕ/20 50ο/ο, ΑΤ4 20ο/ο και συγκεκριμένα 631.180 δρχ. και 406.244 δρχ. και συνολικό ποσό απομείωσης 6.176,881 δρχ ή 18.127,31 ευρώ.
Μετά τον καθορισμό του ποσοστού μείωσης της συμβατικής αμοιβής της αναδόχου, η Διευθύνουσα Υπηρεσία έδωσε εντολή στην ανάδοχο να εκτελέσει τις παρακάτω εργασίες:
α)...,
β) την κατασκευή νέου ασφαλτικού τάπητα κυκλοφορίας, μεταβλητού πάχους 5 εκ., σύμφωνα με το άρθρο 1ΠΚΤΜΝΕ/20 και στην Τεχνική Προδιαγραφή (01) «Αποκατάσταση ασφαλτικών οδοστρωμάτων» στην οδό Ελ. Βενιζέλου και στην οδό Θεφ. Χατζημιχαήλ.
Κατά της ανωτέρω ειδικής διαταγής η ανάδοχος άσκησε ένσταση επί της οποίας δεν επικαλείται (αλλά ούτε προκύπτει) ότι εκδόθηκε απόφαση, ενώ στη συνέχεια δεν επικαλείται αλλά ούτε και προκύπτει ότι κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης άσκησε σχετική προσφυγή. Τελικά, σε εκτέλεση της ανωτέρω ειδικής διαταγής και προς βελτίωση των διαπιστωθέντων ελαττωμάτων, η ανάδοχος προέβη στην εκτέλεση των προπεριγραφομένων εργασιών που ορίζονταν στην ειδική διαταγή (βλ. και την κατάθεση του μάρτυρα της καθ’ ης «η ανάδοχος εταιρία συμμορφώθηκε [...]»).
Ακολούθως, το Νοέμβριο του 2004, η Επιτροπή Παραλαβής παρέλαβε το έργο, υπογράφοντας στις 29.11.2004 το πρωτόκολλο Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής στο οποίο αναφέρεται ότι «Η Επιτροπή Παραλαβής διαπίστωσε ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες έγιναν έντεχνα και σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές και διατηρούνται στο σύνολό τους σε καλή κατάσταση, εξυπηρετώντας ικανοποιητικά τον σκοπό για τον οποίον εκτελέσθηκαν και ως εκ τούτου παραλαμβάνει τις εργασίες και ως ποιοτικά εκτελεσμένες.
Στις οδούς Ηρίνας, Κλεοβουλίνης, Δαμοφίλης, Ολ.Γυμνασιάρχου, Α. Δελή, Γ.Παπαμιχαήλ Καραπαναγιώτη, υπάρχουν κάθετες ρωγμές στο ασφαλτικό γιατί ο ασφαλτοτάπητας στρώθηκε πάνω στους αρμούς της σκυροδέτησης. Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί δικαιολογημένη την εμφάνιση των ρωγμών και δεν καταλογίζει ευθύνες στην ανάδοχο», το δε πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής, εγκρίθηκε με την 84/30-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ’ ης.
Κατόπιν δε της ανωτέρω έγκρισης του πρωτοκόλλου προσωρινής και οριστικής παραλαβής, η προσφεύγουσα, επικαλούμενη την αποκατάσταση του ελαττώματος για το οποίο είχε μειωθεί η συμβατική της αμοιβή και ουσιαστικά την ανάκληση της ανωτέρω ειδικής διαταγής, περιέλαβε στον τελικό λογαριασμό και το ποσό των 18.127,31 ευρώ, κατά το οποίο είχε μειωθεί η αμοιβή της, πλην όμως, η καθ’ ης προέβη στην περικοπή του.
Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον η ανωτέρω ειδική διαταγή, που αποτελεί την βλαπτική για τα συμφέροντα της αναδόχου πράξη της καθ’ ης, δεν ανακλήθηκε ούτε ακυρώθηκε δικαστικά παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της, και, συνεπώς, ορθά η Υπηρεσία προέβη σε περικοπή του ανωτέρω ποσού από τον τελικό λογαριασμό.
Η δε έγκριση του Πρωτοκόλλου Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής δεν αποτελεί εν τοις πράγμασι ανάκληση της ανωτέρω ειδικής διαταγής, ενώ περαιτέρω η ανωτέρω ενέργεια της καθ’ ης να περικόψει από τον τελικό λογαριασμό το ανωτέρω ποσό έγινε σε εκτέλεση της ανωτέρω ειδικής διαταγής και δεν παρίσταται καταχρηστική, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού της προσφεύγουσας.
Εξάλλου, αφού τα ανωτέρω ελαττώματα χαρακτηρίστηκαν μη ουσιώδη, με την ανωτέρω ειδική διαταγή, η οποία όπως προεκτέθηκε δεν ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε δικαστικά με ακυρωτική προσφυγή, η Δ.Υ. προτίμησε, αντί του μέτρου της αποκατάστασης του ελαττώματος να επιβάλλει στην ανάδοχο το μέτρο της μείωσης της αμοιβής της κατά το ανωτέρω ποσό των 6.176,881 δρχ ή 18.127,31 ευρώ.
Εφόσον δε προτιμήθηκε η λήψη του ανωτέρω μέτρου ορθά, με βάση τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δόθηκε επί πλέον και η εντολή εκτέλεσης προς την ανάδοχο εργασιών βελτιώσεων των ελαττωμάτων, όπως αυτές ορίστηκαν με την ανωτέρω ειδική διαταγή. Ειδικότερα η καθ’ ης με την ανωτέρω διαταγή έδωσε εντολή για εκτέλεση εργασιών όχι πλήρους αποκατάστασης των ελαττωμάτων, καθώς τούτο θα απαιτούσε αποξήλωση της ασφάλτου, αφαίρεση του υπάρχοντος θραυστού υλικού και στη συνέχεια επανατοποθέτησή του και επίχωση της τάφρου, αλλά περιορισμό αυτού, με την κατασκευή νέου ασφαλτικού τάπητα των προαναφερομένων εργασιών.
Επομένως, η Δ.Υ. νόμιμα προέβη στην επιλογή του μέτρου της μείωσης της αμοιβής της αναδόχου και επί πλέον στην εντολή εκτέλεσης εργασιών επισκευής και βελτίωσης των ελαττωμάτων, η εκτέλεση των οποίων από την ανάδοχο, δεν αναιρεί την ανωτέρω περικοπή της αμοιβής της, ενόψει ότι παρέχεται η δυνατότητα στη Δ.Υ. , σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, να προβεί τόσο σε μείωση της συμβατικής αμοιβής της αναδόχου, όσο και σε εντολή εκτέλεσης εργασιών επισκευής και βελτιώσεων.
Κατόπιν των ανωτέρω η περικοπή του ανωτέρω ποσού από τον τελικό λογαριασμό είναι ορθή, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος της προσφυγής [...].
Γ) Στις 15.11.1999 κοινοποιήθηκε ο πρώτος ανακεφαλαιωτικός πίνακας εργασιών (ΑΠΕ) καθώς επίσης και το πρώτο πρωτόκολλο κανονισμού τιμής μονάδος νέων εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ), τα οποία η ανάδοχος υπέγραψε με επιφύλαξη διότι δεν είχαν περιληφθεί σε αυτά νέες τιμές για συγκεκριμένες εργασίες, τις οποίες διαπίστωσε ότι εκτελούσε με δυσχερέστερο τρόπο απ’ αυτόν που είχε συμβατικά προβλεφθεί.
Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, ισχυριζόταν ότι επειδή κατά την εκτέλεση της εργασίας κατασκευής φρεατίων επίσκεψης Τ1, Τ11 και φρεατίων ιδιωτικών παροχών, οι ποσότητες των επιμέρους εργασιών εκσκαφής, επίχωσης, αποκομιδής είχαν υπολογιστεί εσφαλμένα στα συμβατικά τεύχη, με αποτέλεσμα οι πραγματικά εκτελούμενες ποσότητες να υπερβαίνουν κατά τρόπο απρόβλεπτο τις συμβατικές, ζητούσε πρόσθετη τιμή μονάδος για την κατασκευή των παρακάτω στοιχείων.
Σύμφωνα με το συμβατικό τεύχος της Τεχνικής Προδιαγραφής - Κεφάλαιο Τ-8 παρ.8, η επιμέτρηση των φρεατίων γινόταν κατ’ αποκοπή ανά φρεάτιο και η πληρωμή με την αντίστοιχη τιμή μονάδος του τιμολογίου, η οποία σύμφωνα με το σχετικό τιμολόγιο προσφοράς ΑΤ 21 ανερχόταν στο ποσό των 46.000 δρχ. για κάθε φρεάτιο ιδιωτικής σύνδεσης.
