Legislator Case Law & Legislation
1556/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against public health fund's judgment on delayed salary claims, ruling five-year statute of limitations applies.

Case Number 1556/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Organization for Health Services against multiple former employees regarding delayed salary claims. The plaintiffs argued for a two-year limitation period under specific accounting laws, while the court found this inapplicable to the social security fund. The court ruled that the five-year limitation period under Article 40 of Law 1846/1955 governs such claims against the fund, thereby rejecting the appeal and ordering the defendant to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 40, 1846/1955; The five-year statute of limitations applies to all claims against the Social Security Fund (IKA) for delayed salaries, excluding the two-year period specified in the general accounting law for public legal persons.

Keywords

AI generated
statute of limitations social security fund delayed salaries public legal person appeal dismissal legal costs IKA claims

Cited Legislation

AI generated
Art. 40 para. 6 of Law 1846/1955
Art. 15 of Law 4476/1965
Art. 7 of Law 825/1978
Art. 48 para. 3 of Decree-Law 496/1974
Art. 11 of Law 1846/1955

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1556 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1556/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Δούκα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Σ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 5) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 6) Σ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 7) Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 8) Α. Π. του Γ., κατοίκου ...,9) Ν. Γ. του Θ., κατοίκου ...,10) Ν. Λ. του Α., κατοίκου ..., 11) Σ. Λ.-Ν. του Γ., κατοίκου ...,12) Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 14) Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 15) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 16) Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 17) Α. Λ.-Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 18) Γ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 19)α) Β. Τ. του Ε., και β) Θ. Τ. του Ε., κατοίκων ..., ως εκ διαθήκης συγκληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος Ε. Τ. του Β. και 20) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 14η και 16ος των αναιρεσίβλητων δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2068/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2695/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-4-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 318/2022, 1269/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 152/2023, 318/2022, 220/2021).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003).

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 318/2022, 1374/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 318/2022, ΑΠ 1711/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της, από 21.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3319/346/21.04.2022, ένδικης αίτησης για αναίρεση της 2695/01.06.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", η οποία στρέφεται κατά είκοσι (20) συνολικά αναιρεσιβλήτων (επί συνόλω 80 αρχικώς εναγόντων), έλαβε χώρα με επίσπευση των ανωτέρω είκοσι (20) αναιρεσιβλήτων, κατόπιν επίδοσης της αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου προς το αναιρεσείον και με πρόσκληση αυτού για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ....2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Π. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 14η και 16ος των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή οι Τ. Α. και Τ. Κ., δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (και οι κληρονόμοι του 19ου θανόντος αναιρεσιβλήτου κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα. Όσον αφορά τους παραπάνω απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι, η δικηγόρος Αθηνών Αλεξάνδρα Κωστούλα, που, φερόμενη ότι εκπροσωπεί όλους του αναιρεσιβλήτους, έδωσε την έγγραφη παραγγελία στον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου και της κλήσεως για συζήτηση στο αναιρεσείον, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπόμενους (14η και 16ο) αναιρεσιβλήτους, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτήν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ή έστω των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων) κλήτευση των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας [καθώς πρόκειται επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1298/2022, 542/2020)], πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και ως προς μεν τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους (14η και 16ο) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσιβλήτους να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.

Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1138/2021, 729/2019, 533/2018, 1611/2011, 448/2011). Όμως, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 533/2018, 433/2017, 86/2016).

Περαιτέρω, ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βιαία διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση (ή κατά τους αναφερόμενους στο άρθρο 287 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπου) και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, 335/2018, 21/2017, 807/2017).

Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 2014/2009, 1550/2008). Σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βιαία διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, 382/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, με τις προτάσεις της, γνωστοποίησε ότι ο 19ος αναιρεσίβλητος Ε. Τ. απεβίωσε στις ... και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους υιούς του Β. και Θ. Τ., ως εκ διαθήκης κληρονόμους του, προσκομίζοντας, μεταξύ των άλλων, α) την .../2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Αθηναίων, β) το υπ' αριθμ.

