Legislator Case Law & Legislation
654/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against five-year statute of limitations ruling for public health fund claims.

Case Number 654/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Organization for Health Services against a lower court's decision regarding the statute of limitations. The lower court correctly applied the five-year limitation period for claims against the National Health Insurance Fund (IKA) under Article 40 of Law 1846/1951, rejecting the appellant's argument for a two-year period. The court held that the specific statutory provision governing IKA claims overrides the general two-year rule, making the appellant's appeal without merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 40(6) of Law 1846/1951; Article 90(3) of Law 2362/1995; Article 48(3) of Law 496/1974: Claims against the National Health Insurance Fund are subject to a five-year statute of limitations under the specific provision of Article 40(6) of Law 1846/1951, which prevails over the general two-year limitation period.

Keywords

AI generated
statute of limitations National Health Insurance Fund five-year limitation public law claims appeal dismissal statutory interpretation IKA claims

Cited Legislation

AI generated
Article 40(6) of Law 1846/1951
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 48(3) of Law 496/1974
Article 19 of Law 1846/1951

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 654 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 654/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Ν. του Κ., κατοίκου …, 2)Α. Α. του Μ., κατοίκου ..., 3)Β. Α. του Ε., κατοίκου …, 4)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 5)Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ... 6)Ν. Κ. του Ε., κατοίκου …, 7)Σ. Π. του Α., κατοίκου … 8)Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., 9)Ι. Π. του Γ., κατοίκου …, 10)Ν. Μ. του Ν., κατοίκου …, 11)Π. Π. του Δ., κατοίκου …, 12)Σ. Κ. του Ι., κατοίκου …, 13)Φ.

Ν. Φ. του Μ., κατοίκου …, 14)Ξ. Α. του Ε., κατοίκου …, 15)Δ. Μ. του Π., κατοίκου …, 16)Δ. Μ. του Χ., κατοίκου …, 17)Δ. Π. του Ν., κατοίκου …, 18)Δ. Λ. του Α., κατοίκου …, 19)Ε. Σ. του Α., κατοίκου …, 20)Ε. Τ. του Β., κατοίκου …, 21)Α. Π. του Ν. κατοίκου ..., 22)Β. Α. του Ε., κατοίκου …, 23)Α. Μ. του Α., κατοίκου …, 24)Β. Α. Μ. του Κ., κατοίκου …, 25)Β. Κ. του Α., κατοίκου …, 26)Β.

Σ. του Σ., κατοίκου …, 27)Β. Τ. του Ε., κατοίκου …, 28)Γ. Π. του Ν., κατοίκου …, 29)Γ. Α. - Λ. του Α., κατοίκου …, 30)Β. Γ. του Δ., κατοίκου ... …, 31)Α. Μ. του Σ., κατοίκου …, 32)Ι. Α. Α. Α. του Α., κατοίκου … 33)Ι. Δ. του Α., κατοίκου …, 34)Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ... …, 35)Ι. Χ. του Β., κατοίκου …, 36)Ι. Κ. του Γ., κατοίκου …, 37)Ι. Τ. του Ν., κατοίκου …, 38)Κ.

Γ. του Γ., κατοίκου …, 39)Κ. Κ. του Δ., κατοίκου …, 40)Κ. Δ. του Χ., κατοίκου …, 41)Π. Δ. του Β., κατοίκου …, 42)Π. Σ. του Σ., κατοίκου … 43)Π. Β. του Ι., κατοίκου …, 44)Π. Τ. του Δ., κατοίκου …, 45)Π. Τ. του Π., κατοίκου …, 46)Γ. Σ. του Α., κατοίκου …, 47)Γ. Γ. του Λ., κατοίκου …, 48)Γ. Θ. του Γ., κατοίκου …, 49)Γ. Σ. του Α., κατοίκου …, 50)Γ. Δ. του Ε., κατοίκου …, 51)Γ.

