Legislator Case Law & Legislation
1558/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of evidence and failure to consider documents in civil case.

Case Number 1558/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the University of Ioannina's appeal against the Court of Appeals' decision in a civil dispute involving a construction contract and unjust enrichment. The appellant argued the lower court ignored seven specific documents and failed to apply the correct legal rules regarding evidence and unjust enrichment. The court found the appeal baseless because the lower court had considered all submitted evidence and correctly applied the law to the facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, 556, 562 KPolD; An appeal on lack of evidence is inadmissible if the lower court considered all submitted documents, and an appeal on legal error fails if the facts were clearly established and the law correctly applied.

Keywords

AI generated
appeal on lack of evidence unjust enrichment claim consideration of documents legal error in application construction contract dispute civil procedure appeal judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 KPolD
Art. 556 KPolD
Art. 562 KPolD
Art. 904 KPolD
Art. 219 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1558 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1558 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Πανεπιστημιακού Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ" που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κοινοπραξίας με την επωνυμία " ….", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παραρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 231/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 9-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμένος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να εκτίθενται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του (ΑΠ 1291/2010, 566/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 556 ΚΠολΔ δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση έχει καταρχήν ο διάδικος που νικήθηκε ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και κατ' εξαίρεση ο διάδικος που νίκησε, εφόσον αυτός δικαιολογεί έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να αναφέρεται συγκεκριμένα στο αναιρετήριο (ΑΠ 1663/2010, 1850/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και των μελών αυτής " …" και " …" για καταβολή του ποσού των 184.321 ευρώ, ως αμοιβής για την εκτέλεση εκ μέρους της εν λόγω κοινοπραξίας, ως αντισυμβαλλομένης εργολάβου, του συμπληρωματικού έργου εγκατάστασης συστημάτων μάτριξ στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο (αναιρεσείον), άλλως ως αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενόψει του ότι το τελευταίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο κατά την αξία του έργου αυτού, απορρίφθηκε, αναφορικά με τις δύο προαναφερόμενες εταιρίες (μέλη της κοινοπραξίας), ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, και αναφορικά με την πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση από τη σύμβαση έργου και έγινε δεκτή από ουσιαστική πλευρά κατά την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ήδη το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η αγωγή είναι ορισμένη και στη συνέχεια νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, ενώ αυτή πάσχει αοριστία, α) επειδή δεν περιέχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, αναφερόμενου στην οφειλόμενη αμοιβή από την εκτέλεση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης πρόσθετων εργασιών εγκατάστασης συστημάτων μάτριξ στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, β) επειδή δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, θεμελιωτικά κατά το άρθρο 489 ΑΚ ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής μεταξύ της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και των απαρτιζουσών την κοινοπραξία αυτή εταιριών και γ) επειδή, ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που ασκείται με την αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση, δεν εκτίθεται ότι ο πλουτισμός ζητείται, λόγω ακυρότητας της σύμβασης, υπέπεσε στην πλημμέλεια, 1) του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, γιατί αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία και παραβίασε ευθέως το νόμο (489 και 904 ΑΚ), 2) του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι η συμπληρωματική σύμβαση έργου για τα καθίσματα μάτριξ ήταν άκυρη και 3) του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και ειδικότερα δεν απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του. Εξάλλου, υπό την εκδοχή ότι αναφέρεται στην κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση έργου, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι, το αναιρεσείον, ενόψει του ότι η αγωγή απορρίφθηκε κατά την έκταση αυτή, δεν εκθέτει στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε, εφόσον κατά το μέρος αυτό έχει νικήσει, το έννομο συμφέρον που έχει για την άσκηση της αναίρεσης κατά την προεκτεθείσα έκταση.

