Legislator Case Law & Legislation
155/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis due to failure to cite public documents in reasoning.

Case Number 155/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a sales contract dispute. The appellant argued that public documents proving reduced subsidy eligibility should have been considered by the lower court to alter its reasoning on the unpaid balance. The court rejected this, stating the documents lacked the required evidentiary force and were irrelevant to the debt issue. Consequently, the appeal was found inadmissible due to the absence of a legal basis in the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the decision lacks a legal basis because the court's reasoning fails to cite relevant facts or documents that could have changed the outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal basis requirement public document evidence sales contract dispute subsidy reduction reasoning deficiency costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 513 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 155 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 155/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. ΜΠΑΤΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ - ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΦΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΖΩΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΘΕΡΜΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή Σίνδου Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανύσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12780/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1761/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μετάθεσης της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος.

Συνεπώς, επί αγωγής του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή του τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων, οφείλει ο πωλητής να επικαλεσθεί και να αποδείξει την κατάρτιση της οικείας σύμβασης, τα πωληθέντα πράγματα και την τιμή αυτών (ΑΠ 577/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρία που δραστηριοποιείται στις κατασκευές και τους εξοπλισμούς εγκαταστάσεων φυτικής και ζωικής παραγωγής, ενώ η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) είναι αγρότισσα.

Με... απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας εγκρίθηκε... αίτηση της ήδη εναγόμενης για συγχρηματοδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο σε ποσοστό 40% επενδυτικού της σχεδίου... προϋπολογιζόμενης δαπάνης συνολικού ποσού 111.518,00 ευρώ, ήτοι κατά ποσό 44.607,20 ευρώ. Κατά το σχετικό πίνακα του παραρτήματος

ΙΙ της παραπάνω απόφασης, μεταξύ άλλων επενδύσεων, περιλαμβάνονταν: α) θερμοκήπιο μεταλλικό πολλαπλό πολυκαρβονικά πλαϊνά και διπλά παράθυρα οροφής έκτασης 2,16 στρεμμάτων, με επιλέξιμο κόστος 51.624,00 ευρώ, β) αποθηκευτικός χώρος, επιλέξιμου εμβαδού 12 τ.μ., με επιλέξιμο κόστος 2.160,00 ευρώ, γ) αεροθέρμανση με αερόθερμο υγραερίου 220.000 kcal/h, με επιλέξιμο κόστος 10.800,00 ευρώ, δ) στάγδην άρδευση (άρδευση - διανομή σε κηπευτικά), με επιλέξιμο κόστος 2.050,00 ευρώ, ε) θερμοκουρτίνα, με επιλέξιμο κόστος 21.590,00 ευρώ, στ) σύστημα FOG (σύστημα άρδευσης θερμοκηπίων με υδρονέφωση), με επιλέξιμο κόστος 1.404,00 ευρώ, ζ) ανεμιστήρες θερμοκηπίου, με επιλέξιμο κόστος 3.024,00 ευρώ...

Από την πλευρά της η ενάγουσα απέστειλε στην εναγόμενη την από 23-5-2007 τεχνική και οικονομική προσφορά θερμοκηπιακής μονάδας, τύπου S 160 G, συνολικής έκτασης 2.020 τ.μ., διαστάσεων 32 Χ 40 μ. - 65 μ.- 72,5 μ.- 75 μ. ενιαίο, με συνολικό κόστος επένδυσης 130.120,00 ευρώ, που αφορούσε: α) κόστος υλικών θερμοκηπίου με εγκατάσταση 92.500,00 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α 19%) κατά την πρώτη (α') επιλογή ή 62.330,00 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α. 19%) κατά τη δεύτερη (β') επιλογή ή 80.730,00 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α. 19%) κατά την τρίτη (γ') επιλογή, β) κόστος ανακυκλοφορίας με εγκατάσταση, με αναρτώμενους ανεμιστήρες..., 3.500,00 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α. 19%), γ) κόστος αεροθέρμανσης θερμοκηπίου με εγκατάσταση, με αερόθερμο..., 11.500,00 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α. 19%), δ) κόστος θερμοκουρτίνας με εγκατάσταση 17.650,00 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α. 19%), ε) κόστος συστήματος FOG με εγκατάσταση 4.970,00 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α. 19%).

Τέλη του μηνός Μαίου του έτους 2007, κατέληξαν, προφορικά, σε συμφωνία πώλησης στην εναγόμενη των υλικών του θερμοκηπίου, των αναρτώμενων ανεμιστήρων (για ανακυκλοφορία του αέρα εντός του θερμοκηπίου), της θερμοκουρτίνας και του συστήματος FOG, έναντι τιμήματος των επιμέρους ειδών σύμφωνα με την κοστολόγηση της παραπάνω εγκριτικής απόφασης.