Σ. του Κ., κατοίκου ... …, 52)Λ. Κ. του Ι., κατοίκου …, 53)Κ. Χ. του Η., κατοίκου …, 54)Μ. Β. του Σ., κατοίκου …, 55)Μ. - Α. Α. του Α., κατοίκου …, 56)Μ. Θ. του Ε., κατοίκου …, 57)Μ. Β. του Ε. - Α., κατοίκου …, 58)Μ. Κ. του Θ., κατοίκου …, 59)Μ. Φ. του Τ., κατοίκου …, 60)Μ. Κ. του Κ., κατοίκου …, 61)Ρ. Σ. του Γ., κατοίκου …, 62)Σ. Μ. του Γ., κατοίκου …, 63)Σ.

Σ. του Δ., κατοίκου …, 64)Σ. Β. του Κ., κατοίκου …, 65)Σ. Φ. του Π., κατοίκου ... …, 66)Σ. Ζ. Σ. του Γ., κατοίκου …, 67)Σ. Κ. του Η., κατοίκου …, 68)Σ. του Ν., κατοίκου …, 69)Φ. Α. του Χ., κατοίκου ... …, 70)Ε. Β. του Κ., κατοίκου …, 71)Ε. Λ. του Σ., κατοίκου …, 72)Ε. Μ. του Ι., κατοίκου …, 73)Ε. Λ. του Β., κατοίκου …, 74)Η. Π. του Γ., κατοίκου …, 75)Η. Τ.

του Σ., κατοίκου ... …, 76)Χ. Λ. του Γ., κατοίκου …, 77)Χ. Σ. του Ε., κατοίκου …, 78)Χ. Μ. του Ν., κατοίκου …, 79)Χ. Σ. του Α., κατοίκου …, 80)Χ. Τ. του Ζ., κατοίκου ..., 81)Δ. Γ. του Κ., κατοίκου …, 82)Δ. Λ. του Ι., κατοίκου …, 83)Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 84)Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., 85)Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., 86)Ε. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 87)Α. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 88)Β.

Α. του Ν., κατοίκου …, 89)Β. Α. του Κ., κατοίκου …, 90)Β. Π. του Α., κατοίκου ..., 91)Β. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 92)Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 93)Β. Π. του Σ., κατοίκου ..., 94)Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 95)Α. Ρ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 96)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 97)Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 98)Α. Σ. του Ι., κατοίκου …, 99)Α. Μ. του Ν., κατοίκου … νομού …, 100)Α.

Π. του Φ., κατοίκου …, 101)Ι. Α. του Δ., κατοίκου ..., 102)Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., 103)Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 104)Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ... …, 105)Κ. Δ. του Ι., κατοίκου …, 106)Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 107)Ν. Κ. του Σ. κατοίκου ..., 108)Ν. Μ. του Κ., κατοίκου …, 109)Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 110)Π. Β. του Α., κάτοικου ..., 111)Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 112)Π.

Μ. του Α., κατοίκου ..., 113)Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 114)Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 115)Γ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 116)Γ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 117)Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 118)Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... …, 119)Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ... …, 120)Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 121)Γ. Χ. του Π., κατοίκου …, 122)Μ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 123)Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 124)Μ.

Σ. του Σ., κατοίκου ..., 125)Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 126)Ν. Β. του Γ., κατοίκου …, 127)Ν. Δ. του Β., κατοίκου …, 128)Σ. Ξ. του Ν., κατοίκου …, 129)Σ. - Α. Σ. του Χ., κατοίκου …, 130)Σ. Α. του Θ., κατοίκου ..., 131)Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 132)Σ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 133)Σ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 134)Σ. - Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 135)Φ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 136)Φ.

Α. του Ε., κατοίκου ..., 137)Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 138)Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 139)Ε. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 140)Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., 141)Η. Α. του Ν., κατοίκου ..., 142)Θ. Β. του Π., κατοίκου …, 143)Θ. Έ. του Ο., κατοίκου ..., 144)Θ. Λ. του Π., κατοίκου ..., 145)Θ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 146)Χ. Π. του Κ., κατοίκου …, 147)Λ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 148)Σ.

Μ. του Α., κατοίκου ..., 149)Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ... ..., 150)Θ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 151)Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 152)Ε. Τ. του Ε., κατοίκου …, 153)Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 154)Η. Σ. του Η., 155)Γ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 156)Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 157)Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., και 158)Ν. Λ. του Α., κατοίκου ... …. Όλοι πλην του 32ου εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε α)ότι ο 32ος (Ι.