Αφού δε η ανάδοχος ακολούθησε τη νόμιμη διοικητική προδικασία, άσκησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου την από 01.08.2000 προσφυγή της, με την οποία ζητούσε την ανασύνταξη του πρώτου ΑΠΕ και του 1ου ΠΚΤΜΝΕ, ώστε να περιληφθούν σ’ αυτά οι απαιτούμενες ποσότητες εργασιών. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 56/2001 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αφού έκρινε νόμιμη την προσφυγή, στη συνέχεια διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πράγματι, αναφορικά με τα φρεάτια που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, είναι αναγκαίες νέες εργασίες, επιπλέον των συμβατικών και ποιές είναι αυτές καθώς και την αξία τους.
Μετά δε τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η 322/2005 απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή και:
1) Αναγνωρίστηκε ότι η ανάδοχος δικαιούται πρόσθετη αποζημίωση
(α) για την εκτέλεση εκσκαφής ορυγμάτων σε βραχώδη εδάφη ποσότητας 5.464,33κμ το συνολικό ποσό των 29.567,144 δρχ, πλέον γενικών εξόδων, εργολαβικού οφέλους και ΦΠΑ,
(β) για την κατασκευή φρεατίου επίσκεψης αγωγών σύνδεσης τύπου Τ1 το ποσό των 34.740 δρχ ανά τεμάχιο,
γ) για την κατασκευή φρεατίου επίσκεψης αγωγών σύνδεσης τύπου Τ11 το ποσό των 29.408 δρχ ανά τεμάχιο και
δ) για την κατασκευή φρεατίου ιδιωτικής παροχής το ποσό των 19.250 δρχ. ανά τεμάχιο και υποχρεώθηκε η καθ’ ης η προσφυγή, ως κυρία του έργου, όπως δια των αρμοδίων οργάνων της ανασυντάξει και εγκρίνει νέα πρόσθετη τιμή μονάδος για τις παραπάνω πρόσθετες εργασίες και ειδικότερα να εγκρίνει τον 1ο ΑΠΕ και τον 1ο ΠΚΤΜΝΕ ώστε να περιληφθούν σε αυτά οι ανωτέρω τιμές μονάδος προκειμένου να πληρωθεί η ανάδοχος:
α) για ποσότητα εκσκαφής ορυγμάτων σε βραχώδη εδάφη 5.464,33κ.μ., το συνολικό ποσό των 29.507,144 δρχ.
β) για ποσότητα 109 φρεατίων επίσκεψης αγωγών σύνδεσης τύπου Τ1 34.740 δρχ. ανά τεμάχιο και συνολικά 3.786,660 δρχ.,
γ) για ποσότητα 285 τεμαχίων φρεατίων επίσκεψης αγωγών σύνδεσης τύπου Τ11 29.408 ευρώ ανά τεμάχιο και συνολικά 8.381.280 δρχ. και
δ) για ποσότητα 843 τεμαχίων φρεατίων ιδιωτικών συνδέσεων δαπάνη 19.250 δρχ. ανά τεμάχιο και συνολικά 16.277.750 δρχ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, κρίθηκαν αναγκαίες για κάθε φρεάτιο ιδιωτικής σύνδεσης επιπλέον ποσότητες εργασίας:
α) του άρθρου ΑΤ1 εκσκαφής σκαμμάτων, κατά 2,54 τιμολογούμενη δε με 4700 δρχ., το κόστος της ανέρχεται σε 11.938 δρχ.,
β) αποκομιδής του άρθρου ΑΤ 3 κατά 2,54 τιμολογούμενη με 400 δρχ. ανέρχεται σε 1.016 δρχ. και
γ) επίχωσης του άρθρου ΑΤ4, κατά 1,80, τιμολογούμενη με 3.500δρχ., ανέρχεται σε 6.300 δρχ., και, συνολικά 19.250 δρχ.).
Η ανωτέρω δε απόφαση κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 23-2-2006 αίτησης αναίρεσης της καθ’ ης, με την 1315/11-6-2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Οι προσφεύγουσες με την 3.638/10-9-2009 επιστολή τους ζήτησαν από την καθ’ ης την υλοποίηση της απόφασης κατά το διατακτικό της, περιορίζοντας όμως τις αξιώσεις τους όσον αφορά τα φρεάτια επίσκεψης, δεδομένου ότι βάσει της τελικής επιμέτρησης είχαν κατασκευαστεί λιγότερα και ειδικότερα τύπου Τ1, 13 τεμάχια αντί 109, τύπου Τ11, 159 τεμάχια αντί 285, και φρεάτια ιδιωτικών συνδέσεων 576 τεμάχια αντί 843.
Στη συνέχεια, η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ’ ης με το αριθμ. πρωτ. 4515/3-11-2009 έγγραφό της κοινοποίησε στην ανάδοχο, σε συμμόρφωση με την ανωτέρω απόφαση, ανασυνταγμένο τον 1ο ΑΠ και το 1ο ΠΚΤΜΝΕ με πέντε νέες τιμές ήτοι του άρθρου 23 για εκσκαφές σκαμμάτων αγωγών σε γαίες με τιμή ανά κ.μ. ορύγματος 4.615δρχ. του άρθρου 24 για πρόσθετη τιμή εκσκαφής ορυγμάτων σε έδαφος βραχώδες μέσα σε κατοικημένη περιοχή με πλάτος πυθμένα μέχρι 3 μέτρα 8.803 δρχ., του άρθρου 25 για πρόσθετη τιμή εκσκαφής για κατασκευή φρεατίου επίσκεψης αγωγού ακαθάρτων τύπου Τ1 33.891 δρχ., του άρθρου 26 για πρόσθετη τιμή εκσκαφής για κατασκευή φρεατίου επίσκεψης αγωγού ακαθάρτων τύπου Τ 11 27,203 δρχ.
και του άρθρου 27 για πρόσθετη τιμή εκσκαφής για κατασκευή φρεατίου σύνδεσης 19.218 δρχ. Σύμφωνα με τον ανασυνταγμένο 1ο ΑΠΕ προβλέφθηκε η κατασκευή 843 φρεατίων ιδιωτικών συνδέσεων με πρόσθετη τιμή μονάδος 19.250 δρχ/ανά τεμάχιο, ενώ σύμφωνα με τον συνοδεύοντα αυτόν 1ο ΠΚΤΜΝΕ, καθορίστηκε ως προς την πρόσθετη τιμή μονάδος για κάθε φρεάτιο ιδιωτικών συνδέσεων ότι απαιτούνται επιπλέον ποσότητες εκσκαφής (ΑΤ1) 2,17, με τιμή μονάδος 110.39,52 δρχ.
συνολικού κόστους 13.956 δρχ., επιπλέον ποσότητες εργασίας αποκομιδής προϊόντων εκσκαφής 2,17, με τιμή μονάδος 932,13δρχ., συνολικού κόστους 2.022,72 δρχ. και επιπλέον εργασίες επίχωσης κάθε είδους ορύγματος με θραυστό υλικό λατομείου 2,37, με τιμή μονάδος 7.917,81 δρχ. και συνολικού κόστους 18.765 δρχ. ήτοι συνολικά 44.744δρχ.
μείον τεκμαρτής έκπτωσης 19.217,55 το συνολικό κόστος των επιμέρους ως άνω επιπλέον ποσοτήτων εργασιών προσδιορίστηκε στο συνολικό ποσό των 19.218 δρχ., αντί των 19.250 δρχ. που δέχθηκε το Εφετείο λόγω μαθηματικών υπολογισμών. Κατά της ανωτέρω πράξης της καθ’ ης, η προσφεύγουσα άσκησε την από 18.11.2009 εμπρόθεσμη ένστασή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 72/2009 απόφαση του ΔΣ της καθ’ ης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ένσταση μόνο όσον αφορά τη διόρθωση των τιμών εφαρμογής των νέων εργασιών ΝΤ25, ΝΤ26 και ΝΤ27 (φρεατίων) στα ποσά που όρισε η απόφαση του Εφετείου με την πρόσθετη σημείωση ότι οι ποσότητες που τελικά εκτελέσθηκαν φαίνονται στην εγκεκριμένη τελική επιμέτρηση και στο πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου και αυτές θα περιληφθούν στον λογαριασμό για την πληρωμή και όχι αυτές που εμφαίνονται στο διατακτικό της απόφασης.
