Supreme Court dismisses appeal for vague evidence review argument lacking specific document details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a civil dispute. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate specific documentary evidence submitted during the trial. The court rejected this claim because the appeal petition did not identify the specific documents or explain their evidentiary content.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) KPolD; An appeal alleging failure to evaluate evidence is inadmissible if it fails to specify the exact documents submitted and their evidentiary content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1560 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1560/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Γ. του Γ., κατοίκου Λευκάδας, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Ασημακοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου όπως εκπροσωπείται νόμιμα: α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Ευάγγελου Τσάκαλου, πληρεξουσίου παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2035/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4513/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 27/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, 1184/2015, 121/2014, 1752/2013, 589/2005).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 901/2010, 2173/2007).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 19/2022, 109/2020, 19/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 εδ.
α του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή αυτής, με την οποία, επικαλούμενη ότι από την αρχική ημερομηνία πρόσληψής της και εφεξής παρείχε τις υπηρεσίες της συνεχώς και αδιάκοπα, πάντα με την ίδια ειδικότητα, αυτή της ΠΕ αρχαιολόγου στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας της η απασχόληση της ήταν διαρκής και αδιάκοπη και κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού με την ίδια ειδικότητα, ζήτησε, κατ' εφαρμογή της 99/70/Ε.Κ της 28-6-1999 Οδηγίας και του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση που την συνέδεε με το εναγόμενο είναι μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή της ένταξη, παραβίασε το νόμο 2112/2020, την Κοινοτική Οδηγία 1999/70 και το Σύνταγμα.
Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα, αφού αναφέρει α) ότι εξεπλάγην από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι με ουσιαστικά ανύπαρκτο σκεπτικό και με ευθεία περιφρόνηση σαφών διατάξεων και ακόμη και της δικής του νομολογίας, το Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της αληθούς και βάσιμης αγωγής της, β) ότι δεν περίμενε ποτέ ότι θα τύχει μιας τέτοιας αντιμετώπισης και μιας ανεξήγητης άνισης μεταχείρισης σε σύγκριση με εκατοντάδες εργαζομένους που με τις ίδιες ακριβώς συνθήκες έχουν δικαιωθεί, γ) ότι στη δική της περίπτωση το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επέλεξε μια αποσπασματική παράθεση κάποιων διατάξεων, που δεν έχουν πλέον ισχύ εδώ και πολλά χρόνια και χωρίς να συνδέονται συγκεκριμένα με τα όσα είχε υποστηρίξει στην αγωγή της και δ) ότι είχε την πεποίθηση ότι το Εφετείο θα διορθώσει τα σφάλματά της και θα αποκαταστήσει τη νομιμότητα και το δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα αλλά και το νομικό πλαίσιο που επικαλείτο, ακολούθως παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, την κατά την άποψη της έννοια των διατάξεων αυτών, με την παράθεση και νομολογίας των δικαστηρίων της ουσίας, περιορίζεται δε τελικώς στη διαπίστωση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, επανέλαβε πιστά τις εσφαλμένες τοποθετήσεις του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και για αυτό το λόγο πρέπει να αναιρεθεί.
Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας των λόγων για τους οποίους κρίθηκε η αγωγή της ως αβάσιμη κατ' ουσία, αν και από τα επίσημα έγγραφα που κατέθεσε και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο Εφετείο προέκυπτε ότι η αρχική της πρόσληψη είχε λάβει χώρα έτσι κι αλλιώς πριν την αναθεώρηση του Συντάγματος και επομένως σαφώς υπάγεται και στην απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με αρ. 7/2011, περιοριζόμενη ακολούθως στην αναφορά αποσπασμάτων της αποφάσεως C-760/18/11-2-2021 του ΔΕΚ, στην οποία θεμελιώνεται, κατ' αυτή, η απόλυτη βασιμότητα της νομικής βάσης της αγωγής της και των αιτημάτων αυτής, η ευθεία παράβαση του νόμου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, περί του ότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με το εναγόμενο δεν συνιστούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1εδ.
α και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθούν. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 KΠολΔ.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβασή της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, 8/2016, ΑΠ 1322/2020, 92/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ` KΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε, καθόσον παρέλειψε να εκτιμήσει και να αξιολογήσει επακριβώς σε σχέση με τα αιτήματα που προέβαλλε, τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που τέθηκαν υπόψη του, καθιστώντας έτσι την απόφασή του ελλιπή και αόριστη, αφού δείχνει ότι αγνοήθηκαν επιδεικτικά τα μέσα που παρέχει ο νόμος σε κάθε διάδικο και παραβιάστηκαν στοιχειώδεις κανόνες της δικονομίας.
Ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, καθόσον δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του KΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ.
της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμό. 4513/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