Supreme Court dismisses appeal and orders costs against appellant who withdrew lawsuit before trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject her lawsuit. The appellant had withdrawn her claim before the trial, while the defendant had previously filed a counterclaim which was subsequently withdrawn by the defendant. The court ruled that the appellant's withdrawal generated a liability for the defendant to pay the costs incurred by the appellant for preparing her defense against the counterclaim. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure; Article 188, 189 of the Code of Civil Procedure; Articles 63, 68 of the Lawyers Code: Withdrawal of a plaintiff's claim before trial generates a liability for the withdrawing party to pay the costs incurred by the defendant for preparing their defense against a counterclaim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1555 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1555/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ... Παραστάθηκε για τον εαυτό της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με την ιδιότητα της δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Τ. του Ζ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυριαζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 484/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδ. α, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, πριν τη συζήτησή της, μπορεί να γίνει είτε με δήλωση του παραιτουμένου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, με συνέπεια την κατάργηση της ανοιγείσας με αυτή (αγωγή) δίκης.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν γίνει ανάκληση διαδικαστικής πράξης ή παραίτηση είτε από αυτήν είτε από όλη τη δίκη, τα έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του διαδίκου που ανακαλεί ή παραιτείται, ενώ, με το άρθρο 189 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και ιδίως, α) ..., β)..., γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63 παρ.1 και 68 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208) που καθορίζουν το ύψος της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής, συνάγεται ότι σε περίπτωση παραίτησης από το δικόγραφο αγωγής, ως διαδικαστικής πράξης, η οποία γίνεται από τον ενάγοντα, με επίδοση δικογράφου στον εναγόμενο και πριν την ορισθείσα για την εκδίκασή της δικάσιμο προς συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, γεννάται υπέρ του εναγομένου αξίωση κατά του παραιτουμένου ενάγοντος, που εξομοιώνεται με ηττηθέντα διάδικο, προς απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία ο εναγόμενος υποβλήθηκε μέχρι το χρόνο της παραίτησης και στα οποία περιλαμβάνεται και η κατά την ισχύουσα διατίμηση αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη των κατατεθεισών προτάσεων προς απόκρουση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων παραιτήθηκε.
Η αξίωση αυτή του εναγομένου, έχει δηλαδή ως γενεσιουργό αιτία την παραίτηση του ενάγοντος, συνεπεία της οποίας γεννάται υποχρέωση αυτού προς καταβολή των εξόδων (ΑΠ 455/2020, ΑΠ 915/2020, ΑΠ 2062/2013, ΑΠ 1034/2012, ΑΠ 649/2009, ΑΠ 539/2008). Τα δικαστικά έξοδα, σε πληρωμή των οποίων καταδικάζεται ο εξομοιούμενος με ηττώμενο διάδικο παραιτηθείς από την αγωγή ή ανταγωγή ενάγων (ή αντενάγων), ανήκουν στον εναγόμενο (ή αντεναγόμενο), και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 455/2020, ΑΠ 739/2019, ΑΠ 648/2009).
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 192 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015), ορίζεται ότι σε περίπτωση αποδοχής ή ανάκλησης διαδικαστικής πράξης ή παραίτησης, είτε από αυτήν είτε από ολόκληρη τη δίκη, αν εκδίδεται οριστική απόφαση, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 191, το οποίο προβλέπει ότι το δικαστήριο, αν έχει υποβληθεί σχετικός κατάλογος εξόδων κατά το άρθρο 190, πρέπει να περιλάβει διάταξη στην απόφασή του για την πληρωμή των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους, διαφορετικά η εκκαθάριση των εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 614 επ. [διαδικασία περιουσιακών διαφορών] από το μονομελές πρωτοδικείο ή από το ειρηνοδικείο, για τις δίκες που διεξάγονται σε αυτό.
Ειδικότερα, με το άρθρο 614 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, για τα κατατιθέμενα από την 1/1/2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ορίζεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών δικάζονται οι μισθωτικές διαφορές, οι διαφορές από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, οι εργατικές διαφορές, οι διαφορές επαγγελματιών και οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, οι διαφορές από αμοιβές, οι διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητα, οι διαφορές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και οι διαφορές από πιστωτικούς τίτλους.
Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 3Β περ. δ' του άρθρου 495 ΚΠολΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, το οποίο ανέρχεται στην περίπτωση αναίρεσης κατά απόφασης του Εφετείου στο ποσό των 450 ευρώ.
Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο (ΑΠ 1012/2022, ΑΠ 1396/2021, ΑΠ 933/2019). Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο.
Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αρ. 3 (εργατικές διαφορές) και 5 (διαφορές από αμοιβές) και 592 αρ. 1 και 3 (οικογενειακές διαφορές) (ΑΠ 1828/2024). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 ΚΠολΔ, όπως και η διαφορά για την εκκαθάριση των εξόδων, σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, παραίτησης από διαδικαστική πράξη (άρθρο 192 ΚΠολΔ), οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, για τα κατατιθέμενα από 1/1/2016 δικόγραφα, δεν περιλαμβάνονται στις εργατικές διαφορές, διαφορές από αμοιβές και τις οικογενειακές διαφορές, δεν απαλλάσσονται της υποχρέωσης για καταβολή του σχετικά προβλεπόμενου στο άρθρο 495 ΚΠολΔ παραβόλου (πρβλ.
ΑΠ 915/2020).
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 268 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ο οποίος ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 1, άρθρο ένατο, παράγραφος 4 του ίδιου νόμου, από την 1-1-2016, ορίζεται ότι: "1. Μετά την εκκρεμοδικία ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή. 2. ..., 3. ..., 4. Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο. Μετά την άσκηση της ανταγωγής, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απορριφθεί ή ο ενάγων την ανακαλέσει ή παραιτηθεί από αυτήν". Περαιτέρω του άρθρου 12 ΕισΝΚΠολΔ, "Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο". Από την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται γενικότερη δικονομική αρχή διαχρονικού δικαίου, κατά την οποία, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους (ΑΠ 462/2023, ΑΠ 34/2023). Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί και η ανταγωγή και επομένως το παραδεκτό της άσκησής της κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο κατά τον οποίο ασκήθηκε (ΑΠ 462/2023 ΑΠ 34/2023). Συνακόλουθα η ανταγωγή, μετά την 1-1-2016 ασκείται κατά τον διαγραφόμενο στις διατάξεις του άρθρου 268 παρ. 1, 4 του ΚΠολΔ., δηλαδή με χωριστό δικόγραφο και όχι με τις προτάσεις (ΑΠ 34/2023).
Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 29-10-2021 με αριθμό κατάθεσης 85764/150/1-11-2021 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε εκθέσει ότι την 17-10-2013 άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 7-4-2016 και ότι με τις από 15-3-2016 προτάσεις της δήλωσε ότι παραιτείται νομίμως της αγωγής της, που επέδωσε με δικαστικό επιμελητή στις 16-3-2016 στον εναγόμενο.
Ότι ο εναγόμενος με τις από 7-3-2016 προτάσεις του άσκησε ανταγωγή, ζητώντας να του καταβάλει αυτή το ποσό των 56.708,58 ευρώ. Ότι καίτοι αυτή (ενάγουσα) παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο της αγωγής της, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 26ης-4-2018 λόγω αποχής των δικηγόρων, ενώ ο εναγόμενος την 6-2-2018 της επέδωσε το δικόγραφο των ως άνω προτάσεών του-ανταγωγής.
Ότι ενόψει της συζήτησης της ανταγωγής κατά τη δικάσιμο της 26ης-4-2018 αυτή (ενάγουσα) κατέθεσε τις από 5-4-2018 προτάσεις της και την από 10-4-2018 προσθήκη-αντίκρουση. Ότι η συζήτηση της ανταγωγής αναβλήθηκε για τις 6-6-2019 κατά την οποία η συζήτηση της ματαιώθηκε. Ότι τελικά ο εναγόμενος στις 20-9-2021 της κοινοποίησε αυτοτελές δικόγραφο ανταγωγής που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το οποίο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ανταγωγής που είχε ασκήσει με τις προτάσεις του.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει τα δικαστικά της έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την απόκρουση της ασκηθείσας με τις προτάσεις του ανταγωγής του, ανερχομένων στο ποσό των 1.134,17 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παραίτησης, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά της έξοδα.