Ειδικότερα, με βάση τα ανωτέρω επιμετρικά στοιχεία, για την εργασία ΝΤ27 «Πρόσθετη τιμή φρεατίου ιδιωτικής σύνδεσης η ποσότητα των τεμαχίων ιδιωτικής σύνδεσης ήταν 576 τεμάχια αντί 843 της εφετειακής απόφασης».
Κατά της ανωτέρω απόφασης και αφού ακολούθησε τη νόμιμη διοικητική προδικασία, η ανάδοχος άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 27.07.2010 προσφυγή-αγωγή με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυροι:
1) ο ανασυνταγμένος σε εκτέλεση της 322/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου 1ος ΑΠΕ και 1ο ΠΚΤΜΝΕ, η 22/1999 απόφαση του ΔΣ της καθ’ ης και η 16928/6-9-2010 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, με τις οποίες απορρίφθηκε η ένστασή της και η αίτηση θεραπείας, να αναγνωριστεί ότι η καθ’ ης μη νόμιμα συνέταξε στα πλαίσια ανασύνταξης του 1ου ΠΚΤΜΕ νέα τιμή ΝΤ 23, διαφοροποιώντας τη συνολική ποσότητα των εκσκαφών και την τιμή αυτών, να αναγνωριστεί ότι είναι μη νόμιμη η ανασύνταξη των μεταγενέστερων του 1ου ΑΠΕ ανακεφαλαιωτικοί πίνακες και να υποχρεωθεί η καθ’ ης ως κυρία του έργου να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 131.740,609 ευρώ πλέον αναθεώρησης και ΦΠΑ.
Επί της ανωτέρω προσφυγής εκδόθηκε η 1/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή μόνο κατά ένα μέρος και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα μόνο της 16928-8732/9-6-2010 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, και μόνο κατά το μέρος που διατάσσεται η προσήκουσα με βάση την 1ο ΑΠΕ ανασύνταξη κάθε μεταγενέστερου ΑΠΕ, απορριπτομένων όλων των λοιπών αιτημάτων της προσφυγής.
Ειδικότερα η ανωτέρω απόφαση έκρινε ότι είναι ορθή η ανασύνταξη του 1ου ΑΠΕ του έργου από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία καθώς ακόμη και εάν υπάρχει δικαστική διένεξη και ο ανάδοχος δικαιωθεί δικαστικά είναι απαραίτητο να τηρηθεί η ως άνω διαδικασία και να συνταχθούν και άλλοι μεταγενέστεροι λογαριασμοί για την εξόφληση των σχετικών απαιτήσεων αφού η δικαστική απόφαση δεν μπορεί να εφαρμοστεί διαφορετικά παρά μόνο με την υποβολή και έγκριση λογαριασμού.
Μετά δε την ανασύνταξη του 1ου ΑΠΕ και του 1ου ΠΚΤΜΝΕ του έργου, στην 1η ανάλυση ποσοτήτων εργασιών που συνοδεύει τον προαναφερόμενο "τελικό" λογαριασμό και στον αναθεωρημένο επιμετρητικό πίνακα, η προσφεύγουσα περιέλαβε, αναφορικά με τα φρεάτια ιδιωτικών συνδέσεων, τις ανωτέρω ποσότητες των 576 τεμαχίων, τόσο στα σχετικά συμβατικά άρθρα όσο και στις αντίστοιχες νέες (πρόσθετες) τιμές και επίσης στον ανωτέρω ''τελικό" λογαριασμό υπέβαλε προς έγκριση (πέρα από τις συμβατικές τιμές) και τις αντίστοιχες πρόσθετες τιμές μονάδος και ειδικότερα πρόσθετη τιμή φρεατίων Τ11 (άρθρο 1αΠΚ/25) 3 τεμάχιο Χ 34.740δρχ.=104.220 δρχ.
ή 305,85 ευρώ, πρόσθετη τιμή φρεατίου Τ119 (αρθρ.1αΠΚ/2) 159Χ 29.408=4.675.872δρχ. ή 13.722,29ευρώ και πρόσθετη τιμή φρεατίου ιδιωτικών συνδέσεων (άρθρ.1αΠΚ/27Π) 576 τεμάχια Χ19.250 δρχ.=11.088 δρχ. ή 32.539,99 ευρώ. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία ωστόσο στα πλαίσια ελέγχου και έγκρισης της 1ης επιμέτρησης, που συνοδεύει τον τελικό λογαριασμό, προέβη σε περικοπή της ανωτέρω τρίτης εργασίας (πρόσθετες τιμές φρεατίων ιδιωτικής σύνδεσης), λόγω μη παραλαβής της εργασίας ΑΤ 1οΠΚ/27, ως μη εκτελεσμένης και σε αντίστοιχη περικοπή από τον τελικό λογαριασμό της αντίστοιχης δαπάνης των 32.539,99 ευρώ με την εξής αιτιολογία:
«Η εργασία της πρόσθετης τιμής φρεατίων ιδιωτικών συνδέσεων (1οΠΚ/27) δεν περιλαμβάνεται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία για τους παρακάτω λόγους:
(1ος λόγος) Η σχετική αναφορά στην πραγματογνωμοσύνη η οποία γίνεται επί του συμβατικού σχεδίου (όπως τεκμαίρεται) δέχεται διάμετρο κυκλικής εκσκαφής 1,80 και έχοντας αυτή τη διάμετρο ως βάση ο πραγματογνώμων υπολογίζει επιπλέον ποσότητες. Στην ίδια όμως υπό έλεγχο επιμέτρηση (1η ανάλυση ποσοτήτων εργασιών), η επιφάνεια εκσκαφής για 139 τεμ. φρεάτια ιδιωτικών συνδέσεων υπολογίζεται (1Χ1-0,50Χ1,0) ήτοι 0,50 μ2 χωριστά για κάθε φρεάτιο. Προφανώς επιμετράτε την ορθή επιφάνεια προκειμένου να υπολογίσετε μεγαλύτερο όγκο βραχώδους υλικού.
(2ος λόγος) Τα ιδιωτικά φρεάτια που κατασκευάσατε με διάμετρο 40εκ. σε πολλές των περιπτώσεων εφάπτονται τοίχων ιδιοκτησιών ή απέχουν πολύ μικρή απόσταση από αυτούς. Αλλά και αυτά για τα οποία υπάρχει απόσταση ικανή, τα ίχνη (σκυρόδεμα αποκατάστασης) σε πολλές των περιπτώσεων φανερώνουν και την επιφάνεια επέμβασης.
Θα πρέπει συνεπώς να μας εξηγήσετε πως προβήκατε σε κυκλική εκσκαφή διαμέτρου 2,00μμ από το κέντρο του φρεατίου (κατά τον πραγματογνώμονα 1,80) προκειμένου να κατασκευάσετε τα φρεάτια αυτά, χωρίς να καθαιρέσετε όλους τους τοίχους των ιδιοκτησιών και να τους ανακατασκευάσετε. Σε κάθε περίπτωση επειδή η επιφάνεια παρέμβασης είναι επιμετρήσιμη και σήμερα, προκειμένου να μην υπάρχει αμφισβήτηση η ΔΥ έχει συλλέξει υλικό (αποτύπωση φρεατίων και φωτογραφικό υλικό) το οποίο φανερώνει την επιφάνεια παρέμβασης.
