Legislator Case Law & Legislation
1554/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance company, dismissing claim against individual plaintiff.

Case Number 1554/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the individual plaintiff but partially allowed it against the insurance company, overturning a reduction in damages. The court found that the insurance entity, having replaced the defunct insurer, was liable for the full original compensation amount of €111,762.60. Consequently, the court ordered the insurance company to pay the full sum to the plaintiff while keeping the case active for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 179, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the case ex officio if a party fails to appear, and if the appeal is partial, it must rule on the appealed portion while keeping the case open for the remainder.

Keywords

AI generated
partial appeal insurance liability damages reduction ex officio examination legal costs offset subrogation civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 4 paragraph 3 of Law 4092/2012
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1554 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1554/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Α. Β. του Ι., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα - Αριστέα Σέκερη.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Π. Γ. του Ι., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης και

2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, εκ των οποίων το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.01.2010 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31189/2011 μη οριστική και 15763/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 403/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 95/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμ. .../9-10-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δημήτριου Τσότσου, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 21.02.2018 (αριθμ.

καταθέσεως 643/44/23-2-2018) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 05.03.2021, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Γ. Π., με θυροκόλληση, κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ενώ επίσης, αντίγραφο της εκθέσεως επιδόσεως παραδόθηκε στον Αξ/κο Υπηρεσίας (απουσία του προϊσταμένου) του Α.Τ. ...

Θεσσαλονίκης, με σχετική ταχυδρομική ειδοποίηση (βλ. τις συνημμένες στην έκθεση επιδόσεως με ημερομηνία 9/2020 και 12/2020 αποδείξεις παράδοσης και παραλαβής εγγράφου από το Α.Τ. και βεβαίωση του ταχυδρομικού υπαλλήλου). Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την ως άνω δικάσιμο, ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 (άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021) και επαναπροσδιορίστηκε, κατ’ άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ως άνω νόμου με την από 12.04.2021 πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την παρούσα δικάσιμο, εγγραφείσας στο οικείο πινάκιο, με επιμέλεια του γραμματέα.

Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, και εφόσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή του, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του(άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Η κρινόμενη, από 21.02.2018 (αριθμ. κατάθ. 643/ 44/23-2-2018) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 403/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρα 666, 670-676, 681 Α του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, ήδη διαδικασία περιουσιακών διαφορών άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 14/2021), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 781/2020), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).

Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β’ του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ.

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 147/2018).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017).

Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 3/2020). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 147/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 945/2020, ΑΠ 607/2020).

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ` εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 837/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 262/2018).

Τέλος, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ. ορίζεται, ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγική ικανότητα του οδηγού. Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος.

[III] Από την προσβαλλομένη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), που αφορούν τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ’ αυτό οδηγών, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Στις 22.04.2009 και ώρα 04.50' περίπου, ο ενάγων, οδηγώντας την υπ’ αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο, με ταχύτητα μη προσδιορίσθείσα ακριβώς, από 45-48 χιλ./ώρα, ήτοι ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ./ώρα (κατοικημένη περιοχή) επί της οδού Γ. Παπανδρέου της Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση από την οδό 25ης Μαρτίου προς την οδό Θ.

Σοφούλη. Η οδός Γ. Παπανδρέου είναι ευθεία οριζόντια, μονής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 14 μέτρων, τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες χωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένες γραμμές. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο τότε ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και το Επικουρικό Κεφάλαιο, ήδη δεύτερο εφεσίβλητο, υπεισήλθε αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της (άρθ. 19 παρ. 1 περ.

δ’ και 25 παρ. 4 του ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 50 παρ. 13 του ν. 1569/1985, βλ. και ΑΠ 486/2012), εκινείτο επί της ιδίας οδού Γ. Παπανδρέου, στην δεύτερη από δεξιά (τρίτη από αριστερά) σε σχέση με την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας την ίδια ταχύτητα μ’ αυτόν, ομορρόπως και δέκα μέτρα περίπου έμπροσθεν του αυτοκινήτου του ενάγοντος, ο οποίος την ώρα εκείνη βρισκόταν στην τρίτη από δεξιά (δεύτερη από αριστερά) σε σχέση με την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας.

