Supreme Court dismisses divorce appeal due to lack of special power of attorney for the respondent's lawyer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the respondent's appeal against the First Instance Court's divorce judgment. The appellant argued that the respondent's lawyer lacked a special power of attorney for divorce proceedings, while the respondent produced a notarized document granting such authority. The court ruled that the presented document validly authorized the lawyer for all stages of the divorce suit, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 105, 576 of the Code of Civil Procedure; A special power of attorney granted for divorce proceedings validly covers all stages of the suit, including appeal, if explicitly stated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1556 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1556/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Γ. Δ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κούρκουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-10-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τασία Βασιλακοπούλου - Πουλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5178/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4979/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο με τον τύπο που ορίζει ο νόμος. Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο πληρεξούσιος διαδίκου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 1695/2017, ΑΠ 1540/2017).
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Ολομ.
ΑΠ 13/2008, ΑΠ 1601/2017), αφού η έλλειψη της πληρεξουσιότητας συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση και άνευ ετέρου, την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν χωρίς τη συνδρομή της (ΑΠ 211/2018). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 98 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρ. 96 ίδιου κώδικα δεν περιλαμβάνει, πλην άλλων, εκτός αν ειδικά το αναφέρει, το δικαίωμα να διεξαχθεί δίκη που αφορά γαμικές διαφορές, στις οποίες κατά το άρθρ. 592 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται και η δίκη διαζυγίου (ΑΠ 1060/2010).
Επομένως, για τη διεξαγωγή δίκης διαζυγίου απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα παροχής του δικαιώματος διεξαγωγής της συγκεκριμένης δίκης. Για την ύπαρξη της παραπάνω ειδικής πληρεξουσιότητας αρκεί ο απλός προσδιορισμός του αντικειμένου της, ήτοι η εξειδίκευση της υπόθεσης για την οποία αυτή χορηγήθηκε, χωρίς να απαιτείται και λεπτομερής παράθεση στο πληρεξούσιο έγγραφο άλλων λεπτομερειών αυτής, όπως είναι η ημερομηνία εκδίκασής της (ΑΠ 1892/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1185/2017).
Ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, νοείται εκείνος που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο ερεύνης της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010). Ενόψει του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559. Αντιθέτως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρεύεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 112/2016, ΑΠ 609/2014), όπως προδήλως είναι και οι περί ειδικής πληρεξουσιότητας διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.
και ειδικότερα του άρθρου 98, με το οποίο καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται ειδική δικαστική πληρεξουσιότητα (ΑΠ 203/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 98 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δικ, διότι, ενώ προέβαλε με λόγο εφέσεως τον ισχυρισμό ότι ο δικηγόρος Γ.
Π. του Κ., που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσίβλητο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της από 24-5-2016 αγωγής διαζυγίου κατ' αυτής, εστερείτο της προβλεπόμενης από το νόμο ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας, αφού στο προσκομισθέν από τον τελευταίο υπ' αριθμ. 8442/30-1-2017 πληρεξούσιο έγγραφο της συμβ/φου Αθηνών Ε.
Ν. - Π. δεν μνημονευόταν το δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα παρίστατο ο ως άνω δικηγόρος ούτε και η δικάσιμος κατά την οποία θα εκδικαζόταν η προαναφερόμενη αγωγή και, συνεπώς, θα έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο, παρ' όλα αυτά το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης, δεχόμενο την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του πιο πάνω δικηγόρου και, συνακόλουθα, την ύπαρξη νομιμοποιήσεως του ήδη αναιρεσίβλητου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Όμως, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΚΠολΔικ αποτελεί κανόνα δικονομικού δικαίου και, συνεπώς, δεν αποτελεί αντικείμενο παραβιάσεως δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, ενώ η επίκληση παραβίασης των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔικ θεμελιώνεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η μη ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου, ο οποίος εκπροσώπησε στο δικαστήριο διάδικο σε δίκη διαζυγίου, έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται αυτός δικονομικώς απών, χωρίς ωστόσο η έλλειψη αυτή να αναιρεί τη νομιμοποίησή του στην εκδικαζόμενη υπόθεση, ήτοι ότι αυτός τυγχάνει υποκείμενο της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον με τον ανωτέρω λόγο, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι παρά το νόμο έγινε δεκτή η εκπροσώπηση του αναιρεσιβλήτου από τον ως άνω δικηγόρο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με τον πιο πάνω λόγο έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό που αφορά τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Ο λόγος αυτός της εφέσεως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη ελέγχεται προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής και τούτο διότι, ακόμη και σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής του δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης, αλλά στην υποχρέωση του Δικαστηρίου για παροχή σύντομης προθεσμίας στο δικηγόρο που δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του για τη συμπλήρωση της έλλειψης αυτής.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το με αριθ. 8.442/30.1.2017 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ν., που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τις οποίες νόμιμα επανέφερε κατ' άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, νόμιμα διόρισε, όπως αυτολεξεί αναφέρεται στο ως άνω πληρεξούσιο, "ως ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους του 1) την Τ.