Για τον λόγο αυτό σας επισυνάπτουμε επιμετρητικά στοιχεία της εργασίας ενδεικτικά για την Οδό Ζωοδόχου Πηγής». Η προσφεύγουσα με την κρινόμενη προσφυγή της ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη περικοπή αφενός παραβιάζει το δεδικασμένο που απορρέει από την 322/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και είναι αντίθετη στην 72/2009 απόφαση του ΔΣ της καθ’ ης, με την οποία έγινε αποδεκτή η διόρθωση των τιμών εφαρμογής των νέων εργασιών ΝΤ 25, 26 και 27 σύμφωνα με τις τιμές που αναφέρονται στην ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και αφετέρου ενόψει ότι η επιμέτρηση των ανωτέρω ιδιωτικών φρεατίων γινόταν, σύμφωνα με τη σύμβαση, κατ’ αποκοπή και οι ανωτέρω ποσότητες (576 τεμαχίων) των ανωτέρω ιδιωτικών φρεατίων είχαν περιληφθεί στην ήδη εγκεκριμένη τελική επιμέτρηση και στο πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου (στο οποίο είχαν επιμετρηθεί 576 τεμάχια φρεατίων ιδιωτικής σύνδεσης) δε νομιμοποιείται η καθ’ ης να επιφέρει περικοπές στις ανωτέρω ποσότητες εργασιών.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, όπως αναφέρεται στην προηγούμενη νομική σκέψη αλλά δέχθηκε και η 1/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, το Εφετείο δεν μπορούσε ούτε ήταν αναγκαίο για τη διάγνωση της διαφοράς να προβεί σε κρίση περί του ποσού το οποίο οφειλόταν στην ανάδοχο για τις εκτελεσθείσες εργασίες και στην επιδίκαση σε αυτήν των εν λόγω απαιτήσεων, εφόσον δεν επιλαμβανόταν διαφοράς σχετικής με την έγκριση ή την πληρωμή υποβληθέντων λογαριασμών και οι σχετικές πλεοναστικές κρίσεις του δεν δημιουργούν δεδικασμένο που να δεσμεύει τους διαδίκους και, συνεπώς, με την ανωτέρω απόφαση δεν επιδικάστηκαν στην προσφεύγουσα τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά καθώς μόνο μετά την έγκριση του λογαριασμού ανακύπτει υποχρέωση του κυρίου του έργου προς πληρωμή, ενώ επίσης ρητά στην απόφαση αναφέρεται ότι υποχρεώνεται η καθ’ ης να ανασυντάξει και να εγκρίνει νέα πρόσθετη τιμή μονάδος για τις πρόσθετες εργασίες και ειδικότερα να ανασυντάξει τον 1ο ΑΠΕ και το 1οΠΚΤΜΝΕ.
Για δε την πληρωμή της αναδόχου, με βάση και τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι αναγκαία η διενέργεια επιμέτρησης και στη συνέχεια η έγκριση του σχετικού λογαριασμού, διότι η επιμέτρηση είναι αναγκαία προϋπόθεση για να περιληφθούν και οι πρόσθετες εργασίες στους λογαριασμούς που συντάσσει ο ανάδοχος για την πληρωμή του, καθώς η σύνταξη ΑΠΕ δεν υποδηλώνει νομίμως και την εκτέλεση όλων των περιληφθεισών σε αυτόν ποσοτήτων εργασιών και ούτε υποκαθιστά την τηρητέα διαδικασία για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, δηλαδή απαιτείται σύνταξη πιστοποιήσεως από τον ανάδοχο, συνοδευομένη από επιμέτρηση, με μέριμνα της αναδόχου, των εργασιών που εκτελέσθηκαν.
Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την 322/2005 απόφασή του έκρινε μόνο για την αναγκαιότητα μη προβλεπόμενων από τη σύμβαση εργασιών προκειμένου να περιληφθούν σε ΑΠΕ και να συνταχθεί ΠΚΤΜΝΕ όχι όμως για την πραγματική εκτέλεση αυτών από την ανάδοχο. Περαιτέρω, ενώ στην ανωτέρω απόφαση περιγράφονται αναλυτικά οι επιπλέον των συμβατικών, ποσότητες εργασιών που κρίνονται αναγκαίες, η προσφεύγουσα στον μεν τελικό επιμετρητικό πίνακα καταμετρά μόνο την ποσότητα των τεμαχίων των φρεατίων (576), στη δε προαναφερόμενη επιμέτρηση που συνοδεύει τον τελικό λογαριασμό, περιλαμβάνει, αναφορικά με τις ανωτέρω νέες εργασίες, μόνο τον αριθμό των φρεατίων ιδιωτικών συνδέσεων που κατασκεύασε με βάση τα εγκριθέντα και αναφερόμενα ΠΠΑΕ (τα οποία δεν συνοδεύονταν από αναλυτική επιμέτρηση των επιπλέον ποσοτήτων) ήτοι συνολικά 576, χωρίς αναλυτική επιμέτρηση των επιμέρους, επιπλέον των συμβατικών, ποσοτήτων νέων εργασιών βάσει των οποίων θα καθοριστεί η αμοιβή της, καθώς καθεμιά απ’ αυτές (εκσκαφή, επίχωση, αποκομιδή) τιμολογείται με διαφορετικό τρόπο, σύμφωνα με τον 1οΠΚΤΜΝΕ.
Το δε δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού της ότι, εφόσον, σύμφωνα με το συμβατικό τεύχος της τεχνικής προδιαγραφής η επιμέτρηση των φρεατίων συμφωνήθηκε κατ’ αποκοπή ανά φρεάτιο και η πληρωμή με την αντίστοιχη τιμή μονάδος, ορθά στον αναθεωρημένο επιμετρητικό πίνακα περιέλαβε τα κονδύλια των πρόσθετων τιμών για κάθε τεμάχιο και ότι οι ανωτέρω ποσότητες των 576 φρεατίων ιδιωτικών συνδέσεων έχουν ήδη περιληφθεί στην ήδη εγκεκριμένη τελική επιμέτρηση και στο πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο διότι αν και πράγματι, κατά τη σύμβαση, οι ποσότητες των ανωτέρω ιδιωτικών φρεατίων επιμετρούνται κατ’ αποκοπή και επίσης το συμβατικό τίμημα ορίστηκε επίσης κατ’ αποκοπή, εφόσον η ανάδοχος αιτήθηκε και το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του δέχθηκε την εκτέλεση επιπλέον ποσοτήτων εργασιών που αναλυτικά αναφέρει, ήταν αναγκαία για την πληρωμή της αναδόχου η επιμέτρηση των ανωτέρω ποσοτήτων ειδικά στην προκείμενη περίπτωση, όπου είχε κριθεί η αναγκαιότητα των ανωτέρω εργασιών και η προσφεύγουσα υπέβαλε τον τελικό λογαριασμό χωρίς επιμετρήσεις και στον οποίο οι εκτελεσθείσες εργασίες για τα φρεάτια περιγράφονταν ως «τεμάχια 576».
Και τούτο διότι οι ανωτέρω επιπλέον εργασίες τόσο στην προαναφερόμενη απόφαση όσο και στον ανασυνταγμένο ΑΠΕ και στο ΠΚΤΜΝΕ δεν θεωρήθηκαν ως μία ενιαία μονάδα εργασίας ανάλογη της εργασίας του αρχικού κατ’ αποκοπήν συμβατικού αντικειμένου, τιμολογούμενη με μία ενιαία τιμή κατ’ αποκοπή, αλλά κρίθηκε και ορίστηκε ότι απαιτούνται οι αναλυτικά αναφερόμενες κατ’ είδος και ποσότητα επιπλέον εργασίες για τις οποίες καθορίστηκε διαφορετική συμβατική τιμή μονάδος κατ’ είδος και ποσότητα εργασιών.
Εξάλλου τόσο στην εγκεκριμένη τελική επιμέτρηση όσο και στα προαναφερόμενα ΠΠΑΕ αλλά και στο πρωτόκολλο παραλαβής, καταμετρήθηκαν μεν 576 φρεάτια ιδιωτικών συνδέσεων και αντίστοιχα παραλήφθηκαν από την καθ’ ης, για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν συμβατικού τιμήματος, ωστόσο δεν επιμετρήθηκαν οι, επιπλέον των συμβατικών, νέες εργασίες, την αμοιβή για την εκτέλεση των οποίων αιτείται με την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.
Η δε ανάδοχος ουδέποτε κατέθεσε αναλυτικές επιμετρήσεις για τον υπολογισμό των ανωτέρω ποσοτήτων εργασιών του έργου όπως τελικώς κατασκευάστηκε, για να γίνει ο προσδιορισμός της αμοιβής της (ήτοι οι καθοριζόμενες επιπλέον ποσότητες με τις αντίστοιχες τιμές όπως προέκυψαν μετά την ανασύνταξη του 1ου ΑΠΕ και του 1ου ΠΚΤΜΝΕ), καθώς η συμβατική τακτοποίηση των ανωτέρω εργασιών με τη ανασύνταξη του 1ου ΑΠΕ και του 1ου ΠΚΤΜΝΕ δεν υπέχει ως προς τις περιληφθείσες σε αυτά επίμαχες εργασίες τη θέση επιμετρήσεως, καθώς τούτο θα συνέβαινε μόνο εάν πράγματι είχαν επιμετρηθεί.