Α. Α. Α. του Α.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Π. Σ. του Ι. και το τέκνο τους Α. Σ. του Α. Α. Ι., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, και β)ότι διορθώνει την αίτηση ως εξής:1)το ορθό πατρώνυμο του 10ου αναιρεσιβλήτου είναι Κ. (και όχι Ν.), 2)το ορθό όνομα της 33ης αναιρεσίβλητης είναι Ι. (και όχι Ι.), 3)το ορθό πατρώνυμο του 48ου αναιρεσιβλήτου είναι Χ. (και όχι Γ.), 4)το ορθό πατρώνυμο του 59ου αναιρεσιβλήτου είναι Τ. (και όχι Τ.), 5)το ορθό όνομα του 125ου αναιρεσιβλήτου είναι Μ. - Ν.. (και όχι Μ.), 6)το ορθό όνομα του 137ου αναιρεσιβλήτου είναι Μ. (και όχι Ε.), 7)το ορθό πατρώνυμο του 149ου αναιρεσιβλήτου είναι Μ. (και όχι Μ.) και 8)το ορθό πατρώνυμο του 154ου αναιρεσιβλήτου Γ. (και όχι Η.).

Ο ως άνω δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 29-9-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Αρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003).

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 29-9-2021 και με αριθ. κατ. …30-9-2021 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που στρέφεται κατά 158 συνολικά αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (12-4-2022) με την επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, κατόπιν της από 24-11-2021 έγγραφης παραγγελίας του Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ως πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από τη με αριθ.

…30-11-2021 έκθεση επίδοσης αυτής προς το αναιρεσείον του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Γ.. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην, ως άνω, ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, όλοι οι αναιρεσίβλητοι (πλην του αποβιώσαντος 32ου, του οποίου οι κληρονόμοι δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη) εκπροσωπήθηκαν από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο, ως άνω, δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για την, ως άνω, επίδοση και που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής και από τους 2°, 4°, 6°, 11°, 12°, 15°, 16°, 18°, 28°, 40η , 41°, 51°, 53°, 65°, 72η , 74°, 81°, 88η, 92η, 94°, 97η , 101°, 102° 103°, 105°, 115η, 123η, 150η και 158°, δηλαδή, αντίστοιχα, από τους Α.

Α., Α. Α., Ν. Κ., Π. Π., Σ. Κ., Δ. Μ., Δ. Μ., Δ. Λ., Γ. Π., Κ. Δ., Π. Δ., Γ. Σ., Κ. Χ., Σ. Φ., Ε. Μ., Η. Π., Δ. Γ., Β. Α., Β. Κ., Α. Τ., Α. Χ., Ι. Α., Ι. Β., Ι. Κ., Κ. Δ., Γ. Γ., Μ. Π., Θ. Τ. και Ν. Λ., αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον παραπάνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά τη συζήτηση αυτής θεωρούνται δικονομικά απόντες και, αφού δεν κλητεύθηκαν νομίμως από το αντίδικο Ν.Π.Δ.Δ. πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 εδ. δ', 286 επ. και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου μετά την άσκηση της αγωγής, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με την τελευταία, ως άνω, διάταξη, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 433/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα, ο 32ος αναιρεσίβλητος, Ι. Α. Α. Α. απεβίωσε στις 19-7-2019, δηλαδή μετά τη συζήτηση της αγωγής (20-2-2018) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και πριν τη συζήτηση της έφεσης (10-3-2020) επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς όμως να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου του και περαιτέρω διακοπή και συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους του. Ουδόλως δε προκύπτει ότι κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. γνώριζε το θάνατο του, ως άνω, αναιρεσίβλητου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και κατά το μέρος της που στρέφεται κατ'αυτού, παρά το γεγονός ότι είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της, νομίμως δε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου παρίστανται στη δίκη και συνεχίζουν αυτή οι κληρονόμοι του και συγκεκριμένα η σύζυγος του Π. Σ. και η κόρη του Σ. Α..