Με την με αριθμό 119/2023 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η αγωγή αυτή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη και έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, υποχρεώθηκε δε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.134,17 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 484/6-2-2024 απόφασή του δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 13-10-2023 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη και διέταξε λόγω της ολικής νίκης του εναγομένου-εκκαλούντος την επιστροφή του παραβόλου που είχε καταβάλει για το παραδεκτό της εφέσεώς του.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα της παραπάνω αγωγής άσκησε την από 19-6-2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5645/548/20-6-2024 αίτηση αναίρεσης. Ωστόσο από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι στην προαναφερόμενη έκθεση κατάθεσης αυτής στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου δεν προσαρτήθηκε το νόμιμο για την άσκησή της κατά της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης του Εφετείου παράβολο των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, παρ' ότι η ένδικη υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, και προκύπτει από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα, αφορά αξίωση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας για καταβολή δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε με την κατάθεση προτάσεών της επί της ασκηθείσας ανταγωγής εκ μέρους του αντιδίκου της, η οποία δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες διαφορές οι οποίες απαλλάσσονται της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι η διαφορά είναι εργατική υπόθεση καθότι αφορά δικηγορική αμοιβή δεν είναι βάσιμος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του δικογράφου της από 29-10-2021 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που είναι δικηγόρος Αθηνών, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε ασκήσει κατά του εναγομένου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17-10-2013 αγωγή της, που προσδιορίσθηκε κατά την τακτική διαδικασία, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, ότι ο εναγόμενος με τις από 7-3-2016 προτάσεις του άσκησε ανταγωγή και ότι επέδωσε στην ενάγουσα αντίγραφο αυτών στις 6-2-2018, ότι για την αντίκρουση της ανταγωγής κατά την ορισθείσα για την υπόθεση δικάσιμο στις 26-4-2018 η ίδια κατέθεσε τις από 5-4-2018 προτάσεις της και την από 10-4-2018 προσθήκη-αντίκρουση, ότι η συζήτηση της ανταγωγής ματαιώθηκε και ότι ο αντενάγων παραιτήθηκε του δικογράφου της με το από 17-9-2021 δικόγραφο ανταγωγής του και με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει τα δικαστικά έξοδα που υποβλήθηκε για τη σύνταξη και κατάθεση των ως άνω από 5-4-2018 προτάσεων της ύψους 1.134,17 ευρώ.
Συνακόλουθα η ένδικη διαφορά δεν αφορά δικηγορική αμοιβή, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά έχει ως γενεσιουργό αιτία την παραίτηση του εναγομένου από την ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανταγωγή του με τις προτάσεις του, επί απαίτησης που δικαζόταν κατά την τακτική διαδικασία, από την οποία (παραίτηση) γεννάται υποχρέωση αυτού προς καταβολή των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα με την κατάθεση των προτάσεών της για αντίκρουση της αγωγής, για τα οποία δικαιούχος είναι η ενάγουσα ως διάδικος και όχι η ίδια ως πληρεξούσια δικηγόρος (ΑΠ 455/2020, ΑΠ 648/2009), η δε σχετική αξίωση δικάζεται μεν, όπως προεκτέθηκε, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 192 ΚΠολΔ) δεν είναι όμως ούτε εργατική διαφορά , όπως ορίζεται στο άρθρο 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ (κατά την οποία δικάζονται διαφορές από παροχή εξηρτημένης εργασίας μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών), αλλά ούτε και διαφορά από δικηγορική αμοιβή, όπως ορίζεται στο άρθρο 614 αριθ. 5 του ιδίου Κώδικα (κατά την οποία δικάζονται διαφορές από αμοιβές δικηγόρων κατά των πελατών τους, περίπτωση που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση) για τις οποίες διαφορές και μόνο δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 495 παρ. 3 Βδ εδαφ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά του (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ). Τέλος λόγω της απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως δεν συντρέχει λόγος έρευνας της αίτησης επαναφοράς, που υπέβαλλε η αναιρεσείουσα με το από 1212-2024 υπόμνημά της και, συνεπώς, η τελευταία καθίσταται απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 1185/2023, ΑΠ 162/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5645/548/20-6-2024 αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 484/6-2-2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