Εντός δε του μηνός Ιουνίου του έτους 2007, κατέληξαν, ομοίως προφορικά, σε συμφωνία πώλησης στην εναγόμενη και συστήματος αεροθέρμανσης, των υλικών για αποθηκευτικό χώρο 12 τ.μ., όπως και συστήματος άρδευσης του θερμοκηπίου, ομοίως έναντι τιμήματος των επί μέρους ειδών σύμφωνα με την κοστολόγηση της παραπάνω εγκριτικής απόφασης.

Τα πωληθέντα είδη, με την εξαίρεση των αναρτώμενων ανεμιστήρων, είχαν αποσταλεί σε αγρό της εναγομένης στην... Πιερίας μέχρι τα τέλη του έτους 2007, και έτσι εκδόθηκαν σχετικά: Α) το …/…-12-2007 τιμολόγιο πώλησης, συνολικού ποσού 36.600,00 ευρώ, μη υποκείμενο σε Φ.Π.Α. ως επιλέξιμη δαπάνη, που αφορούσε πώληση: 1) καινούριου συστήματος θερμοκουρτίνας εξοικονόμησης ενέργειας για θερμοκήπιο έκτασης 2,160 τ.μ, με ηλεκτρονικό πίνακα ελέγχου, συνολικής αξίας 21.590,00 ευρώ, 2) καινούριου συστήματος θέρμανσης θερμοκηπίου 2.160 τ.μ., με δύο αερόθερμα υγραερίου δυναμικότητας 200.000 kcal/h, συνολικής αξίας 10.800,00 ευρώ, 3) καινούριου αποθηκευτικού χώρου 3Χ 4 Χ 2,5 μ.

από πάνελ πολυουρεθάνης 80 mm, συνολικής αξίας 2.160,00 ευρώ, 4) καινούριου συστήματος άρδευσης θερμοκηπίου με σταλλακτοφόρο, συνολικής αξίας 2.050,00 ευρώ, Β) το …/…-12-2007 τιμολόγιο πώλησης, συνολικού ποσού 56.052,00 ευρώ, μη υποκείμενο σε Φ.Π.Α. ως επιλέξιμη δαπάνη, που αφορούσε πώληση: 1) καινούριου θερμοκηπίου S 160 έκτασης 2.160 τ.μ., με αερισμό, παράθυρα οροφής τύπου "πεταλούδα" καθώς και πλευρικά, συνολικής αξίας 51.624,00 ευρώ, 2) καινούριου συστήματος ανακυκλοφορίας θερμοκηπίου 2.160 τ.μ., με ανεμιστήρες αναρτώμενους, συνολικής αξίας 3.024,00 ευρώ (οι οποίοι,...

στην πραγματικότητα δεν είχαν ακόμα παραδοθεί), 3) καινούριου συστήματος ψεκασμού FOG, συνολικής αξίας 1.404,00 ευρώ. Στις 4-3-2008, απεστάλησαν προς την εναγόμενη και οι συμφωνημένοι αναρτώμενοι ανεμιστήρες, μαζί με το αναγκαίο για τη λειτουργία τους ηλεκτρονικό όργανο ΗΡ 33, αξίας 500,00 ευρώ, στην οποία αναλογεί ποσό Φ.Π.Α. (500 Χ 19% =) 95,00 ευρώ, το οποίο πωλήθηκε προς αυτήν τότε, ενώ εκδόθηκε σχετικά το …/…-3-2008 τιμολόγιο - πώλησης δελτίο αποστολής της ενάγουσας, τελικής αξίας 4.193,56 ευρώ, εκ των οποίων, όμως, μόνο το ποσό των 595,00 ευρώ αφορούσε σε είδος που τότε πραγματικά πωλήθηκε και δη στο παραπάνω ηλεκτρονικό όργανο, αφού οι αναρτώμενοι ανεμιστήρες είχαν ήδη κοστολογηθεί (προκειμένου η εναγόμενη να δύναται να αναζητήσει την αναλογία επιδότησης για αυτούς) και απλά τότε έγινε μόνο η παράδοσή τους,...