Με την κρινόμενη από 29-9-2021 και με αριθ. κατ. …30-9-2021 αίτηση αναίρεσης όπως με δήλωση κατά τη συζήτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσίβλητων διορθώθηκαν τα μικρά ονόματα του 10ου, 33ης, 48ου, 59ου, 125ου, 137ου, 149ου και 154ου εξ αυτών προσβάλλεται η με αριθ. 198/12-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των εδώ διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, μεταξύ άλλων, επί της από 18-12-2019 και με αριθ. κατ. …18-12-2019 έφεσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος κατά των 268 εκ των αρχικώς εναγομένων, των 158 εξ αυτών ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθ. 100/24-6-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας ενώπιον του από 12-2-2014 και με αριθ. κατ. …12-2-2014 αγωγής.

Με την εν λόγω αγωγή, οι αρχικώς 408 ενάγοντες, φερόμενοι στο αγωγικό δικόγραφο ως 409, λόγω της διπλής αναγραφής, υπό τους αριθμούς 168 και 176 του εξ αυτών Β. Α. του Ε., στρεφόμενοι κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί με τις αναφερόμενες, ειδικότερα, αντίστοιχες ειδικότητες, ότι προσλήφθηκαν και υπηρετούν με ειδικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972 στις υγειονομικές υπηρεσίες του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που μετονομάσθηκε, ως άνω, σε "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ ΕΤΑΜ)", και ήδη υπήχθησαν στο εναγόμενο, αμειβόμενοι με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού δημόσιας διοίκησης και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-10-2011 το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 5 ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο καταβαλλόταν σε άλλους ιατρούς, που απασχολούντο υπό τις ίδιες συνθήκες σε δημόσια νοσοκομεία.

Ζήτησαν δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει, για την παραπάνω αιτία, σε κάθε ενάγοντα νομιμοτόκως το αναλογούν στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα συνολικό ποσό των 20.516,27 ευρώ, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας και την επικαλούμενη ευθεία εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 5 ν. 3205/2003, επικουρικά με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και όλως επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στη δικάσιμο της 16-9-2014, τα Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία: α) "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" και β) "7ΐ Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης" δήλωσαν διά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους ότι υπεισέρχονται στη δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 ν. 4238/2014, ως παθητικά νομιμοποιούμενα για τους αναφερόμενους ειδικότερα ενάγοντες.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 99/2015 εν μέρει οριστική απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως προς το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής περιφέρειας Αττικής" για 136 εκ των εναγόντων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και για τους λοιπούς ενάγοντες ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθούν οι αναφερόμενες υπηρεσιακές βεβαιώσεις.

Μετά την έκδοση, στη συνέχεια, της με αριθ. 179/2017 απόφασης του ίδιου, ως άνω, δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την από 21-12-2017 κλήση στρεφόμενη κατά του, ως άνω, εναγομένου (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), καθώς και κατά των Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία: α) "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", β) "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", γ) "3η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας,", δ) 5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος", ε) "6η Διοίκηση υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδος", στ) "7η Διοίκηση υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης" και ζ) "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)".

Ακολούθως, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθ. 100/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι εκ των ενδίκων αξιώσεων οι αναλογούσες στο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 14-2-2009 έχουν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά την κύρια βάση της για τις αξιώσεις που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 15-2-2009 έως 31-10-2011 και αναγνωρίσθηκε ότι καθένα από τα αναφερόμενα, ως άνω, με στοιχεία α', β', γ', δ', ε' και στ' ΝΠΔΔ υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από τους προσδιοριζόμενους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, ενάγοντες, για τους οποίους υφίσταται, αντίστοιχα, παθητική νομιμοποίησή τους, το ποσό των 9.888,77 ευρώ, το δε υπό στοιχείο ζ', ως, άνω ΝΠΔΔ ότι υποχρεούται να καταβάλει στη, μη διάδικο στην παρούσα δίκη 39η ενάγουσα Ά.