πρωτ. .../2017 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δήμου Γαλατσίου Αττικής, εκ του οποίου προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατέλειπε, κατά το θάνατό του, εγγύτερους συγγενείς τη σύζυγό του Μ. - Ε. Τ. και τα ανωτέρω τέκνα του Β. και Θ. Τ., γ) την από 02.11.2017 ιδιόγραφη διαθήκη του άνω αποβιώσαντος, σύμφωνα με την οποία εγκαθιστά κληρονόμους του τους ανωτέρω σύζυγό του και τέκνα του, ορίζοντας τα περιερχόμενα στον καθένα περιουσιακά του στοιχεία και δ) το με αριθμό 704/19.03.2023 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου ότι δεν έχει υποβληθεί δήλωση αποποίησης της κληρονομίας του ανωτέρω αποβιώσαντος από τους προαναφερόμενους κληρονόμους του.

Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος του ανωτέρω 19ου αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης, από 21.04.2022 με αριθμό κατάθεσης 3319/346/21.04.2022, αίτησης αναίρεσης. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε τον θάνατο αυτού.

Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του ως άνω αναιρεσιβλήτου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της. Δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των ανωτέρω παρισταμένων κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους (δύο) κληρονόμους αυτού (κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδος εκάστου).

Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη, από 21.04.2022 με αριθμό κατάθεσης 3319/346/21.04.2022, αίτηση αναίρεσης (αναφορικά με τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους και τους κληρονόμους του 19ου εξ αυτών, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω) κατά, της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 2695/01.06.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν κατά το μέρος που αφορούσε την έναρξη της τοκοδοσίας του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και το ποσοστό αυτής την, από 17.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 106157/839/2019, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατά της 2068/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη την, από 31.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης 279967/6636/2007, αγωγή (μεταξύ των άλλων) των ήδη αναιρεσιβλήτων ιατρών κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΙΚΑ" περί επιδίκασης νοσοκομειακού επιδόματος, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα αντίστοιχα κεφάλαια και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ουσία της υπόθεσης ως προς αυτά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε ένα των, ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, εναγόντων το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό των 15.620,70 ευρώ με επιτόκιο 6% από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμό των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) αναφορικά με τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους [1ο έως και 13ο, 15ο, 17η, 18ο, 19ο (ανωτέρω κληρονόμους του) και 20ο].

Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής (άρθρα 216 παρ. 1, 111 παρ. 2 ΚΠολΔ), γίνεται διάκριση μεταξύ νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ δηλαδή εάν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός (8, που δεν προτείνεται εν προκειμένω και) 14 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε ορισμένη την αγωγή, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτή των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματός της, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται, με επάρκεια ή, αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή.

ως αόριστη (ΑΠ 53/2023, 2108/2022, 794/2022, 1597/2018). Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και, ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μπορεί να γίνει μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) (ΑΠ 53/2023, 1597/2018) Επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 196/2023, 1358/2018).

Συνακόλουθα, ο από την προαναφερόμενη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι επιπροσθέτως και από τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το αναιρεσείον) πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, περί επιδικάσεως στους, υπηρετούντες στις τοπικές και νομαρχιακές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, αναιρεσίβλητους ιατρούς, του νοσοκομειακού επιδόματος, βάσει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 σε συνδυασμό με την καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και 8 παρ. 5 περ.

α του ν.3205/2003, ως αόριστη και επομένως απαράδεκτη, καθώς δεν εκτίθονταν επαρκώς σ' αυτή, ως προς την ακριβή περιγραφή των παρεχομένων από τους αναιρεσίβλητους υπηρεσιών, όλα τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία για τη στήριξη του αιτήματός της και συγκριμένα οι συνθήκες εργασίας, ο τόπος εργασίας και το εργασιακό αντικείμενο αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, ενόψει του ότι το, ηττηθέν πρωτοδίκως εκκαλούν (αναιρεσείον), δεν αναφέρει αν πρότεινε πρωτοδίκως τον άνω ισχυρισμό και τον επανέφερε στο Εφετείο νομίμως με λόγο έφεσης, αλλά και σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, που άσκησε το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως είχε προβληθεί, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρέσεις που δικαιολογούν την προβολή της εν λόγω πλημμέλειας το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Με τον ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κ.λπ." ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 01.01.2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ. 2 περ.

δ' του ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από τον βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ." (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε τον ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών.

Σε κάθε περίπτωση, με την παρ. Β-1 του ίδιου άρθρου 8 ορίστηκε περαιτέρω ότι για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 98) ορίστηκε ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος".