Ενόψει των ανωτέρω και ελλείψει λοιπών επιμετρητικών στοιχείων, η καθ’ ης προέβη σε περικοπή του ανωτέρω κονδυλίου, καθώς από δειγματοληπτικούς ελέγχους που διενήργησε στα πλαίσια έγκρισης της 1ης επιμέτρησης που συνοδεύει τον τελικό λογαριασμό διαπίστωσε ότι οι ανωτέρω ποσότητες εργασιών για τα φρεάτια ιδιωτικών συνδέσεων, που περιλαμβάνονται στον ανασυνταγμένο 1ο ΑΠΕ δεν εκτελέστηκαν, έχοντας ως επιμετρητικό στοιχείο (καθώς ο λογαριασμός δεν συνοδευόταν από άλλα επιμετρητικά στοιχεία, για τη συγκέντρωση των οποίων υπεύθυνη ορίζεται από το νόμο η ανάδοχος) την τυπική διατομή (σχέδιο), που είχε επικαλεστεί η ίδια η ανάδοχος ενώπιον του Εφετείου, βάση της οποίας ισχυριζόταν ότι για την κατασκευή κάθε φρεατίου ιδιωτικής σύνδεσης απαιτείται κυκλική εκσκαφή διαμέτρου 2,00μ.
με άξονα το κέντρο του φρεατίου σε συνδυασμό με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α. Χ., πολιτικού μηχανικού, που διορίστηκε με την 279/2001 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, ο οποίος αποδεχόταν ότι η διάμετρος του κυκλικού σκάμματος, με άξονα το κέντρο του φρεατίου έπρεπε να ανέλθει σε 1,80μ., καθώς σε μικρότερο εύρος δεν μπορούσαν να γίνουν με ασφάλεια οι απαιτούμενες εργασίες.
Ειδικότερα, όπως ισχυρίζεται η καθ’ ης και δεν αντιλέγει η προσφεύγουσα, η ίδια η προσφεύγουσα στην τυπική διατομή (σχέδιο), που είχε επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου ζητούσε αμοιβή για τις ανωτέρω επιπλέον ποσότητες εργασιών, ισχυριζόμενη ότι για την κατασκευή ενός φρεατίου απαιτείται κυκλική εκσκαφή διαμέτρου 2,00μ.
με άξονα το κέντρο του φρεατίου. Όπως δε προκύπτει τόσο από το σκεπτικό της ανωτέρω 322/2005 απόφασης του Εφετείου αλλά και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α. Χ., πολιτικού μηχανικού, που διορίστηκε με την 279/2001 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, οι ανωτέρω ποσότητες των επιπλέον εργασιών έγιναν αποδεκτές από το Εφετείο, με το σκεπτικό ότι πράγματι η διάμετρος του κυκλικού σκάμματος, με άξονα το κέντρο του φρεατίου έπρεπε να ανέλθει σε 1,80μ., καθώς σε μικρότερο εύρος δεν μπορούσαν να γίνουν με ασφάλεια οι απαιτούμενες εργασίες.
Επομένως, η προσφεύγουσα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις και τις σχετικές δεσμεύσεις της από τη σύμβαση (ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ), είχε την υποχρέωση να προβεί στην εκτέλεση των ανωτέρω νέων εργασιών, προϋπόθεση των οποίων ήταν η κυκλική εκσκαφή διαμέτρου 1,80μ. με άξονα το κέντρο του φρεατίου. Ωστόσο από τον έλεγχο που διενήργησε η ΔΥ της καθ’ ης στα πλαίσια έγκρισης της 1ης επιμέτρησης που συνοδεύει τον τελικό λογαριασμό διαπιστώθηκε ότι η τυπική διατομή δεν εφαρμόστηκε από την προσφεύγουσα καθώς ενόψει ότι το μέσον των φρεατίων απέχει λιγότερο από 0,90 μ.
από τις ιδιοκτησίες, δεν υπήρχε αντικειμενική δυνατότητα να γίνει εκσκαφή τέτοιας διαμέτρου. Ειδικότερα η Υπηρεσία προέβη σε δειγματοληπτικό έλεγχο της εργασίας αυτής και διαπίστωσε ότι τα ιδιωτικά φρεάτια 40εκ που κατασκεύασε η προσφεύγουσα στις περισσότερες περιπτώσεις εφάπτονται τοίχων ή βρίσκονται σε μικρή απόσταση απ’ αυτόν αλλά και σε όσες περιπτώσεις υπάρχει εύρος, από τα ίχνη της αποκατάστασης προέκυψε ότι το μέγεθος της παρέμβασης διαφέρει από την τυπική διατομή, την οποία είχε επικαλεστεί η ανάδοχος και βάση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση.
Επομένως, διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε η κυκλική εκσκαφή διαμέτρου 1,80μ. και κατά συνέπεια δεν εκτελέστηκαν οι επιπλέον ποσότητες εργασίας που προβλεπόταν στα άρθρα που περιλήφθηκαν στον 1ο ΑΠΕ και τον 1ο ΠΚΤΜΝΕ του έργου, τα οποία συντάχθηκαν σε εκτέλεση της 322/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Κατόπιν των ανωτέρω η καθ’ ης νόμιμα προέβη σε περικοπή των ανωτέρω ποσοτήτων εργασιών λόγω μη παραλαβής τους ως μη εκτελεσμένων.
Εξάλλου και η προσφεύγουσα δεν επικαλείται, την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών κατά τον προβλεπόμενο από τον ΑΠΕ σε συνδυασμό με το αντίστοιχο ΠΚΤΜΝΕ τρόπο, ενώ επίσης και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η εκτέλεση των εργασιών αυτών από την ανάδοχο κατ' είδος και ποσότητα, πέραν των συμβατικών υποχρεώσεών της, καθώς η προσφεύγουσα δεν προσκομίζει επιμετρητικά στοιχεία ή πιστοποιήσεις, από τα οποία να προκύπτει η εκτέλεση των εργασιών αυτών.
Ούτε δε στην προκειμένη περίπτωση, που έπρεπε να καταμετρηθούν εργασίες που αφορούσαν εκσκαφή, αποκομιδή προϊόντων εκσκαφής και επιχώσεις, η ανάδοχος κάλεσε αμέσως τον επιβλέποντα για να ζητήσει επιμέτρηση και να συντάξουν πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών ή τέτοιο εκσκαφών. Σε κάθε περίπτωση οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας, περί της ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας της περικοπής των ανωτέρω εργασιών, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι η ΔΥ με πλήρη αιτιολογία καταλήγει στα προαναφερόμενα συμπεράσματα.
Ειδικότερα εφόσον οι ανωτέρω επιπλέον ποσότητες, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αφορούσαν εργασίες που από τη φύση τους είναι αδύνατο να ελεγχθούν επακριβώς, μετά την επικάλυψή τους, ο δειγματοληπτικός έλεγχος που ακολούθησε η καθ’ ης με βάση το μοναδικό επιμετρητικό στοιχείο που είχε στη διάθεσή της και ο οποίος διενεργήθηκε επί τόπου του έργου είναι και αυτός ενδεικτικός των ποσοτήτων, που οδηγεί όμως σε ασφαλή συμπεράσματα εκτίμησης, αφού τα αποτέλεσμα των δειγματοληπτικών ελέγχων απέδειξαν δια της διαπιστώσεως ότι οι ανωτέρω ποσότητες εργασιών για τα φρεάτια ιδιωτικών συνδέσεων, που περιλαμβάνονται στον ανασυνταγμένο 1ο ΑΠΕ δεν πραγματοποιήθηκαν.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα της καθ’ ης αλλά και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν εφαρμόστηκε η τυπική διατομή εφαρμογής. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας για την αοριστία και το αναιτιολόγητο της περικοπής του ανωτέρω κονδυλίου χωρίς να αντικρούει τα συμπεράσματα αυτά με διαφορετικές εκτιμήσεις ή χωρίς να ισχυρίζεται με στοιχεία ότι είναι κατ' ουσίαν ανακριβής, καθιστούν τον ισχυρισμό αυτό αβάσιμο.