Η. το ποσό των 7.095,67 ευρώ. Κατά το μέρος δε που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, αναγνωρίσθηκε ότι το, ως άνω, εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΟΠΠΥ, ήδη αναιρεσείον, υποχρεούται να καταβάλει το, ως άνω, ποσό (των 9.888,77 ευρώ) σε καθένα από τους αναφερόμενους 158 ενάγοντες, οι οποίοι προσδιορίζονται στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με βάση τους προσκομισθέντες ενώπιον του σχετικούς πίνακες, με τους αριθμούς ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., ., .

και ., στο δε αγωγικό δικόγραφο, αντίστοιχα, με τους αριθμούς: … (1ος αναιρεσίβλητος), … (2ος αναιρεσίβλητος), … (3η αναιρεσίβλητη), …, (4ος αναιρεσίβλητος), … (5ος αναιρεσίβλητος), … (6ος αναιρεσίβλητος), … (7ος αναιρεσίβλητος), … (8ος αναιρεσίβλητος), … (9ος αναιρεσίβλητος), … (10ος αναιρεσίβλητος), … (11ος αναιρεσίβλητος), … (12ος αναιρεσίβλητος), … (13ος αναιρεσίβλητος), … (14ος αναιρεσίβλητος), … (15ος αναιρεσίβλητος), … (16ος αναιρεσίβλητος), … (17η αναιρεσίβλητη), … (18ος αναιρεσίβλητος), … (19η αναιρεσίβλητη), … (20η αναιρεσίβλητη), … (21ος αναιρεσίβλητος), … (22ος αναιρεσίβλητος), … (23ος αναιρεσίβλητος), … (24ος αναιρεσίβλητος), … (25ος αναιρεσίβλητος), … (26ος αναιρεσίβλητος), … (27η αναιρεσίβλητη), …(28ος αναιρεσίβλητος), … (29ος αναιρεσίβλητος), … (30η αναιρεσίβλητη), … (31η αναιρεσίβλητη), … (32ος αναιρεσίβλητος), … (33ος αναιρεσίβλητος), … (34ος αναιρεσίβλητος), …. (35ος αναιρεσίβλητος), … (36ος αναιρεσίβλητος), … (37ος αναιρεσίβλητος), … (38ος αναιρεσίβλητος), … (39ος αναιρεσίβλητος), … (40η αναιρεσίβλητη), … (41ος αναιρεσίβλητος), … (42η αναιρεσίβλητη), … (43η αναιρεσίβλητη), … (44ος αναιρεσίβλητος), … (45ος αναιρεσίβλητος), … (46η αναιρεσίβλητη), … (47ος αναιρεσίβλητος), …(48ος αναιρεσίβλητος), … (49ος αναιρεσίβλητος), … (50ος αναιρεσίβλητος), … (51ος αναιρεσίβλητος), … (52ος αναιρεσίβλητος), … (53ος αναιρεσίβλητος), …(54η αναιρεσίβλητη), … (55η αναιρεσίβλητη), … (56η αναιρεσίβλητη), … (57η αναιρεσίβλητη), …(58ος αναιρεσίβλητος), … (59ος αναιρεσίβλητος), … (60η αναιρεσίβλητη), …(61η αναιρεσίβλητη), … (62η αναιρεσίβλητη), … (63ος αναιρεσίβλητος), … (64η αναιρεσίβλητη), … (65ος αναιρεσίβλητος), … (66ος αναιρεσίβλητος), … (67ος αναιρεσίβλητος), …(68ος αναιρεσίβλητος), … (69ος