Δ. Β.-Π. του Δ. χήρα του Κ. Π., δικηγόρο Αθηνών με Α.Μ. Δ.Σ.Α. 6615 και 2) τον Γ. Π., δικηγόρο Αθηνών με Α.Μ.. Δ.Σ.Α. 36624, αμφοτέρους κατοίκους ..., προς τους οποίους χορηγεί την ειδική εντολή και την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα ενεργώντας είτε από κοινού είτε ο καθένας μεμονωμένα: Σχετικά με υπόθεση διαζυγίου του εντολέα να παρίστανται και να αντιπροσωπεύουν τον εντολέα ενώπιον όλων γενικώς των ελληνικών, πολιτικών, φορολογικών διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων, οποιουδήποτε βαθμού και δικαιοδοσίας μη εξαιρουμένων του Αρείου Πάγου... .να ενεργούν για την υποστήριξη των δικαίων του εντολέα όλες τις κύριες και παρεπόμενες πράξεις, που αναγράφονται στο άρθρο 97 του Κ.
Πολ.Δ., καθώς και οποιαδήποτε εξώδικη ενέργεια....ειδικότερα να παρασταθούν και α) να υπερασπίσουν την από 24.5.2016 με γενικό αριθμό κατάθεσης 26743/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1633/2016 αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών του εντολέα κατά της εν διαστάσει συζύγου του Α. Δ. το γένος Δ. Γ. Σ.. ...σε κάθε εκδίκαση και σε κάθε βαθμό...".
Επομένως, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις παραπάνω δικονομικές διατάξεις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη το ως άνω ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο ο ενάγων έδωσε την ειδική πληρεξουσιότητα στον παραστάντα δικηγόρο του, που τον εκπροσώπησε στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με το σχετικό (1ο ) λόγο της έφεσής της, ο οποίος και αν ήθελε θεωρηθεί λυσιτελής, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, και με επάλληλη αιτιολογία, τον πιο πάνω λόγο εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την επάλληλη αιτιολογία, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 98 ΚΠολΔικ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω ελλείψεως ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσίβλητο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού με το υπ' αριθμ. 8.442/30.1.2017 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Ν., σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτού που εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος χορήγησε στο δικηγόρο Γ. Π. την ειδική πληρεξουσιότητα προς διεξαγωγή της συγκεκριμένης δίκης επί της από 24.5.2016 με γενικό αριθμό κατάθεσης 26743/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1633/2016 αγωγής διαζυγίου κατά της ήδη αναιρεσείουσας συζύγου του, που είχε ασκηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσδιορίζοντας έτσι σαφώς και ειδικά την υπόθεση, για την οποία διδόταν το πιο πάνω πληρεξούσιο έγγραφο, καθώς και το Δικαστήριο, στο οποίο έπρεπε ο εντολοδόχος δικηγόρος να παραστεί, ήτοι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και δεν απαιτείτο να αναφέρεται και η ημερομηνία της δικασίμου, ενόψει μάλιστα και της μνείας ότι η πληρεξουσιότητα αφορούσε "κάθε εκδίκαση", ήτοι τη συζήτηση της αγωγής σε οποιαδήποτε δικάσιμο, αρχικώς προσδιορισθείσα ή μετ' αναβολή.
Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, την πιο πάνω από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Επομένως, εφόσον η δεύτερη από τις προαναφερόμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πλήττεται, κατά τα ανωτέρω, αποτελεσματικά, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, και πάλι κατ' εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση όσον αφορά την πρώτη από τις επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία, κατά ανωτέρω, κρίθηκε απορριπτέος ως αλυσιτελής ο λόγος έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας σχετικά με την επικαλούμενη έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας του δικηγόρου του ήδη αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι απαράδεκτη ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, όπως στην προκείμενη περίπτωση, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση, απορρίπτεται ως αλυσιτελής, (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 10/2016).
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία (ΑΠ 1069/2017, ΑΠ 1559/2017). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγω αντιφατικής αιτιολογίας κατά την εφαρμογή των άρθρων 94-98 και 104 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της έφεσής της αφενός μεν ως αλυσιτελή, αφετέρου δε ως ουσιαστικά αβάσιμο, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι γι' αυτό απαράδεκτος, αφού πρόκειται για δικονομικές διατάξεις, οι οποίες δεν ελέγχονται αναιρετικά ως προς την πληρότητα των αιτιολογιών της εφαρμογής ή μη εφαρμογής τους με το παραπάνω λόγο (ΑΠ 609/2014).
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ κύριας και επικουρικής - επάλληλης αιτιολογίας, εφόσον το διατακτικό στηρίζεται όχι επί αμφοτέρων συγχρόνως των αιτιολογιών αυτών, αλλά μόνον στη μία απ' αυτές (ΑΠ 1354/2013, ΑΠ 992/2007, ΑΠ 1325/1996).
Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 9/2015, ΑΠ 167/2015).
Ισχυρισμός που συνιστά άρνηση της αγωγής είναι και η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου του αντιδίκου του, δοθέντος ότι η έλλειψη πληρεξουσιότητας των διαδίκων ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης (ΑΠ 1345/2013). Επίσης, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος και της ενεργητικής νομιμοποίησης του τελευταίου δεν συνιστά ένσταση και συνακόλουθα πράγμα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 137/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δέχτηκε σιωπηρώς ότι υφίστατο ειδική πληρεξουσιότητα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο πρόσωπο της πληρεξουσίας δικηγόρου του ήδη αναιρεσίβλήτου Τ.
Β.-Π. και, συνεπώς, την ύπαρξη νομιμοποίησης του αναιρεσιβλήτου, χωρίς όμως η εν λόγω πληρεξουσία δικηγόρος του να επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τον προβαλλόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του ήδη αναιρεσίβλητου στη δίκη στο Εφετείο, είναι απαράδεκτος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός, ανεξαρτήτως του ότι η έλλειψη πληρεξουσιότητας δεν συνεπάγεται, κατά τα ανωτέρω, έλλειψη νομιμοποίησης του διαδίκου, σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί ένσταση, δηλαδή πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8, αλλά άρνηση της αγωγής.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό για έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο της ανωτέρω δικηγόρου, που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, και ειδικότερα των από 6-10-2017 προτάσεων που κατέθεσε στο εφετείο ο ήδη αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ο τελευταίος προέβαλε παραδεκτά τον ισχυρισμό περί υπάρξεως ειδικής πληρεξουσιότητας αυτού προς την ανωτέρω δικηγόρο για τη διεξαγωγή της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προσκομίζοντας και επικαλούμενος νομίμως το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 8.442/30.1.2017 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Ν., με το οποίο είχε χορηγήσει και στην ανωτέρω δικηγόρο την ειδική εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη επί της αγωγής διαζυγίου "σε κάθε εκδίκαση και σε κάθε βαθμό", και συνεπώς και στο εφετείο. Επομένως το Εφετείο, δεχόμενο την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο της δικηγόρου του ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 α' Κ.Πολ.Δ., λαμβάνοντας υπόψη πράγματα μη παραδεκτώς προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ως εκ τούτου ο περί αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος αυτού, είναι αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί, ότι με τον πιο πάνω λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι παρά το νόμο έγινε δεκτή η εκπροσώπηση του αναιρεσιβλήτου από την ως άνω δικηγόρο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 8.442/30.1.2017 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Ν., το οποίο νομίμως και προσκόμισε, ο αναιρεσίβλητος είχε χορηγήσει και στην ανωτέρω δικηγόρο την ειδική εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη επί της αγωγής διαζυγίου ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2018 αίτηση της Α. συζ. Γ. Δ. για αναίρεση της 4979/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