Επομένως, το υπό στοιχείο Γ στην παρούσα απόφαση αίτημα της αγωγής - προσφυγής είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
Δ) [...] η προσφεύγουσα με το υπ’ αριθμ. πρωτ 1725/4-3-2016 έγγραφό της επανυπέβαλε τον τελικό λογαριασμό του έργου και με το υπ' αριθμ. πρωτ. 197/3-3-2016 έγγραφό της που ελήφθη από την καθ’ ης στις 4-3-3016, συνέταξε δύο αναλύσεις ποσοτήτων εργασιών, την 1η για τις επιδικασθείσες ποσότητες της 322/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου και τη 2η που αφορά την 235/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ’ ης προέβη σε περικοπές εργασιών στα άρθρα ΑΤ1 και ΑΤ4 του συμβατικού τιμολογίου (εργασία εκσκαφής σκαμμάτων αγωγών και εργασία επίχωσης κάθε είδους ορυγμάτων με θραυστό υλικό λατομείου σε κατοικημένες περιοχές, αντίστοιχα), κατά τα ειδικώς οριζόμενα κατωτέρω. Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου η καθ’ ης είχε προβεί σε περικοπές γενόμενες:
(Α) στους υποβληθέντες 32ο και 33ο λογαριασμό,
(Β) στα υποβληθέντα 1,2,3,5,7,8,9,19,21,25,26 και 28 πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (ΠΠΑΕ),
(Γ) στα υποβληθέντα, 4,6,10,11,13,22 και 23 ΠΠΑΕ και Δ) στα υποβληθέντα 16,18 και 20 ΠΠΑΕ. Μετά δε αυτά η ΔΥ της καθ’ ης συνέταξε τον 4ο ΑΠΕ και το 3ο ΠΚΜΝΕ των άρθρων ΑΤ1 και ΑΤ4, όπου, στον μεν 4ο ΑΠΕ, προέβη σε περικοπές ποσοτήτων εργασιών των άρθρων ΑΤ1 και ΑΤ 4 του συμβατικού τιμολογίου, στο δε 3ο ΠΚΤΜΝΕ, εμφάνισε ως νέα εργασία την περικοπείσα ποσότητα του άρθρου ΑΤ1 του συμβατικού τιμολογίου με μειωμένη τιμή μονάδος σε σχέση με τη συμβατική ανερχόμενη σε 970δρχ./κ.μ. αντί της συμβατικής των 4.700δρχ./κ.μ.
Κατόπιν τήρησης της νόμιμης διοικητικής διαδικασίας, η ανάδοχος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου την από 28-3-2003 προσφυγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 235/2010 ήδη αμετάκλητη απόφαση αυτού, με την οποία κρίθηκε ότι είναι άκυρες οι ανωτέρω περικοπές και ότι πρέπει να μεταρρυθμιστεί ο 4ος ΑΠΕ και να περιλάβει τις πιο πάνω περικοπείσες ποσότητες εργασιών με τις αντίστοιχες κατά το σκεπτικό τιμές μονάδος του συμβατικού τιμολογίου.
Επίσης με την 233/2010 επίσης αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 26.03.2004 προσφυγής της προσφεύγουσας, κρίθηκαν άκυρες οι γενόμενες από την καθ’ ης περικοπές, μεταξύ των άλλων, στο 6ο ΠΠΑΕ για επί μέρους ποσότητες εργασιών 2.040,17 μ3 του άρθρου ΑΤ1 και 606,9 μ3 του άρθρου ΑΤ4 και στο 11ο ΠΠΑΕ για επί μέρους ποσότητες εργασιών 1.126,87 μ3 του άρθρου ΑΤ1.
Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η καθ’ ης κατά την έγκριση του προαναφερόμενου τελικού λογαριασμού, προέβη σε περικοπή εργολαβικής αμοιβής της προσφεύγουσας που αντιστοιχεί σε ποσότητες εργασιών των άρθρων ΑΤ1 και ΑΤ4 κατά 2.705,05 μ3 και 1.433,18μ3, αντίστοιχα. Από τον αναθεωρημένο τελικό επιμετρητικό πίνακα προκύπτει ότι οι ανωτέρω περικοπές αφορούσαν εργασίες του 6ου και 11ου ΠΠΑΕ.
Αναφορικά με τις περικοπές του 6ου ΠΠΑΕ, η καθ’ ης ισχυρίζεται ότι προέβη σε αυτές διότι ο αναθεωρημένος τελικός επιμετρητικός πίνακας που υπέβαλε η καθ’ ης (ενν: προσφεύγουσα) δεν περιλαμβάνει ακριβώς τις ίδιες, κατ’ είδος και ποσότητα, εργασίες που είχαν εγκριθεί απ'αυτήν με το ανωτέρω ΠΠΑΕ και την τελική επιμέτρηση εργασιών, πλέον των περικοπών που κρίθηκαν άκυρες με τις ανωτέρω αποφάσεις.
Τούτο δε, κατά τον ισχυρισμό της, προκύπτει από την απλή αντιπαραβολή των εργασιών που αναγράφονται στον αναθεωρημένο τελικό επιμετρητικό πίνακα εργασιών που συνοδεύει τον τελικό λογαριασμό προς τις εργασίες που περιέχονται στο ήδη εγκεκριμένο προαναφερόμενο ΠΠΑΕ και τις συνοδεύουσες αυτό εγκριθείσες επιμετρήσεις και με εκτέλεση απλών μαθηματικών πράξεων.
Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η προσφεύγουσα, κατά τη 2η ανάλυση ποσοτήτων εργασιών που συνόδευε τον ανωτέρω τελικό λογαριασμό, υπέβαλε για το 6ο ΠΠΑΕ ποσότητα εργασιών του άρθρου ΑΤ1, 3.618,35μ2, ενώ για τις εργασίες του άρθρου ΑΤ4, 8.975,49μ3 (βλ. τη συνοπτική επιμέτρηση εργασιών που υπέβαλε η προσφεύγουσα).
Η Δ.Υ., με το υπ' αριθ. πρωτ. 1725/31-3-2016 έγγραφό της, προέβη σε διόρθωση της ανωτέρω ποσότητας εργασιών του άρθρου ΑΤ1 σε 2.040,17μ3, και σε διόρθωση της ποσότητας εργασιών του ΑΤ4 σε 7.542,3μ3, ήτοι προέβη σε περικοπή ποσότητας εργασιών του ΑΤ4, 1.433,19μ3 (8.975,49-7542,3). Ωστόσο, ενόψει ότι η συγκεκριμένη εργασία του άρθρου ΑΤ1 επιμετράται σε μ3 και όχι σε μ2, η ανωτέρω ποσότητα ανέρχεται σε 2.040,17 μ3, όπως ορθά διορθώθηκε από τη ΔΥ.
Εξάλλου και από το προσκομιζόμενο 6ο ΠΠΑΕ προκύπτει ότι η ανάδοχος είχε υποβάλει αρχικά προς έγκριση συνολική ποσότητα εργασιών του άρθρου ΑΤ1 12.019,55μ3, από την οποία, η ΔΥ ενέκρινε 9.979,38Μ3 και περιέκοψε την υπόλοιπη ποσότητα των 2.040,17μ3 (12.019,55-2.040,17), η περικοπή της οποίας και κρίθηκε άκυρη με τις προαναφερόμενες αποφάσεις και, συνεπώς, ορθά η καθ’ ης προέβη σε επιμέτρηση της ανωτέρω ποσότητας εργασιών με βάση μ3 και όχι μ2 και σε διόρθωση αυτής.
Με βάση τα ανωτέρω, η ανωτέρω ενέργεια της καθ’ ης, δεν παραβιάζει το δεδικασμένο που απορρέει από την 235/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα και δεν συνιστά αμφισβήτηση της ποσότητας των ανωτέρω εργασιών και περικοπή αυτής από τον τελικό λογαριασμό κατά 1.578,18 μ3 (3618,35-2.040,17) αλλά ορθή καταμέτρησή της, σύμφωνα με το εγκεκριμένο 6ο ΠΠΑΕ και σε συμμόρφωση με τις ανωτέρω αποφάσεις, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού της προσφεύγουσας.
Αναφορικά με τις εργασίες του άρθρου ΑΤ4, η προσφεύγουσα στον αναθεωρημένο επιμετρητικό πίνακα περιέλαβε, όπως προεκτέθηκε, ποσότητα εργασιών για το 6ο ΠΠΑΕ 8.975,49μ3, από τα οποία η ΔΥ της καθ’ ης ενέκρινε ποσότητα 7.542,31 μ3 περικόπτοντας την υπόλοιπη ποσότητα των 1.433,18μ3 (8.975,49-7.542,31) και την αντίστοιχη αμοιβή από τον λογαριασμό.