Με την 2043269/ 6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 01.01.1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 αφενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ") σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 10 αυτού, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του IKA) (ΑΠ 1072/2020, 1389/2019, 382/2018).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της, κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 28/1992). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 1072/2020, 382/2018, 1467/2014).

Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμιο Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 53) από την 18η.02.2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την 18η.02.2004 εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 1072/2020, 1389/2019, 832/2015, 1467/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ανωτέρω ενάγοντες (18 εκ των αρχικώς 80) και ήδη παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με την, από 31.12.2007 (με αριθμό κατάθεσης 279967/6636/2007) αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία 'Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΙΚΑ), καθολικός διάδοχος του οποίου (ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους) κατέστη το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται σε τοπικές μονάδες υγείας του τελευταίου, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας των δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 7 περ.

α' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο, ζήτησαν, με βάση την αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 5 περ. α του ν.3205/2003, α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 15.620,70 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 μέχρι 31.12.2007, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αναφερόμενο ποσό κατέστη απαιτητό και β) να αναγνωριστεί ότι είναι δικαιούχοι του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και ότι το εναγόμενο οφείλει να το εντάξει από 01.01.2008 και εντεύθεν στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές εκάστου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2068/2017 οριστική του απόφαση δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες και το ήδη αναιρεσείον (που υπεισήλθε στη θέση του εναγομένου ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες, ως καθολικός διάδοχος αυτού και το οποίο μας ενδιαφέρει εν προκειμένω).

Κατά της αποφάσεως αυτής, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 17.10.2019 (και με αριθμό κατάθεσης 106157/839/2019) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (2695/2021) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση (ως προς τους εν προκειμένω διαδίκους), κατά τα κεφάλαια της εκκαλούμενης, πρωτόδικης, απόφασης περί της ενάρξεως τοκοδοσίας του επιδίκου επιδόματος και του ποσοστού αυτής εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς τα κεφάλαια αυτά και αφού, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή ως προς το σχετικό μέρος, υποχρεώθηκε το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", να καταβάλλει στους εκ των εναγόντων ήδη παριστάμενους αναιρεσίβλητους το, επιδικασθέν πρωτοδίκως, ποσό των 15.620,70 ευρώ, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) από της επόμενης ημέρας της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη: Οι ανωτέρω ενάγοντες (ήδη παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι) είχαν προσληφθεί, ως ιατροί, από το αρχικώς ν.π.δ.δ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-Ι.Κ.Α.", δυνάμει ατομικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση, στις τοπικές Μονάδες Υγείας αυτού, οι οποίες με το άρθρο 2 του ν. 3225/2004 μετονομάσθηκαν σε Κέντρα Υγείας του Ι.Κ.Α.

Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01.01.2002 έως και 31.12.2007, οι ανωτέρω ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο αναφερόμενο για τον καθένα Υποκατάστημα Ι.Κ.Α., δηλαδή, μεταξύ αυτών και οι ενάγοντες: 1ος, 6ος, 13ος, 14ος, 23ος, 27η, 33ος, 34η στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Πειραιώς, 40ος, 43ος, 48η, 49ος, στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.

Γαλατσίου, 55ος, 61ος, στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Πατησίων, 71η, 73ος, 75ος και 76ος στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Κορωπίου, ήδη αντίστοιχοι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι αυτοδικαίως εντάχθηκαν από το αρχικώς εναγόμενο Ι.Κ.Α. στο τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 26 παρ. 9 ν. 3918/201 1, 72 παρ. 21 ν.3984/2011 και 53 παρ. 2 στοιχ.

α' ν. 4368/2016, και ότι, κατά το επίδικο αυτό χρονικό διάστημα, το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στις τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. (Υποκαταστήματα), που μετονομάστηκαν ύστερον σε Κέντρα Υγείας, οι ως άνω ενάγοντες συγχρωτίζονταν καθημερινώς με ασθενείς, ενώ και η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων στους ανωτέρω χώρους ενείχε επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα γι' αυτούς, καθώς αποτελούν χώρους συγκέντρωσης ασθενών.