Και με την εκδοχή, τέλος, ότι συνδέεται το προβαλλόμενο ζήτημα της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής μεταξύ της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και των μελών της με τη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι ομοίως απαράδεκτος, διότι η αγωγή απορρίφθηκε , ως προς τα πιο πάνω μέλη της κοινοπραξίας και κατά τη βάση αυτή και ακόμη δεν διευκρινίζεται πώς συνδέεται το ζήτημα αυτό με την ευθύνη του αναιρεσείοντος απέναντι στην αναιρεσίβλητη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Κατά το δεύτερο σκέλος του, και με την εκδοχή ότι ο λόγος αυτός αναφέρεται στη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι επίσης απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αν η πιο πάνω επικαλούμενη έλλειψη της αγωγής προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο.

Κατά το τρίτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν εκθέτει στο αναιρετήριο αν η πιο πάνω αοριστία προτάθηκε με συγκεκριμένο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά αρκείται στη γενική αναφορά ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής προτάθηκε εκ μέρους του στο πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Άλλωστε από την επισκόπηση των προσκομισθέντων διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι η πιο πάνω συγκεκριμένη αοριστία, ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προτάθηκε στο Εφετείο ή ακόμη και στο Πρωτοδικείο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1307/2010, ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 589/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, διότι, α) δέχθηκε την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στηριζόμενο στα ίδια ακριβώς περιστατικά της απορριφθείσας κύριας βάσης από τη σύμβαση, β) ουδόλως αναφέρει ότι υπάρχει πλουτισμός, λόγω ακυρότητας της σύμβασης, γ) δεχόμενο ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού το ποσό των 184.321,02 ευρώ, χωρίς να εκθέτει ποιο ποσό θα πλήρωνε σε άλλο εργολάβο με έγκυρη σύμβαση για το ίδιο ποιοτικά και ποσοτικά έργο, στον ίδιο τόπο και χρόνο με τις ίδιες συνθήκες, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, δ) υπολογίζει την οφειλόμενη αμοιβή "κατ' αντικειμενική κρίση", χωρίς να εκθέτει κανένα αξιολογικό στοιχείο αυτής, ε) παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι επί βιομηχανικών προϊόντων μαζικής παραγωγής το κόστος της μονάδας είναι αντιστρόφως ανάλογο με την ποσότητα της παραγωγής, στ) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κόστος του εκτελεσθέντος επίμαχου συμπληρωματικού έργου.

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα εξής: "Σύμφωνα με την από 24.11.1997 έγγραφη σύμβαση που κατήρτισε το εναγόμενο, ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό, με την ενάγουσα κοινοπραξία, ανέλαβε μεταξύ άλλων την αγορά και τοποθέτηση στο χώρο της αίθουσας συνεδριάσεων της Ιονίου Ακαδημίας 96 καθισμάτων με αναδιπλούμενη πλάτη.

Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου αυτού το εναγόμενο έκρινε αναγκαίο για τη λειτουργική αρτιότητα της αίθουσας τελετών, να τοποθετηθεί σύστημα καθισμάτων μάτριξ, εκτός από τις τηλεσκοπικές κερκίδες και στην αίθουσα του θεάτρου. Με προφορική σύμβαση το εναγόμενο ανέθεσε το συμπληρωματικό αυτό και παρεμφερές με το προηγούμενο έργο στην ενάγουσα.

Το συνολικό κόστος του συμπληρωματικού έργου ανήλθε στο ποσό των 62.807.388 δρχ. (184.321,02 ευρώ), δηλαδή αναλογικά το κόστος για την αγορά και τοποθέτηση κάθε καθίσματος ανήλθε στο ποσό των 787,70 ευρώ. Η διαφορά από τη σύμβαση αυτή δεν είναι διοικητική, δεδομένου ότι ζητείται αμοιβή για συμπληρωματικό έργο που η ενάγουσα εκτέλεσε με προφορική συμφωνία που συνήψε με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, η οποία είναι άκυρη, λόγω μη τήρησης του υπό του νόμου προβλεπόμενου τύπου και ως εκ τούτου η εξ αυτής ένδικη αξίωση, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης μόνο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι δυνατό να επιδιωχθεί.