αναιρεσίβλητος), … (70ος αναιρεσίβλητος), … (71η αναιρεσίβλητη), … (72η αναιρεσίβλητη), … (73ος αναιρεσίβλητος), … (74ος αναιρεσίβλητος), … (75ος αναιρεσίβλητος), … (76ος αναιρεσίβλητος), … (77ος αναιρεσίβλητος), … (78ος αναιρεσίβλητος), … (79ος αναιρεσίβλητος), … (80η αναιρεσίβλητη), … (81ος αναιρεσίβλητος), … (82ος αναιρεσίβλητος), … (83ος αναιρεσίβλητος), …(84η αναιρεσίβλητη), …(85η αναιρεσίβλητη), … (86ος αναιρεσίβλητος), … (87ος αναιρεσίβλητος), … (88η αναιρεσίβλητη), … (89η αναιρεσίβλητη), … (90ος αναιρεσίβλητος), … (91η αναιρεσίβλητη), … (92η αναιρεσίβλητη), …(93η αναιρεσίβλητη), … (94ος αναιρεσίβλητος), … (95η αναιρεσίβλητη), … (96η αναιρεσίβλητη), …(97η αναιρεσίβλητη), … (98η αναιρεσίβλητη), … (99ος αναιρεσίβλητος) ... (100ος αναιρεσίβλητος), … (101ος αναιρεσίβλητος), … (102ος αναιρεσίβλητος), … (103ος αναιρεσίβλητος), … (104ος αναιρεσίβλητος), … (105ος αναιρεσίβλητος), …(106ος αναιρεσίβλητος), … (107ος αναιρεσίβλητος), … (108ος αναιρεσίβλητος), … (109η αναιρεσίβλητη), … (110ος ανιρεσίβλητος), … (111ος αναιρεσίβλητος), …(112ος αναιρεσίβλητος), … (113ος αναιρεσίβλητος), … (114η αναιρεσίβλητη), … (115ος αναιρεσίβλητος), … (116ος αναιρεσίβλητος), … (117ος αναιρεσίβλητος), … (118ος αναιρεσίβλητος), … (119ος αναιρεσίβλητος), … (120ος αναιρεσίβλητος), … (121ος αναιρεσίβλητος), …(122η αναιρεσίβλητη), … (123η αναιρεσίβλητη), … (124η αναιρεσίβλητη), … (125ος αναιρεσίβλητος), … (126ος αναιρεσίβλητος), … (127ος αναιρεσίβλητος), … (128η αναιρεσίβλητη), … (129ος αναιρεσίβλητος), … (130η αναιρεσίβλητη), … (131η αναιρεσίβλητη), … (132ος αναιρεσίβλητος), … (133ος αναιρεσίβλητος), … (134ος αναιρεσίβλητος), … (135η αναιρεσίβλητη), … (136ος αναιρεσίβλητος), … (137ος αναιρεσίβλητος), … (138ος αναιρεσίβλητος), … (139ος αναιρεσίβλητος), … (140ος αναιρεσίβλητος), … (141ος αναιρεσίβλητος), … (142ος αναιρεσίβλητος), … (143ος αναιρεσίβλητος), … (144ος αναιρεσίβλητος), … (145ος αναιρεσίβλητος), … (146η αναιρεσίβλητη), … (147ος αναιρεσίβλητος), … (148ος αναιρεσίβλητος), … (149ος αναιρεσίβλητος), … (150η αναιρεσίβλητη), … (151η αναιρεσίβλητη), … (152ος αναιρεσίβλητος), … (153η αναιρεσίβλητη), … (154ος αναιρεσίβλητος), … (155η αναιρεσίβλητη), … (156ος αναιρεσίβλητος), … (157ος αναιρεσίβλητος) και … (158ος αναιρεσίβλητος).