Κατά την παροχή δε της εργασίας τους, άσκησαν καθήκοντα όμοια προς εκείνα των συναδέλφων τους ιατρών, οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους σε άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως το Ε.Κ.Α.Β., τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ., τα Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέως Προνοίας, ενώ οι συνθήκες, στις οποίες εργάζονται από απόψεως ανθυγιεινής εργασίας και επικινδυνότητας, είναι απολύτως όμοιες προς τις συνθήκες εργασίας των ιατρών, στους οποίους χορηγείται το συγκεκριμένο επίδομα, ως εκ του είδους των παρεχόμενων υπηρεσιών αυτών.

Ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας των ανωτέρω εναγόντων ιατρών είναι το αυτό δυσμενείς προς τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού των νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας, του Εθνικού Κέντρου Αμέσου Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέως Προνοίας και των αγροτικών ιατρείων, το οποίο αμείβεται με το αυτό μισθολόγιο των ανωτέρω εναγόντων και τότε εφεσιβλήτων ιατρών και στο οποίο [προσωπικό] χορηγήθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το νοσοκομειακό επίδομα.

Ότι οι ανωτέρω εναγόντες υπηρετούσαν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους, οπού δικαιολογείται η καταβολή του επιδόματος, δεδομένου ότι οι τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α., όπου εργάζονταν, παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβαθμίου φροντίδας υγείας, όπως συμβαίνει και στα Κέντρα Υγείας, και ότι η απασχόλησή τους στους ανωτέρω χώρους είναι αποκλειστική και πλήρης κατά το συμβατικό τους ωράριο, χωρίς να επηρεάζει το γεγονός ότι μέχρι τις 31.03.2014 οι άνω ενάγοντες ιατροί δικαιούνταν κατά νόμο να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο.

Ότι, περαιτέρω, η μη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος στους ενάγοντες ιατρούς συνιστά δυσμενή σε βάρος τους διάκριση, μη δικαιολογούμενη εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου, τυγχάνει αντίθετη προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε, το Εφετείο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι το νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβάλλονταν στους άνω ενάγοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί αφενός μέχρι τις 17.02.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφετέρου μεταγενεστέρως, ήτοι από τις 18.02.2004 και εφεξής, ευθέως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.

β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και δη εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003, ως προς το ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την 18η.02.2004 εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας και, επομένως, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του, δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, ΙΚΑ, και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τούτο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ, ως προς την κρίση του Εφετείου ότι οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003 με ευθεία εφαρμογή του νόμου αυτού, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 978/2020, 492/2020). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 217/2022, 978/2020, 492/2020, 96/2020).

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020, 96/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως το αρχικώς εναγόμενο Ι.Κ.Α., απορρίπτοντας την προταθείσα από αυτό σχετική περί διετούς παραγραφής ένσταση των επιδίκων αξιώσεων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο εν λόγω ισχυρισμός, αναφορικά με την επικαλούμενη παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων, επί των οποίων στηρίζεται αυτός, προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στο δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση και δη αν είχε προταθεί εκ μέρους του παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, απορρριφθείς, επαναφέρθηκε παραδεκτώς από αυτό, καθότι εκκαλούν, ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, ενώ δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως είχε προβληθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ.

τελ. του α.ν. 1846/1951 και όχι σε διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του π.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α' 204), όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ενόψει του ότι με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α' 134) εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του άνω ν.δ/τος "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το (αρχικώς εναγόμενο) ΙΚΑ (άρθρο 11 α.ν. 1846/1951).

Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του άνω ν.δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων του με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου προσωπικού κατά Ν.Π.Δ.Δ. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται, επομένως, και οι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία δε αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 654/2023, 1317/2021 1018/2020, 1389/2019).

Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναρεσείον ν.π.δ.δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων εις βάρος του δικαστικών εξόδων (ΑΠ 885/2023, 18/2020, 1072/2020), λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους 14η και 16ο αναιρεσίβλητους, ήτοι τους Α. Τ. και Κ. Τ. αντιστοίχως

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3319/346/2022 αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω 14η και 16ο αναιρεσίβλητους.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ (κατά τα λοιπά) την άνω αίτηση για αναίρεση της 2695/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ) και τους προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους [1ο έως και 13ο, 15ο, 17η έως και 20ο, που αντιστοιχούν στους 1ο, 6ο, 13ο, 14ο, 23ο, 27η, 33ο, 34η 40ο, 43ο, 48η, 49ο, 55ο, 61ο, 71η, 73ο, 75ο και 76ο ενάγοντες).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