Το γεγονός ότι το προαναφερόμενο, με αριθμ. …/…-3-2008 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής της ενάγουσας αφορούσε σε πραγματική πώληση και παράδοση μόνο του ηλεκτρονικού οργάνου προγραμματισμού, που ήταν αναγκαίο για τη λειτουργία των αναρτώμενων ανεμιστήρων, συνάγεται ιδίως από την 23-5-2007 τεχνική και οικονομική προσφορά της ενάγουσας, κατά την οποία το κόστος προμήθειας των ανεμιστήρων και του ηλεκτρονικού αυτού οργάνου ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 3.500,00 ευρώ χωρίς συνυπολογισμό Φ.Π.Α., συμπίπτοντας έτσι με τη χωρίς Φ.Π.Α.

αξία του παραπάνω τιμολογίου των 3.524,00 ευρώ, επιμεριζόμενη στο ποσό των 3.024,00 ευρώ για τους τέσσερις ανεμιστήρες και στο ποσό των 500,00 ευρώ για το παραπάνω ηλεκτρονικό όργανο, καθώς είναι προφανές ότι η ίδια κοστολόγηση ανεμιστήρων στο …/…-12-2007 τιμολόγιο πώλησης (3.024,00 ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.) είχε γίνει για λόγους διευκόλυνσης της εναγόμενης στη διαδικασία κρατικής χρηματοδότησης της επένδυσής της, αφού...

δεν προέκυψε ότι διπλασιάστηκε o αναγκαίος για τη λειτουργία του θερμοκηπίου αριθμός τέτοιων ανεμιστήρων. Επίσης, στις 9-6-2009 η ενάγουσα πώλησε στην εναγόμενη: 1) 275 τ.μ. από δίχτυ σκιάς AGRIOMBRA EXTRA λευκό, αξίας 0,80 ευρώ/τ,μ. ,επιμέρους συνολικής αξίας 220,00 ευρώ, 2) 5 τεμάχια "Π" μπράτσων, αξίας 5,00 ευρώ/τεμάχιο, επιμέρους συνολικής αξίας 1,50 ευρώ, 3) 250 τ.μ.

από δίχτυ σκιάς 604 LIBBECIO ARRIGONI, αξίας 1,10 ευρώ/τ.μ., επιμέρους συνολικής αξίας 275,00 ευρώ, ήτοι είδη συνολικής αξίας 496,50 ευρώ και με συνυπολογισμό Φ.Π.Α. 19% τελικής αξίας 590,83 ευρώ, για την πώληση των οποίων εκδόθηκε το …/…-5-2009 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώλησης της ενάγουσας. Τέλος, στις 10-2-2010 η ενάγουσα πώλησε στην εναγόμενη: 1) 71 κιλά πλαστικά Κρήτης 2900 LIV 3 EXTRA, αξίας 3,69 ευρώ/κιλό, επιμέρους συνολικής αξίας 261 ευρώ, 2) 4 τεμάχια από ηλεκτρονικά όργανα SX (πορτοκαλί), αξίας 11 ευρώ/τεμάχιο, συνολικής αξίας 44,00 ευρώ, ήτοι είδη συνολικής αξίας 305,90 ευρώ και με συνυπολογισμό Φ.Π.Α. 19% τελικής αξίας 364,13 ευρώ, για την πώληση των οποίων εκδόθηκε το …/…-2-2010 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώλησης της ενάγουσας.

Συνακόλουθα, η ενάγουσα πώλησε στην εναγόμενη είδη συνολικής αξίας (36.600,00 + 56.052,00 + 595,00 + 590,83 + 364,13 =) 94.201,96 ευρώ. Προς αντίκρουση της αγωγής η εναγομένη προβάλλει ως βασικό ισχυρισμό ότι συμφώνησε με την ενάγουσα την κατασκευή θερμοκηπιακής μονάδας 2.500 τ,μ., αντί ποσού 65.000 ευρώ και ότι με τα άνω τιμολόγια της χρεώθηκαν ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

οι ισχυρισμοί της αυτοί είναι αβάσιμοι, δεν μπόρεσαν να αποδειχθούν από κανένα αποδεικτικό μέσο.... Ειδικότερα , η αιτίαση ότι, παρότι αναγράφεται στο εκδοθέν από την ενάγουσα τιμολόγιο ότι παραδόθηκαν στην εναγομένη, μεταξύ άλλων δύο αερόθερμα, τρεις νάυλον σωλήνες και το σύστημα ύδρευσης, εν τούτοις τα υλικά αυτά μεταφέρθηκαν από άλλο θερμοκήπιο που είχε κατασκευάσει η ενάγουσα για τον αδελφό της..., -χωρίς να προσδιορίζει πότε κατασκευάστηκε και τιμολογήθηκε τούτο - είναι αβάσιμη, διότι, σε μια τέτοια περίπτωση, αφενός δεν θα υπήρχε λόγος η ενάγουσα να διαλάβει ειδική ενότητα για τέτοιον εξοπλισμό στην παραπάνω τεχνική και οικονομική προσφορά της και αφετέρου, ενόψει του ελέγχου του όλου θερμοκηπίου από κλιμάκιο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προτού ολοκληρωθεί η κρατική επιχορήγηση της εναγόμενης, θα ήταν εύκολα αντιληπτό αν ένα τέτοιο σημαντικό μέρος του εξοπλισμού δεν ήταν καινούριο, αλλά ήδη χρησιμοποιημένο, κάτι που δεν προέκυψε ότι συνέβη.