Προέκυψε περαιτέρω ότι, η συνολική ποσότητα εργασίας του άρθρου ΑΤ4 που είχε υποβάλει αρχικά η προσφεύγουσα με το 6ο ΠΠΑΕ ήταν 7.515,80μ3. Η ΔΥ της καθ’ ης διόρθωσε την ανωτέρω ποσότητα σε 7.542,31 μ3 και τελικά σε 6.935,32 μ3, την οποία και ενέκρινε, ήτοι περιέκοψε 606,99μ3 (7.542,31-6.935,32). Μετά δε την έκδοση των ανωτέρω αμετάκλητων αποφάσεων του Εφετείου Αιγαίου, με τις οποίες κρίθηκε ότι η περικοπή ποσότητας εργασιών 606,99 μ3 του ΑΤ4 για το 6ο ΠΠΑΕ είναι άκυρη, προκύπτει ότι η ορθή ποσότητα εργασιών του άρθρου ΑΤ4 του 6ου ΠΠΑΕ είναι 7.542,31μ3, ήτοι ποσότητα εργασιών 6.935,32μ3, την οποία ενέκρινε η καθ’ ης με το 6ο ΠΠΑΕ, πλέον των 606,99μ3, η περικοπή των οποίων αναγνωρίστηκε ως άκυρη με τις ανωτέρω αμετάκλητες αποφάσεις (6.935,32+606,99).
Την ανωτέρω δε ποσότητα εργασιών του άρθρου ΑΤ4 του 6ου ΠΠΑΕ, η οποία είναι μεγαλύτερη και από την ποσότητα των 7.515,80 μ3 που είχε υποβάλει αρχικά και η προσφεύγουσα με το 6ο ΠΠΑΕ, αποδέχεται και πράγματι ενέκρινε η καθ’ ης και, συνεπώς, η περικοπή της επιπλέον ποσότητας των 1.433,189 μ3 και της αντίστοιχης αμοιβής της καθ’ ης από την ανωτέρω επιμέτρηση και τον τελικό λογαριασμό είναι ορθή, σύμφωνα με τις ανωτέρω αμετάκλητες αποφάσεις, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού της προσφεύγουσας [...]|».
[IV] Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την προσφυγή, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά τα άνω κεφάλαια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 2 π.δ/τος 609/1985, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι είναι νόμιμη η περικοπή της αμοιβής της αναιρεσείουσας κατά το ποσό των 18.127,31 ευρώ, με βάση την 1824/28-5-2004 ειδική διαταγή, λόγω επουσιωδών ελαττωμάτων του έργου (εργασίες αποκατάστασης των ασφαλτικών οδοστρωμάτων και επίχωσης ορυγμάτων με θραυστό υλικό).
Και τούτο διότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, ενόψει των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως άνω πραγματικών περιστατικών, ότι δηλαδή μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, αλλά πριν την παραλαβή του έργου, διαπίστωσε επουσιώδη ελαττώματα στις εργασίες αποκατάστασης των ασφαλτικών οδοστρωμάτων και επίχωσης ορυγμάτων με θραυστό υλικό στις αναφερόμενους ως άνω οδούς, νομίμως προέβη στην επιλογή του μέτρου της μείωσης της συμβατικής αμοιβής της αναιρεσείουσας και επιπλέον δόθηκε προς αυτήν εντολή εκτέλεσης εργασιών επισκευής και βελτίωσης των ελαττωμάτων, που ορίζονταν με την ειδική διαταγή.
Εξάλλου, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 7 π.δ./τος 609/1985, παραβίασε το εφετείο με κακή εφαρμογή, αφού με βάση τα συγκροτούντα το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν αυτές εφαρμοστέες, αλλά οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 του ιδίου π.δ/τος, τις οποίες ορθά εφάρμοσε.
Και τούτο διότι, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την 322/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία κρίθηκαν αναγκαίες επιπλέον ποσότητες εργασιών για τα φρεάτια ιδιωτικών συνδέσεων και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη στη νομιμοποίηση των εργασιών αυτών με τη σύνταξη Α.Π.Ε.
και ΠΚΤΜΝΕ, προβλέφθηκε στον ανασυνταγμένο 1ο ΑΠΕ και 1ο ΠΚΤΜΝΕ, που η αναιρεσίβλητη, συμμορφούμενη προς την ανωτέρω απόφαση, κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα, η κατασκευή 843 φρεατίων ιδιωτικών συνδέσεων με πρόσθετη τιμή μονάδος 19.250 δρχ/ανά τεμάχιο και καθορίστηκε ως προς την πρόσθετη τιμή μονάδος για κάθε φρεάτιο ιδιωτικών συνδέσεων ότι απαιτούνταν επιπλέον ποσότητες α) εκσκαφής σκαμμάτων, β) αποκομιδής και γ) επίχωσης, ήτοι καθορίστηκε συμβατική τιμή μονάδος διάφορη της εργασίας του αρχικού κατ'αποκοπή συμβατικού αντικειμένου, αφετέρου δε, κατά τις ίδιες παραδοχές, δεν εκτελέστηκαν από την αναιρεσείουσα οι ως άνω επί πλέον ποσότητες εργασιών για τα φρεάτια ιδιωτικών συνδέσεων, που περιλαμβάνονται, κατ’ είδος και ποσότητα, στον ως άνω ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ του έργου, νομίμως η αναιρεσίβλητη προέβη σε περικοπή των ανωτέρω ποσοτήτων εργασιών λόγω μη παραλαβής αυτών ως μη εκτελεσμένων, επί πλέον δε, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ήταν αναγκαία για τον καθορισμό και την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, η επιμέτρηση και επαλήθευση εκτέλεσης των προβλεπόμενων στον ανασυνταγμένο Α.Π.Ε.
και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. ποσοτήτων εργασιών. Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
[V] Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι είναι νόμιμη η περικοπή της αμοιβής της αναιρεσείουσας τόσο κατά το ποσό των 18.127,31 ευρώ, με βάση την 1824/28-5-2004 ειδική διαταγή, όσο και κατά το ποσό των 38.397,18 ευρώ για τις εργασίες φρεατίων ιδιωτικών συνδέσεων, και δικαιολογούν την απόρριψη της προσφυγής.
Ειδικότερα, όσον αφορά τη μείωση της συμβατικής αμοιβής της αναιρεσείουσας, κατά το ποσό των 18.127,31 ευρώ για τις εργασίες αποκατάστασης των ασφαλτικών οδοστρωμάτων και επίχωσης ορυγμάτων με θραυστό υλικό και την απόρριψη της προσφυγής, κατά το ως άνω ποσό, την κρίση αυτή του Εφετείου επιστηρίζουν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία της αναιρεσίβλητης πριν την παραλαβή του έργου διαπίστωσε επουσιώδη ελαττώματα στις εργασίες αποκατάστασης των ασφαλτικών οδοστρωμάτων και επίχωσης ορυγμάτων με θραυστό υλικό (στις οδούς Χατζημιχαήλ και Ελευθ.
Βενιζέλου), β) ότι με την 1824/28-5-2004 ειδική διαταγή της αναιρεσίβλητης, καθορίστηκε, για τις επουσιωδώς ελαττωματικές εργασίες, ποσοστό μείωσης της συμβατικής αμοιβής της αναιρεσείουσας, ανά οδό και εργασία και δόθηκε στην ανάδοχο εντολή εκτέλεσης εργασιών επισκευής και βελτίωσης των διαπιστωθέντων ελαττωμάτων, δηλαδή κατασκευή νέου ασφαλτικού τάπητα κυκλοφορίας, μεταβλητού πάχους 5 εκ., σύμφωνα με το άρθρο 1ΠΚΤΜΝΕ/20 και την Τεχνική Προδιαγραφή (Ο1) «Αποκατάσταση ασφαλτικών οδοστρωμάτων», στις προαναφερόμενες οδούς (σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές της μελέτης) και όχι πλήρους αποκατάστασης αυτών και γ) ότι η αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση της ειδικής διαταγής, προέβη στην εκτέλεση εργασιών επισκευής και βελτίωσης των οριζομένων σ' αυτήν ελαττωμάτων.
Οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης είναι ελλιπείς και αντιφατικές, διότι ενώ δέχεται ότι το έργο παρελήφθη οριστικά, ανεπιφύλακτα και χωρίς παρατηρήσεις, στη συνέχεια, δέχεται ότι υπήρξε βελτίωση και όχι αποκατάσταση των ελαττωμάτων και, συνεπώς, είναι νόμιμη η παράλληλη περικοπή της συμβατικής αμοιβής της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμες, καθόσον οι επελθούσες, πριν την οριστική παραλαβή του έργου, συνέπειες της ειδικής διαταγής δεν αναιρούνται από τη μετέπειτα προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου από την αναιρεσίβλητη, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία παραλαβής του έργου είναι αυτοτελής σε σχέση με τη διαδικασία αποκαταστάσεως των κατά τη διάρκεια του έργου κατασκευαστικών πλημμελειών αυτού, ενώ οι αιτιάσεις ότι από την ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου τεκμαίρεται πλήρης αποκατάσταση των ελαττωμάτων, οπότε δεν δικαιολογείται περικοπή της αμοιβής του αναδόχου, συνιστούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεών της, περί μη νόμιμης περικοπής της συμβατικής αμοιβής της.