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε (μεταξύ άλλων εφέσεων που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής δίκης) η από 18-12- 2019 και με αριθ. κατ. …18-12-2009 έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στρεφόμενη κατά των 268 εκ των εναγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι, ως άνω, αναιρεσίβλητοι. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 198/12-1-2021 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 5-8-2021, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. …5-8-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Κ. και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 30-9-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 σε συνδ. με 147 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του παραπάνω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1390/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι δε ορισμένος και, επομένως, παραδεκτός, ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση αναίρεσης σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 2082/2022, ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 109/2020).

Περαιτέρω, ως προς την επάρκεια ή μη της αγωγής (άρθρα 216 παρ. 1, 111 παρ. 2 ΚΠολΔ), γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος, ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία προς στήριξη του αιτήματος της αγωγής και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται με επάρκεια, ή, αν , παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της (ΟλΑΠ 12/2008, ΑΠ 2109/2022, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 517/2019).

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1390/2019, ΑΠ 837/2019).

Περαιτέρω, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ'του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ. Με το άρθρο 8 παρ.7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων που λάμβανε το προσωπικό αυτό λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Προνοίας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Με την παρ. Β -1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος, ορίσθηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών και ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1.1.2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν.3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κλπ" (ΦΕΚ Α 80).

Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ.Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992. "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.

Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση, του' Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργηση του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή.

β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο.

ε) Η oδοντιατρική περίθαλψη στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής. ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού.

ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους". Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.

Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994) είναι:

α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν. β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται, στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιαδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας.

ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) Η ιατρική της εργασίας. ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας. ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις, ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού.

ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη. ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το όποιο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.

Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (ΟλΑΠ 524/1979, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 438/2014, ΑΠ 933/2004).

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του Ν. 2150/1393 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.

Με τη με αριθμό 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με Τη με αριθμό 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 150571984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του.

Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993. Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 1.1.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β* 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε - νομαρχιακές η τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του Π.Δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος 266/1989 "Οργανισμος του ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1).

Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης, (παρ. 3).

Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των. Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο:

α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται.

Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ......Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ......

Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Γ.Γ., 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...., 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ....). Επακολούθησε όμως ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας ( ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1312/2017).

Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1-4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1.Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και Ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β.

Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ.Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η.Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5...".

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.".

Από τις διατάξεις αυτές του Ν, 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18,2.2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1.1.2004 Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, ή διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική' ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.

Επομένως στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρο 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν.3235/2004 (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής έκρινε αυτήν ορισμένη και παραδεκτή, ενώ έπρεπε να την κρίνει αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον θεώρησε εσφαλμένα ότι εκτίθενται σ' αυτό όλα τα αναγκαία κατά νόμο για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος στοιχεία, παρά το γεγονός ότι δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες υπηρεσίες που παρείχε κάθε ενάγων και οι συνθήκες παροχής τους, το ημερήσιο ωράριό τους και ο τόπος εργασίας τους, στοιχεία απαραίτητα προκειμένου να κριθεί αν αυτοί ασκούσαν καθήκοντα παρεμφερή με τους ιατρούς που εργάζοντο σε δημόσια νοσοκομεία, ώστε να δικαιούνται το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Β) Με το δεύτερο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, δεχόμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδικο επίδομα με ευθεία εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. Α-5 ν. 3205/2003, παραβίασε τη διάταξη αυτή, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.

β' του ν. 3235/2004, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθώς και με ελλιπή, άλλως αντιφατική αιτιολογία.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, προέβη στις ακόλουθες νομικές παραδοχές: "...Τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1-1-2004 ν. 3235/2004 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28-1-2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα, συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 ν. 2703/1899, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθ. 3 παρ. 1 και 3 και 5 παρ. 1 και 2 π.δ. 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17-2-2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του ν. 3235/2004".

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την ουσιαστική αξιολόγηση της αγωγής, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, προέβη, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες παραδοχές: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" δυνάμει ειδικών συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, τα οποία δεν αμφισβητούνται, προσφέροντας έκτοτε τις υπηρεσίες τους ως ιατροί σε Τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας.

Επισημαίνεται περαιτέρω ότι από 1-1-2012 το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας), το οποίο συνεστήθη δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 3918/2011 και στο οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), (όπως μετονομάσθηκε το ΙΚΑ, δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 1 του ν.3029/2002 σε συνδυασμό με το άρθρο 12), με τις μονάδες υγείας του, υπεισήλθε αυτοδίκαια ως εργοδότης των εναγόντων, με την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ"......Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, στα πλαίσια των καθηκόντων που τους ανατέθηκαν από της προσλήψεώς τους, αποκλειστικά στα Κέντρα Υγείας του ΙΚΑ, προσφέροντας υπηρεσίες υγείας στους ασφαλισμένους, απασχολούμενοι εντός συγκεκριμένου ωραρίου με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, γεγονός που τους καθιστά δικαιούχους του αιτούμενου νοσοκομειακού επιδόματος του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το οποίο για το έτος 2009 ανερχόταν στο ποσό των 345 ευρώ, μειώθηκε περαιτέρω κατά ποσοστό 12% από 1-1-2010 και ακολούθως κατά ποσοστό 8% από 1-6-2010 (άρθρα 1 παρ. 7 ν. 3554/2007, 1 παρ. 2 και 20 παρ. 1 ν. 3833/2010, 3 παρ. 1 και 7 παρ. 1 ν.3845/2010......Επομένως οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι εργαζόμενοι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης δικαιούνται απ' ευθείας από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας την καταβολή του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος, αφού οι Νομαρχιακές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την 18-2-2004, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο ν. 3235/2004 εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας, με συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω νοσοκομειακού επιδόματος να έχουν πλέον εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28-1-2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του ν. 3205/2003.....Επομένως, δικαιούνται οι ενάγοντες....για το χρονικό διάστημα από 15-2-2009 έως 31-10-2011 τα ακόλουθα ποσά....(τα οποία προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση)".

