Supreme Court dismisses appeal regarding withdrawal of suit and costs claim under good faith principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding the withdrawal of a lawsuit and the subsequent claim for legal costs. The appellant argued that the withdrawal was invalid due to procedural defects and that the costs claim violated good faith principles, but the court found the withdrawal legally effective and the costs claim legitimate. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to demonstrate that the lower court erred in applying the relevant civil procedure and civil code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: Withdrawal of a lawsuit before discussion terminates the proceedings and creates a right for the defendant to claim necessary court and out-of-court expenses, which is not considered an abuse of rights if the defendant had no reason to believe the plaintiff would not pursue such costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 648 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 648/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κοϊμτζίδη, οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 27-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 294 εδ. α', 299 παρ. 1 και 297 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής πριν από τη συζήτησή της, που γίνεται είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη καταργείται.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 188 παρ. 1, 189 παρ. 1εδ. γ', 191 και 192 του Κ.Πολ.Δ και 107 του Κωδ. Δικηγόρων συνάγεται ότι στην περίπτωση παραιτήσεως από της αγωγής, ως διαδικαστικής πράξης, που γίνεται από τον ενάγοντα με επίδοση δικογράφου στον εναγόμενο, γεννάται υπέρ του τελευταίου αξίωση κατά του παραιτούμενου ενάγοντος που εξομοιώνεται σε διάδικο που ηττάται, για απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία αυτός υπεβλήθη μέχρι του χρόνου παραιτήσεως και στα οποία περιλαμβάνεται και η κατά την ισχύουσα διατίμηση αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τη σύνταξη προτάσεων προς απόκρουση της αγωγής από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων παραιτήθηκε, εφόσον μέχρι τότε είχε ολοκληρωθεί η σχετική ενέργεια που αφορά η αμοιβή αυτή.
Η εκκαθάριση των εξόδων αυτών γίνεται κατά τη διαδικασία των αμοιβών για την παροχή εργασίας (άρθρ. 681 επ. του Κ.Πολ.Δ) από το Μονομελές Πρωτοδικείο ή το Ειρηνοδικείο, αν η δίκη διεξαγόταν σε αυτό. Η αξίωση αυτή του εναγομένου έχει γενεσιουργό αιτία την παραίτηση του ενάγοντος από την οποία γεννάται αντίστοιχη υποχρέωση προς ικανοποίησή της.
Τα δικαστικά έξοδα υπό την προδιαληφθείσα έννοια, σε πληρωμή των οποίων καταδικάζεται ο εξομοιούμενος με ηττώμενο διάδικο παραιτηθείς από την αγωγή ενάγων, ανήκουν στον εναγόμενο και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, του οποίου την αμοιβή οφείλει αυτός εξ ιδίων να καταβάλει βάσει της μεταξύ τους υφιστάμενης σχέσης εντολής.
Επομένως, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ο εναχθείς ζητεί την επιδίκαση κατά τα άνω των δικαστικών εξόδων του, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του για τη σύνταξη προτάσεων, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ότι καταβλήθηκε στον τελευταίο η νόμιμη αμοιβή του, της οποίας επιδιώκεται η καταψήφιση.
Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τον νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρ. 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας κατ' εκτίμηση την από το άρθρ. 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν λόγω νομότυπης παραίτησής της από την αγωγή που είχε ασκήσει κατ' αυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και στα οποία (δικαστικά έξοδα) περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους για την σύνταξη προτάσεων προς απόκρουση εκείνης της αγωγής, δεν εκτίθεται ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν στον πληρεξούσιο δικηγόρο τη νόμιμη αμοιβή του, της οποίας την απόδοση επιδιώκουν.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω, δεν είναι βάσιμος, αφού δεν είναι αναγκαία η μνεία των περιστατικών που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν περιέχονται στην αγωγή.
Όταν προβάλλεται σχετική αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο 'Αρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναιρέσεως, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα γίνεται εσφαλμένη επίκληση της σχετικής διατάξεως από το άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αντένσταση, ανακοπή, ένδικα μέσα).
Τέτοιος ισχυρισμός είναι και η από το άρθρο 102 του Κωδ. Δικηγόρων προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση ότι το αγωγικό αίτημα, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική παροχή και το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της αμοιβής για σύνταξη αγωγής και προτάσεων, είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που θα μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε η αμοιβή του θα καθορισθεί με βάση το ποσό που θα έπρεπε να ζητηθεί μετά από επιμελέστερη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής αυτός συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του.
Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναίρεσης δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον τάδε ισχυρισμό αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την [προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη με το προδιαληφθέν περιεχόμενο διάταξη του άρθρ. 102 του Κωδ. Δικηγόρων και ειδικότερα υπολόγισε την αμοιβή για σύνταξη προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων προς απόκρουση της κατ' αυτών ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα αγωγής (από την οποία η τελευταία παραιτήθηκε νομοτύπως) σε ποσοστό 2% επί του αιτήματος της αγωγής, ενώ ήταν προφανές το μη νόμιμο και ανομιμοποίητο της αγωγής, αφού αμέσως παθόν από την επικαλούμενη αδικοπραξία ήταν το νομικό πρόσωπο της ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΥΙΟΙ ΕΕ", η οποία μόνο ενομιμοποιειτο να ζητήσει αποζημίωση και όχι η αναιρεσείουσα, που ήταν ομόρρυθμο μέλος της εν λόγω εταιρείας και συνεπώς, ήταν βέβαιο η απόρριψη της αγωγής και ουσιαστικά ανύπαρκτο, όχι απλώς εξογκωμένο, το αντικείμενό της, με βάση το οποίο καθορίσθηκε η αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος της αναίρεσης, στηριζόμενος αληθώς στον αρ. 8 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ και όχι στους αρ. 1 και 14 που διαλαμβάνονται στην αίτηση αναίρεσης, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, προτάθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο αλλά ούτε και στο Εφετείο (με την επίκληση βέβαια της συνδρομής των προϋποθέσεων των αρθ. 527 και 269 του Κ.Πολ.Δ που να δικαιολογεί τη βραδεία προβολή του), το οποίο δεν ασχολήθηκε με αυτόν.
Επειδή κατά την έννοια του αρθρ. 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ως προς την εκ του άρθρ. 281 ΑΚ ένσταση δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αξίωση των αναιρεσιβλήτων για την επιδίκαση των εξόδων που προέκυψαν από την παραίτηση της αναιρεσείουσας από την αγωγή που είχε ασκήσει κατ' αυτών στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, δεν ασκείται καταχρηστικά και δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Και αυτό, διότι η μη συζήτηση της αγωγής δεν συνεπάγεται υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν την επιδίκαση εύλογης μόνο αποζημίωσης αλλά η απαίτηση καταβολής των αναγκαίων εξόδων της δίκης εκείνης αποτελεί νόμιμο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων και από κανένα στοιχείο προέκυψε ότι οι τελευταίοι με τη συμπεριφορά τους δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι δεν θα διεκδικήσουν τα έξοδα αυτά και ότι παραιτήθηκαν από την εν λόγω αξίωσή τους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε ρητώς και όχι "σιγή" όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, ως ουσία αβάσιμη την κρινόμενη ένσταση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του αρθρ. 281 ΑΚ και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, δεν είναι βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 252/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