Εξάλλου, μια τέτοια μεταφορά θα οδηγούσε πρακτικά σε αχρήστευση ενός άλλου θερμοκηπίου, χωρίς να συντρέχει κάποια εύλογη αιτία ή να δίνει κάποια εξήγηση για ποιό λόγο θα συνέβαινε αυτό. Επιπλέον η από 23.5.2007 προαναφερόμενη οικονομική προσφορά της ενάγουσας, την οποία αποδέχθηκε η εναγομένη ενόψει της σύμβασης που κατάρτισαν στη συνέχεια μεταξύ τους, αφορούσε κατασκευή θερμοκηπίου έκτασης 2.020 τ.μ.

Το γεγονός ότι στα 928 και …/…-12-2007 τιμολόγια πώλησης γίνεται αναφορά σε θερμοκήπιο έκτασης 2.160 τ.μ. είναι προφανές ότι συνέχεται με τη διαδικασία επιδότησης της εναγόμενης και της έγκρισής της, αφού είχε δηλώσει ότι προτίθεται να κατασκευάσει τέτοιο θερμοκήπιο, δηλαδή έκτασης 2.160 τ.μ και δεν αναιρεί την άνω δικαστική κρίση.

Τα αναγραφέντα δε στα τιμολόγια ποσά ανταποκρίνονται στην κατασκευή θερμοκηπιακής μονάδας έκτασης 2.020 τ.μ. και όχι έκτασης 2.160 τ.μ. Αυτό συμβαίνει διότι η παραπάνω προσφορά της ενάγουσας αφορά σε μικρότερης έκτασης θερμοκήπιο (2.020 τ.μ.) και οι εκεί προσφερόμενες τιμές, με την εξαίρεση της ουσιαστικής σύμπτωσης κόστους αναφορικά με τους αναρτώμενους ανεμιστήρες και της μικρότερης τιμής αναφορικά με τη θερμοκουρτίνα, ήταν μεγαλύτερες των επιλέξιμων της επιδότησης, κάτι που υποδηλώνει ότι τελικά η ενάγουσα μείωσε τις αρχικά προσφερόμενες τιμές, ιδίως ως προς τα υλικά αυτού καθεαυτού του θερμοκηπίου, ώστε να συμπέσουν με τις επιλέξιμες, χωρίς, βέβαια, οι τελικές δικές της τιμές να αφορούν σε θερμοκήπιο μεγαλύτερης έκτασης (2.160 τ.μ.) από αυτό της προσφοράς (2.020 τ,μ.) της.

Συνεπώς ούτε εικονική αναγραφή ποσών που φέρεται να οφείλει η εναγομένη αναγράφεται στα άνω τιμολόγια, ούτε οποιαδήποτε συμφωνία των μερών προέκυψε περί μη επιβάρυνσης της εναγομένης με τίμημα επιδίκων πωληθέντων μικροπροϊόντων για να καλυφθεί η διαφορά στα τετραγωνικά μέτρα του κατασκευασθέντος θερμοκηπίου, όπως αιτιάται η εναγομένη, αλλά ούτε και περίσσεψαν υλικά που δεν χρησιμοποιήθηκαν για το μικρότερο σε έκταση θερμοκήπιο που κατασκευάστηκε και επιστράφηκαν από την εναγομένη, όπως παντελώς αόριστα κατέθεσε ο μάρτυράς της, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει ποιά ήταν τα προϊόντα που επιστράφησαν, πότε επιστράφησαν και ποιά ήταν η αξία τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι προς εξόφληση των οφειλομένων, η εναγόμενη κατέβαλε: α) 15.000,00 ευρώ με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στις 15-6-2007, β) 7.000,00 ευρώ με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στις 6-9-2007, γ) 3.000,00 ευρώ σε μετρητά στο μέλος του Δ.Σ. της ενάγουσας Ι. Λ. στις 7-9-2007, δ) 7.000,00 ευρώ με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στις 4-10-2007, ε) 3.000,00 ευρώ σε μετρητά στο μέλος του ΔΙΣ.