Από τις, ως άνω, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το επίμαχο επίδομα κατ' ευθεία εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. Α-5 ν. 3205/2003 και όχι κατ' εφαρμογή της επικουρικά προβαλλόμενης συνταγματικής αρχής της ισότητας, ώστε να απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής, ο προσδιορισμός στο δικόγραφο αυτής των στοιχείων, που αναφέρονται, ως άνω, στον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, επομένως, ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, κρίνοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το εν λόγω επίδομα κατ' ευθεία εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. Α-5 ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1β του ν. 3235/2004, με την οποία οι Νομαρχιακές και οι Τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας, δεν παραβίασε τις, ως άνω, διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων για την καταβολή σε αυτούς του, ως άνω, νοσοκομειακού επιδόματος αφορούσαν τη χρονική περίοδο από Φεβρουάριο 2009 έως 31-10-2011, δηλαδή περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3235/2004, οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του παραπάνω προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1-1-2004) νοσοκομειακού επιδόματος έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και τους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του ΙΚΑ. Επομένως, ο, ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι το αναιρεσείον επικαλούμενο ελλιπή, άλλως αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι απαραίτητο για την επάρκειά της, ούτε σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα και από ποια αντιτιθέμενα μέρη της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει.

Περαιτέρω, με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977 (ΦΕΚ Α' 134) σε συνδυασμό προς το άρθρο μόνο του π.δ. 305/1985 (ΦΕΚ Α' 204) εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ. 496/1974 (ΦΕΚ Α' 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179).

Έτσι, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του άνω ν.δ. 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων του με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου προσωπικού κατά Ν.Π.Δ.Δ. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 40 α.ν. 1846/1951, όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15.

ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται, επομένως, και οι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού.

Η πενταετία αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247), που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών), δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, διότι όπου ο νομοθέτης ήθελε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 25/2018).

Τα παραπάνω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 α.ν. 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, του Δημοσίου, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (α.ν. 1846/1951), που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, ή από τη διάταξη του άρθρου 5 ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου, εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία, ως εκ του περιεχομένου της, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 18/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή απορρίπτοντας την προταθείσα από αυτό σχετική περί διετούς παραγραφής ένσταση, όσον αφορά τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος 15-2-2009 έως 31-10-2011.

Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ. τελ. του α.ν. 1846/1951, η οποία, όσον αφορά τις αξιώσεις του, ως άνω, χρονικού διαστήματος δεν είχε συμπληρωθεί και όχι σε διετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 και κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974 και έτσι απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί διετούς παραγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ως άνω, ουσιαστικές διατάξεις.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η. κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους παραστάντες αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, καθότι το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 30 ν. 4038/2012 σε συνδ.

με άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957 (ΑΠ 400/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους 2°, 4°, 6°, 11°, 12°, 15°, 16°, 18°, 28°, 40η, 41ο, 51°, 53°, 65°, 72η, 74°, 81°, 8η, 92η, 94°, 97η, 101ο, 102°, 103°, 105°, 115η, 123η, 150η και 158° των αναιρεσιβλήτων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους, ως άνω, αναιρεσιβλήτους.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 29-9-2021 και με αριθ. κατ. …30-9-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 198/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