Εξάλλου, όσον αφορά την περικοπή του ποσού των 38.397,18 ευρώ, δικαιολογούσαν την κρίση αυτή του Εφετείου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί μη εκτέλεσης των προβλεπόμενων στον ανασυνταγμένο 1ο ΑΠΕ και τον 1ο ΠΚΤΜΝΕ του έργου ποσοτήτων εργασιών. Οι προβαλλόμενες με το δεύτερο λόγο λοιπές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν αιτιολογεί το εξαγόμενο πόρισμα ότι το Εφετείο με την 322/2005 απόφαση έκρινε μόνο για την αναγκαιότητα μη προβλεπόμενων από τη σύμβαση εργασιών προκειμένου να περιληφθούν σε ΑΠΕ και να συνταχθεί ΠΚΤΜΝΕ όχι όμως και για την πραγματική εκτέλεση αυτών, παρότι το έργο είχε αποπερατωθεί και παραληφθεί, αντίστοιχα, στις 31-12-2001 και στις 29-11-2004, πριν την έκδοση της άνω απόφασης, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όμως, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ανεξαρτήτως του ότι, ακόμη και στην περίπτωση, που με δικαστική απόφαση αναγνωρίζοντο ως πραγματοποιηθείσες οι περικοπείσες από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία εργασίες, το ύψος της αξιώσεως αυτής προσδιορίζεται στο μεταγενέστερο στάδιο της εγκρίσεως του λογαριασμού, κατά το οποίο, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η ως άνω Υπηρεσία μπορεί να προβεί σε διόρθωση ή περικοπή αμοιβών λόγω μη εκτέλεσης συγκεκριμένων ποσοτήτων εργασιών.
Επίσης, όσον αφορά το ζήτημα της περικοπής ποσότητας 2.040,17μ3 εργασιών εκσκαφής σκαμμάτων αγωγών σε κατοικημένες περιοχές του άρθρου ΑΤ1, καθώς και το ζήτημα περικοπής ποσότητας εργασιών 1.433,189 μ3, του άρθρου ΑΤ4, του 6ου ΠΠΑΕ, για τις οποίες το Εφετείο δέχθηκε, αντίστοιχα, αφενός μεν ότι η υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα ποσότητα εργασιών του άρθρου ΑΤ1 3.618,35 μ2, επιμετρούμενη σε μ3, ανέρχεται σε 2.040 μ3, όπως διορθώθηκε από την αναιρεσίβλητη, και, συνεπώς, δεν υπήρξε περικοπή αυτής αλλά ορθή καταμέτρηση, αφετέρου δε ότι η ορθή ποσότητα εργασιών του άρθρου ΑΤ4 είναι 7.542,31 τμ, ήτοι ποσότητα εργασιών 6.935,32 μ3 που ενέκρινε η αναιρεσίβλητη με το 6ο ΠΠΑΕ, πλέον 606,99 μ3, η περικοπή των οποίων κρίθηκε άκυρη με αμετάκλητες αποφάσεις και ότι, συνεπώς, είναι ορθή η περικοπή ποσότητας 1.1433,18 μ3, από την υποβληθείσα από την προσφεύγουσα ποσότητα των 8.975,49 μ3, όλες οι σχετικές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, ως προς τα ζητήματα αυτά, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, κατά τα ανωτέρω, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος, και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΓΙολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο (Ολ ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 7/2013). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 1685/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγους αναίρεσης, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, από τις ήδη αμετάκλητες υπ' αριθ. 322/2005 και 235/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αιγαίου (μετά την έκδοση των 1315/2007 και 251/2015 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα), που εκδόθηκαν επί προηγούμενων προσφυγών της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, με τις οποίες, αντίστοιχα, αναγνωρίστηκε επιπλέον πρόσθετη κατ’ αποκοπή αμοιβή (ύψους 19.250 δρχ) για κάθε φρεάτιο ιδιωτικών συνδέσεων και κρίθηκε μη νόμιμη η περικοπή της επιμέρους ποσότητας 2.040,17μ3 εκσκαφής σκαμμάτων αγωγών του άρθρου ΑΤ1.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 322/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, κρίθηκε η αναγκαιότητα εκτέλεσης μη προβλεπομένων από τη σύμβαση εργασιών φρεατίων ιδιωτικών συνδέσεων, για να περιληφθούν σε ΑΠΕ και να συνταχθεί ΠΚΤΜΝΕ και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη, ως κυρία του έργου, δια των αρμοδίων οργάνων της, να ανασυντάξει και εγκρίνει νέα πρόσθετη τιμή μονάδος για πρόσθετες εργασίες, ειδικότερα δε, να εγκρίνει τον 1ο ΑΠΕ και τον 1ο ΠΚΤΜΝΕ, ώστε να περιληφθούν σ' αυτά οι αναφερόμενες τιμές μονάδος, χωρίς να διαλάβει κρίση, και περί εκτέλεσης προσθέτων εργασιών και επιδίκασης αντιστοίχου ποσού ως εργολαβικού ανταλλάγματος.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη στη δικαστική απόφαση αναγνωρίζονται ως πραγματοποιηθείσες οι περικοπείσες από την Διευθύνουσα Υπηρεσία εργασίες, δεν παράγεται από αυτή δεδικασμένο για το οφειλόμενο στην αναιρεσείουσα ποσό, αφού, όπως αναφέρθηκε, το ύψος της σχετικής αξίωσης και η καταψήφισή της επέρχεται στο μεταγενέστερο στάδιο της εγκρίσεως του λογαριασμού, κατά το οποίο η ως άνω Υπηρεσία μπορεί να προβεί σε διόρθωση ή περικοπή αμοιβών λόγω μη εκτέλεσης συγκεκριμένων ποσοτήτων εργασιών, δεδομένου ότι προϋπόθεση για την πληρωμή αυτών είναι η επιμέτρηση και επαλήθευση της εκτέλεσης των προβλεπόμενων στον ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ ποσοτήτων εργασιών.
Επομένως, ως προς την προαναφερθείσα πρόσθετη κατ'αποκοπή αμοιβή ύψους 19.250 δρχ για κάθε φρεάτιο ιδιωτικών συνδέσεων, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, δέχθηκε το Εφετείο τη μη ύπαρξη δεδικασμένου και ο προαναφερόμενος δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης,, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, όσον αφορά την επιμέρους ποσότητα εργασιών 2.040,17μ3 εκσκαφής σκαμμάτων αγωγών, του άρθρου ΑΤ1, το Εφετείο, δέχθηκε απλώς, ότι η γενομένη από την αναιρεσίβλητη επιμέτρηση της άνω ποσότητας εργασιών, με βάση μ3 και όχι μ2, συνιστά ορθή καταμέτρησή της, σύμφωνα με το εγκεκριμένο 6ο ΠΠΑΕ και σε συμμόρφωση με τις άνω αποφάσεις, χωρίς να ερευνήσει και πάλι το ζήτημα της νομιμότητας ή μη της περικοπής της ποσότητας αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αντίθετα δε, διαλαμβάνει ρητή παραδοχή ότι η περικοπή αυτή κρίθηκε άκυρη με την 235/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Επομένως, ο προαναφερόμενος τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
[VII] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1026/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστο το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της περικοπής ποσότητας 490,75 μ3 επιχώσεων του άρθρου ΑΤ4 και καταβολής αντίστοιχης αμοιβής, ποσού 5.944, 41 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το εν λόγω αίτημα έπρεπε να υποβληθεί μόνο με την προσφυγή και όχι το πρώτον με τις από 14-5-2018 προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, ορθά δε κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση απορριπτέο, ως απαράδεκτο.
[VIII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί αυτή λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν.1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό, διότι οι δημοτικές επιχειρήσεις, όπως η αναιρεσείουσα, απολαμβάνουν όλα τα δικαστικά, δικονομικά και φορολογικά προνόμια του Δημοσίου (άρθρο 276 παρ. 1 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με άρθρο 285 ν. 3852/2010, βλ. ΑΠ 828/2019, ΑΠ 256/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7- 2019 αίτηση της κοινοπραξίας με την επωνυμία «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ... ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε -... Α.Ε.» για αναίρεση της 1/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