της ενάγουσας Ι. Λ. στις 5-10-2007, στ) 10.000,00 ευρώ με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στις 2-9-2008, ζ) 4.000,00 ευρώ με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στις 23-4-2010, όπως και: η) ποσό 3.950,00 ευρώ σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία εντός του μηνός Ιουλίου του έτους 2008, θ) ποσό 18.142,00 ευρώ με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στις 2-9-2008 (καταβολές συνομολογούμενες από την ενάγουσα, αλλά χωρίς προσδιορισμό της ημερομηνίας).

Ειδικότερα, εντός του έτους 2007, προς διασφάλιση απόδοσης των οφειλομένων, η εναγόμενη είχε εκδώσει σε διαταγή της ενάγουσας τις παρακάτω επιταγές της "ALPHA ΒΑΝΚ", πληρωτέες από τον εκεί τηρούμενο... λογαριασμό της: i) την …-…, ποσού 10.000,00 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-3-2008, ii) την …-…, ποσού 5.000,00 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-4-2008, iii) την …-…, ποσού 18.142,00 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-4-2008, ίν) την …-…, ποσού 12.538,00 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-52008, ν) την …-…, ποσού 3.950,00 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-4-2008, νί) την …-…, ποσού 10.000,00 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-5-2008.

Την 1-3-2008 έγινε αντικατάσταση της υπό στοιχείο (i) ανωτέρω επιταγής με ισόποση με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-5-2008..., ενώ στις 5-5-2008 έγινε αντικατάσταση αφενός της υπό στοιχείο (iii) ανωτέρω επιταγής με ισόποση με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 25-7-2008 και αφετέρου της υπό στοιχείο (ν) ανωτέρω με ισόποση με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-7-2008.

Η τελευταία επιταγή (ποσού 3.950,00 ευρώ) πληρώθηκε, συνιστώντας έτσι την καταβολή υπό στοιχείο η' ανωτέρω, χωρίς να προκύπτει η ακριβής ημερομηνία πληρωμής, ενώ καμία από τις λοιπές επιταγές (αρχικές ή αυτές που δόθηκαν προς αντικατάσταση) δεν πληρώθηκε, χωρίς η ενάγουσα να προβεί σε έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής.

Ωστόσο, στις 2-9-2008, η εναγόμενη έχοντας λάβει από προϊόν δανείου το ποσό των 29.850,00 ευρώ, προέβη σε καταθέσεις τόσο ποσού 10.000,00 ευρώ σε λογαριασμό της ενάγουσας (καταβολή υπό στοιχείο στ' ανωτέρω) όσο και ποσού 18.142,00 στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας (καταβολή υπό στοιχείο θ' ανωτέρω). Αποδεικνύονται έτσι πληρωμές της εναγόμενης συνολικού ποσού + 7.000,00 + 3.000,00 + 7.000,00 + 3.000,00 + 10.000,00 + 4.000,00 + 3.950,00 + 18.142,00 =) 71.092,00 με επακόλουθο τον περιορισμό της συνολικής οφειλής στο ποσό των (94.201 - 71.092,00 =) 23.109,96 ευρώ.

Μετά τις παραδοχές αυτές καθίσταται αβάσιμος και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το συμφωνηθέν τίμημα της επίδικης πώλησης ανέρχεται στο ποσό των 65.000 ευρώ... ,. Ο δε έτερος ισχυρισμός της περί καταβολών 10.000,00 ευρώ την 1-3-2008 και 18.142,00 ευρώ στις 5-5-2008 είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον τις ημέρες εκείνες αυτό που συνέβη,.., ήταν η αντικατάσταση ισόποσων επιταγών έκδοσης της εναγομένης σε διαταγή της ενάγουσας με αντίστοιχες νεότερες και όχι η είσπραξη χρημάτων από την ενάγουσα.

Η αιτίαση της εναγομένης ότι ανεχόταν την αναγραφή στις αντίστοιχες αποδείξεις σημειώσεων ότι επρόκειτο για αντικατάσταση επιταγών είναι έωλη, αφού η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει φωτοαντίγραφα των επιταγών που συνάδουν με τα στοιχεία των επιταγών που αντικαταστάθηκαν και η εναγόμενη δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει εμπρόθεσμη εξόφληση των παραπάνω επιταγών.

