Legislator Case Law & Legislation
1571/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of finality regarding necessary co-litigants.

Case Number 1571/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation as inadmissible. The court found that the challenged second-instance judgment had not become legally final regarding the second respondent, a non-appearance party, because no notice of service or objection was proven. Consequently, the appeal was rejected under the principle that a judgment cannot be challenged if it lacks finality for all necessary co-litigants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 609(1) of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal is inadmissible if the challenged judgment has not become legally final as to all necessary co-litigants, particularly absent parties where service and objection periods have not been proven.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility lack of finality necessary co-litigants service of judgment Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 609(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1571 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1571/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Ε., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Θωμά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Κ., κατοίκου …, προσωρινά διαμένουσας στην … και 2) των δύο αβάπτιστων ανήλικων τέκνων (άρρενος και θήλεος) της Ε. Π., ως τεκμερόμενων ανήλικων τέκνων της, τα οποία εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ειδικό επίτροπο Μ. Γ. του Ε., κάτοικο … Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μέγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ. Δ., ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4979/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 5584 Β'/23-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου … Δ. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (30-1-2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 29/3/2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως ειδικό επίτροπο των εκπροσωπούμενων απ' αυτόν ανηλίκων τέκνων των διαδίκων.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 και 595 ΚΠολΔ), θεωρούμενος ότι εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από την πρώτη αναιρεσίβλητη λόγω της αναγκαστικής ομοδικίας με την οποία συνδέονται (άρθρο 76 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ.1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω κι' αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.Α.Π.15/2001, Α.Π.162/1997, Α.Π.1470/2003), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 β' Κ.Πολ.Δ.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ.Α.Π.17/2013). Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ.577 παρ1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β' περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (Ολ.Α.Π.15/2001, Α.Π.45/2020, Α.Π.112/2018, Α.Π.1514/2017).

Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως, είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση [Ολ.Α.Π.11/1998,.15/2001]. Καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π.1200/2021, ΑΠ 649/2018).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.

Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (Α.Π.658/2012). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501, 502 παρ. 1 και 321 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την πραγματική ή πλασματική απουσία του διαδίκου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε και όχι από το αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας, καθώς και, γενικότερα, από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε.

Στερείται, επίσης, σημασίας, για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας. Ακόμη, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας και, επομένως, το επιτρεπτό της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, δεν έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, δηλαδή με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία του διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του (Ολ.Α.Π.15/2001). 'Oπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος, που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, θεωρήθηκε, ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (Α.Π.241/2015).

Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει, αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.Α.Π.15/2001).

Σε περίπτωση που αποδεικνύεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (Α.Π.792/2022, Α.Π.597/2021, Α.Π.239/2020, Α.Π.1052/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 609 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο απευθύνεται, αν ασκείται από το σύζυγο της μητέρας ή έναν από τους γονείς τους, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και της μητέρας του, αλλιώς απορρίπτεται. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία, αφού η διαφορά επιδέχεται μόνον ενιαία ρύθμιση, επί πλέον δε λόγω των συντρεχουσών περιπτώσεων δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις ως προς διαφόρους διαδίκους (Α.Π.1199/1997).

Με την υπό κρίση από 29-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, ερήμην του δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, υπ' αριθ. 202/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 4979/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την από 4-3-2018 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος είχε προσβάλλει την πατρότητα των ανηλίκων τέκνων που γέννησε στις … η πρώτη αναιρεσίβλητη - εναγομένη - σύζυγός του με ετερόλογη τεχνητή γονιμοποίηση χωρίς τη συναίνεσή του, τα οποία καλύπτονται από το τεκμήριο καταγωγής τους από το γάμο του με αυτή και τα οποία εκπροσωπούνται από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο - ειδικό επίτροπο αυτών.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ερήμην του δεύτερου εφεσίβλητου, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από μέρους του, ενώ δεν αποδεικνύεται, ότι έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτόν, αφού δεν γίνεται σχετική επίκληση από τους παρισταμένους διαδίκους ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, είτε επίδοση προς αυτόν της προσβαλλόμενης απόφασης και παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου, ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, είτε παραίτησή του από το σχετικό δικαίωμα ή από τυχόν ασκηθείσα ανακοπή (ή και λόγω απόρριψης αυτής).

Επομένως, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αφού ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιότητάς τους ως συζύγων (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29/3/2022 αίτηση του Κ. Γ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 202/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