Το παραπάνω έργο, ένεκα της άτυπης ανάθεσης του από το εναγόμενο στην ενάγουσα δεν παραλήφθηκε από την πρώτη νομίμως με το πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής, δεδομένου ότι για το έργο αυτό δεν έγινε από την επιτροπή που συγκροτήθηκε για το σκοπό αυτό νόμιμη επιμέτρηση του εκτελεσθέντος συμπληρωματικού έργου, διαπιστώθηκε όμως από την παραπάνω επιτροπή η κατασκευή του.

Όμως το εναγόμενο παρά το ότι παρέλαβε το έργο άτυπα, εφόσον άτυπα καταρτίστηκε και η σύμβαση περί αυτού, δεν κατέβαλε στην ενάγουσα κοινοπραξία την οφειλόμενη αμοιβή της. Το δικαστήριο κρίνει ότι το κόστος των 184.321,02 ευρώ είναι προσήκον και ανταποκρίνεται κατ' αντικειμενική κρίση στο αληθές και πραγματικό κόστος προμήθειας και τοποθέτησης, συμπέρασμα άλλωστε, στο οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατέληξε και η αρμόδια επιτροπή αξιολόγησης κατά τη συνεδρίαση της 7.4.2003.

Επομένως το κόστος προμήθειας και κατασκευής για το κάθε κάθισμα που τοποθετήθηκε για την εκτέλεση του συμπληρωματικού έργου, ανέρχεται κατ' αντικειμενική κρίση στο ποσό των 787,70 ευρώ. Το εναγόμενο που από το έτος 2001 κάνει χρήση των τοποθετηθέντων 234 καθισμάτων στην αίθουσα τελετών της Ακαδημίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα στην ενάγουσα ανάδοχο κοινοπραξία την αμοιβή της για την εκτέλεση του επίδικου έργου.

Με τον τρόπο αυτό το εναγόμενο από την εκτέλεση του αγωγικού έργου, ήτοι της άκυρης σύμβασης συμπληρωματικών εργασιών κατασκευής 234 καθισμάτων τύπου μάτριξ, κατέστη πλουσιότερο, χωρίς νόμιμη αιτία, από την περιουσία της εκτελέσασας την ατύπως καταρτισθείσα αυτή σύμβαση ενάγουσας, κατά το προαναφερόμενο ποσό και έχει τη υποχρέωση να της αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε, η οποία συνίσταται στην επαύξηση της περιουσίας του από την τοποθέτηση των επίδικων καθισμάτων, των οποίων κάνει χρήση συνεχώς από του χρόνου παράδοσης, ανέρχεται δε στο ποσό των 184.321,02 ευρώ ".

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, αναφορικά με την κρίσιμη αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορθά υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον κανόνα του άρθρου 904, του οποίου οι προαναφερόμενοι όροι καλύπτονται πλήρως, ενόψει μάλιστα του ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπου η βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η παραδοχή απλώς της ακυρότητας της σύμβασης (ΟλΑΠ 23/2003) και ορθά επίσης έχει αποτιμήσει την ωφέλεια από τον πλουτισμό αυτό.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, εφόσον μια τέτοια παράβαση αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος στο σύνολο του.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα περιγραφόμενα στο αναιρετήριο επτά έγγραφα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την ανταπόδειξη του ύψους της χρηματικής αποτίμησης του επίμαχου έργου και της σχετικής ωφέλειας του.

Από τη βεβαίωση όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν μεταξύ άλλων υπόψη και τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα , είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από αυτά, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, στην οποία εξηγείται αναλυτικά η χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος συμπληρωματικά μετά από άκυρη σύμβαση έργου, σε σύγκριση και με το αρχικό έργο και τις εμφανιζόμενες σε σχέση με αυτό διαφορές, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατονομαζόμενα από το αναιρεσείον έγγραφα.

Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.12.2010 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ" για αναίρεση της απόφασης 231/2010 του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