Επίσης, αναφορικά με τις λοιπές επικαλούμενες εξοφλητικές καταβολές των 3.950,00 ευρώ στις 5-5-2008, των 18.142,00 ευρώ στις 2-9-2008, των 10.000,00 ευρώ στις 2-9-2008 και των 4.000,00 ευρώ στις 23-42010, μπορεί, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, να αποδεικνύεται πράγματι ότι χώρησε η καταβολή των τριών τελευταίων ποσών στις επικαλούμενες ημερομηνίες, όπως και γενικά η καταβολή του ποσού των 3.950,00 αλλά σε άλλη ημερομηνία εντός του μηνός Ιουλίου του έτους 2008, ωστόσο η αποδοχή των περιστάσεων αυτών δεν καθιστά έστω και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση μερικής εξόφλησης της εναγόμενης, διότι η ενάγουσα είχε ήδη αφαιρέσει τις καταβολές αυτές κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από την εναγόμενη ποσού.

Το ποσό αυτό,..., ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 23.109,96 ευρώ, και ενόψει των καταβολών συνολικού ποσού 71.092,00 ευρώ, μετά την εξόφληση του μεγαλύτερου από τα ίδιας αρχαιότητας χρέη, ήτοι αυτού των 56.052,00 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε το …/…-12-2007 τιμολόγιο πώλησης, το λοιπό συνολικά καταβληθέν ποσό των (71.092,00 - 56.052,00 =) 15.040,00 ευρώ καταλογίζεται στην ίδιας αρχαιότητας αλλά μικρότερου ποσού οφειλή των 36.600,00 ευρώ, για την οποία εκδόθηκε το …/…-12-2007 τιμολόγιο πώλησης, που έτσι περιορίζεται σε (36.600,00 -15.040,00 =) 21.560,00 ευρώ.

Έπεται ότι το συνολικά οφειλόμενο ποσό των 23.106,96 ευρώ επιμερίζεται: α) στο υπόλοιπο οφειλής 21.560,00 ευρώ από το …/…-12-2007 τιμολόγιο πώλησης, β) στο ποσό των 595,00 ευρώ για μέρος του …/…-3-2008 τιμολογίου πώλησης - δελτίου αποστολής (σημειώνεται ότι το ποσό των 3.024,00 ευρώ των αναρτώμενων ανεμιστήρων καταλογίζεται, ως προτιμολογημένο, στο …/…-12-2007 τιμολόγιο, διότι σε περίπτωση καταλογισμού του στο εν λόγω τιμολόγιο τότε η εναγόμενη θα επιβαρυνόταν και με αναλογία Φ.Π.Α, αυτού, μολονότι η σχετική δαπάνη, ως επιλέξιμη, δεν ήταν υποκείμενη σε τέτοιο φόρο), γ) στο ποσό των 590,83 ευρώ του …/…-5-2009 δελτίου αποστολής τιμολογίου πώλησης και δ) στο ποσό των 364,13 ευρώ του …/…-2-2010 δελτίου αποστολής - τιμολογίου πώλησης, χωρίς να προκύπτει ότι κάποιο από τα άνω ποσά ήταν καταβλητέο σε συγκεκριμένη δήλη ημέρα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 23.0106,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 513 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας σαφώς την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, τα πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα, κατ' είδος και αξία για κάθε συγκεκριμένη πώληση με την έκδοση αντίστοιχων τιμολογίων, καθώς και το συνολικό τίμημα αυτών, το καταβληθέν μέρος του τιμήματος για κάθε επί μέρους πώληση και το εναπομένον ανεξόφλητο υπόλοιπο.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία και όσον αφορά τη σύναψη μεταξύ των διαδίκων προφορικής συμφωνίας τον Ιούνιο 2007 για την πώληση στην αναιρεσείουσα συστημάτων θέρμανσης και άρδευσης του θερμοκηπίου, καθώς και υλικών για τον αποθηκευτικό χώρο, με προσδιορισμό του αντίστοιχου τιμήματος, δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται από ποια, ειδικότερα, αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε η εν λόγω συμφωνία, αφού, όπως αναφέρθηκε, αρκεί να αναφέρεται σαφώς τί αποδείχτηκε, ενώ ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως, ο έκτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επειδή δεν αιτιολογεί πώς έφθασε στο ανωτέρω συμπέρασμα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ., ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τους πρωτοδίκως προβληθέντες από αυτή και με λόγο έφεσης επαναφερθέντες στο Εφετείο ισχυρισμούς της α) ότι η αναιρεσίβλητη κατασκεύασε θερμοκήπιο 2.020 τ.μ.

αντί 2.160 τ.μ. που είχαν συμφωνήσει και β) ότι στα επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη τιμολόγια περιλαμβάνονται διάφορα μικροπροϊόντα, τα οποία η τελευταία παραχώρησε σ' αυτή δωρεάν, χωρίς καμιά επιβάρυνσή της, προκειμένου να καλυφθεί έτσι η διαφορά στα τετραγωνικά μέτρα του πωληθέντος και κατασκευασθέντος θερμοκηπίου.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατά το πρώτο σκέλος, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, και κατά το δεύτερο σκέλος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός περί δωρεάν παραχώρησης από την αναιρεσίβλητη των επικαλούμενων αντικειμένων αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν συνιστά "πράγμα", με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή δηλαδή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που η αναιρεσείουσα επικαλείται για τη συγκρότησή τους.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 486/2017, ΑΠ 516/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και, συγκεκριμένα, ενώ η αναιρεσείουσα αρνήθηκε, πρωτοδίκως με τις προτάσεις της και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης, την πώληση σ' αυτή από την αναιρεσίβλητη συστήματος θέρμανσης, των υλικών κατασκευής αποθηκευτικού χώρου και συστήματος άρδευσης του θερμοκηπίου, παρ' όλα αυτά, δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι τον Ιούνιο 2007 συνήφθη μεταξύ τους προφορική συμφωνία πώλησης και παράδοσης των πιο πάνω εμπορευμάτων στην αναιρεσείουσα, χωρίς, ωστόσο, αυτό να αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και κατά την ως άνω συμφωνία, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της αναιρεσείουσας, την ανωμοτί εξέταση του μέλους και αντιπροέδρου του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι, από τα οποία και άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο παραπάνω, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 646/2017).

Προϋποθέτει, δηλαδή, ο αναιρετικός αυτός λόγος, ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή αν ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 1428/2019, ΑΠ 1596/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, δεχόμενη, μεταξύ άλλων, ότι οι προβληθεντες από αυτή προς αντίκρουση της αγωγής ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι διότι "δεν μπόρεσαν να αποδειχθούν από κανένα αποδεικτικό μέσο, πολύ δε μάλλον από την ασαφή και αντιφατική κατάθεση του μάρτυρά της", κατένειμε εσφαλμένως το αντικειμενικό βάρος απόδειξης του προαναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), περί κατάρτισης τον Ιούνιο 2007 προφορικής συμφωνίας πώλησης σ' αυτή (αναιρεσείουσα) συστήματος θέρμανσης, υλικών κατασκευής αποθηκευτικού χώρου και συστήματος άρδευσης του θερμοκηπίου, με αποτέλεσμα να δεχθεί τη συνδρομή των επικληθέντων από την αναιρεσίβλητη πραγματικών περιστατικών και τη βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού, με την εσφαλμένη (κατά την προβαλλόμενη αιτίαση) ως άνω αιτιολογία περί μη ανταπόκρισης της αναιρεσείουσας - εναγομένης στο σχετικό αποδεικτικό βάρος, το οποίο όμως δεν εβάρυνε αυτήν αλλά την αναιρεσίβλητη ενάγουσα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης που εκτέθηκαν αναλυτικά κατά την έρευνα του έκτου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, ότι μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και ελήφθησαν υπόψη, εδημιουργείτο αμφιβολία ως προς την αλήθεια των επικληθέντων από την αναιρεσίβλητη σχετικών πραγματικών περιστατικών, και παρά ταύτα δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού, οπότε και μόνο θα ελεγχόταν αναιρετικά στο πλαίσιο του ως άνω αναιρετικού λόγου η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο ως άνω αμφίβολος ισχυρισμός εσφαλμένα κρίθηκε ως βάσιμος κατ' ουσίαν, αλλά, αντιθέτως, προκύπτει, ότι ο συγκεκριμένος αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτός, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από αυτήν, που έφερε το βάρος απόδειξης, σχετικές αποδείξεις και όχι γιατί η αναιρεσείουσα εναγομένη δεν απέδειξε τα αντίθετα, όπως η τελευταία εσφαλμένως υπολαμβάνει.

Οι επικαλούμενες από αυτή παραδοχές του Εφετείου ότι, δηλαδή, δεν αποδείχθηκαν οι αντίθετοι ισχυρισμοί της, είναι πλεοναστικές και συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας προς απόκρουση της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής. Δεν έχουν, δηλαδή, την έννοια της επιβολής του (αντικειμενικού) βάρους απόδειξης της αγωγής στην αναιρεσείουσα εναγομένη, αλλά ότι το ανωτέρω πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο μέρος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και, ειδικότερα, προβάλλεται α) με τον τέταρτο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ.

…/…-1-2008 και …/…-3-2010 αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτή έλαβε μειωμένη επιδότηση για την κατασκευή του θερμοκηπίου και τις οποίες προσκόμισε για τη συναγωγή τεκμηρίου περί της βασιμότητας του ως άνω (αρνητικού) της αγωγής ισχυρισμού της, ότι δεν συνήφθη η επί μέρους σύμβαση πώλησης των συστημάτων θέρμανσης, άρδευσης και υλικών του αποθηκευτικού χώρου, και β) με τον πρώτο λόγο, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη μέρος της κατάθεσης του εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ι.

Λ., αντιπροέδρου του Δ.Σ. αυτής, από την οποία προέκυπτε ο έτερος (αρνητικός) ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι η αναιρεσίβλητη πώλησε και παρέδωσε μικρότερης έκτασης θερμοκήπιο και για το λόγο αυτό της παραχώρησε δωρεάν μέρος των υλικών για να καλύψει τη διαφορά, πλην, όμως, η αναιρεσίβλητη περιέλαβε και αυτά στα ένδικα τιμολόγια.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, η ανωμοτί εξέταση του ως άνω μάρτυρα, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και, ιδιαίτερα, από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, οι ανωτέρω, τέταρτος και πρώτος (κατά το οικείο μέρος), από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1517/2008). Δεν ιδρύεται, όμως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως, κατ' αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα από αυτά, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη σε σχέση με τα τελευταία αποδεικτική βαρύτητα, καθώς και αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 732/2017, ΑΠ 168/2015).

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1207/2019). Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση των σχετικών αποδεικτικών μέσων και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, δ) που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο και ε) αν πρόκειται για δημόσια έγγραφα, τα οποία, κατά τα παραπάνω, αποτελούν πλήρη απόδειξη έναντι όλων για κάθε τι που βεβαιώνεται σ' αυτά, ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του, πρέπει να καθορίζεται το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και συγκεκριμένα ποιά γεγονότα βεβαιώνουν εκείνοι που τα συνέταξαν, ότι έγιναν από αυτούς ή ενώπιόν τους και εάν οι συντάκτες των εγγράφων αυτών ήταν καθύλην και κατά τόπον αρμόδιοι για τις γενόμενες από αυτούς βεβαιώσεις.

Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 1454/2017, ΑΠ 892/2013).Τέλος, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποια συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου ότι έλαβε υπόψη τα ίδια έγγραφα, αλλά, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σ' αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτά ο νόμος, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1009/2018, ΑΠ 579/2007, ΑΠ 837/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ήτοι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 438, 439 και 440 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη έναντι όλων για όσα βεβαιώνονται ότι έγιναν από το πρόσωπο που τα συνέταξε ή έγιναν ενώπιόν του, καθόσον δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου στις υπ' αριθμ.

…/…-1-2008 και …/…-3-2010 αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, από τις οποίες προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα έλαβε μειωμένη επιδότηση για την κατασκευή του θερμοκηπίου, λόγω του ότι η θεμελίωση αυτού δεν ανταποκρινόταν στις απαιτούμενες προδιαγραφές, ενώ, αν η προσβαλλόμενη είχε προσδώσει στα έγγραφα αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη "θα είχε μορφώσει έναν όλως διάφορο δικανικό συλλογισμό με αφετηρία τη δικανική πεποίθηση ότι όντως εξόφλησε μέρος της οφειλής της προς την αντίδικο", ενώ "από εκεί και πέρα αποτελεί όλως διάφορο θέμα, αν, συνεκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα της αντιδίκου πλευράς, κατέληγε τελικά σε συμπέρασμα αντίθετο προς το αρχικό".

Ο λόγος αυτός, ο οποίος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του εξετασθέντος ήδη τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο προβάλλεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του των ίδιων πιο πάνω εγγράφων.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα προεκτιθέμενα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά του και, ειδικότερα, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας έγινε επίκληση και προσκόμιση των εγγράφων αυτών, ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποίο το ακριβές περιεχόμενό τους και ποία γεγονότα βεβαιώνει ο συντάκτης τους, ότι έγιναν από αυτόν ή έγιναν ενώπιόν του, ώστε να παρέχεται συναφώς πλήρης απόδειξη ως προς αυτά.

Ανεξαρτήτως αυτών, όμως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκαν δεν προκύπτει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση, καθόσον το αποδεικτέο περιστατικό (υπόλοιπο τιμήματος από σύμβαση πώλησης) δεν είναι από εκείνα, για τα οποία τα επικαλούμενα ως άνω δημόσια έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη (μείωση επιδότησης).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2018 αίτηση της Σ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1761/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