Κατά τον ως άνω χρόνο, η κυκλοφορία των οχημάτων επί της άνω οδού ήταν αραιή, η ορατότητά της δεν περιοριζόταν, επικρατούσε συννεφιά και ψιχάλιζε, αλλά η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά και ο φωτισμός (τεχνητός λόγω της νύχτας) ήταν επαρκής, ήταν δε σταθμευμένα και στα δύο άκρα κατά μήκος της οδού αυτοκίνητα.

Πλησιάζοντας ο πρώτος εναγόμενος σε διασταύρωση της ανωτέρω οδού με την οδό Λασκαράτου διαπίστωσε ότι στην αριστερή, σε σχέση με την πορεία του πλευρά της οδού, υπήρχε, μεταξύ των σταθμευμένων οχημάτων, κενή θέση για την στάθμευση του οχήματός του. Η απόσταση που μεσολαβεί από την διασταύρωση έως την κενή αυτή θέση, υπολογιζόμενη βάσει των απεικονιζομένων στο σχεδιάγραμμα στοιχείων δεν υπερβαίνει τα 20 μέτρα, υπολογιζόμενης της τιμής αυτής ως εξής:

το πλάτος της οδού Λασκαράκη προς την κάθοδο είναι 9,5 μέτρα- σύμφωνα με την καταγραφή στο σχεδιάγραμμα, η δε προαναφερθείσα κενή θέση αφορά χώρο μεταξύ του πρώτου στην (προς αριστερά) γωνία της διασταύρωσης και του τρίτου σταθμευμένου οχήματος, δηλαδή πρόκειται για επί πλέον συνολική απόσταση από την άκρη της διασταύρωσης έως τον άνω προορισμό του πρώτου εναγομένου, μήκους περίπου 9-10 μέτρων [Σημειώνεται ότι στην προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ιδιωτική γνωμάτευση (τεχνική έκθεση της Γ.

Χ. Δ. και Σια ΕΕ) αναφέρεται ως αρχικό σημείο εκκίνησης όχι το ύψος της διασταύρωσης, αλλά περίπου επτά (7) μέτρα πριν απ' αυτήν στην πορεία των οχημάτων, λόγος για τον οποίο η συνολική απόσταση μεταξύ του αρχικού και τελικού σημείου κίνησης υπολογίζεται σε 26,50 μέτρα]. Ο πρώτος εναγόμενος προτιθέμενος να καταλάβει την προαναφερθείσα κενή θέση, έσπευσε, ώστε να καλύψει την απόσταση από την διασταύρωση έως την κενή θέση, που είχε, κατά τα ανωτέρω, εντοπίσει.

Η ενέργεια του αυτή, έγινε αιφνιδιαστικά και χωρίς η οδική συμπεριφορά του να προμηνύει τέτοια ενέργεια. Ειδικότερα δε, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην προαναφερθείσα κίνηση, χωρίς, όμως, να ελέγξει αν εκείνη τη στιγμή ακολουθούσε την πορεία του άλλο όχημα, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να διασχίσει με την προαναφερόμενη φορά το οδόστρωμα χωρίς κίνδυνο, ή παρακώλυση των άλλων χρηστών της οδού, αλλά και χωρίς να καταστήσει εγκαίρως γνωστή, την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει τον ελιγμό, χρησιμοποιώντας τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης.

Κατά την εξέλιξη της κίνησης αυτής, το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, βρέθηκε εντός του ρεύματος πορείας της υπό του ενάγοντος κανονικά κινουμένης μοτοσικλέτας, και απέκοψε αιφνίδια διαγωνίως την πορεία αυτής, η οποία εκείνη τη στιγμή ήταν σε απόσταση μικρότερη των δέκα (10) μέτρων από το αυτοκίνητο, αφού λόγω της προς τ’ αριστερά κινήσεως του αυτοκινήτου, απομειώθηκε και η απόσταση μεταξύ των οχημάτων.

Εξαιτίας της ξαφνικής αυτής παρεμβολής, η μοτοσικλέτα επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της, στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου. Ακολούθως εξετράπη προς την αριστερή (σε σχέση με την πορεία της) λωρίδα κυκλοφορίας και προσέκρουσε με την αριστερή της πλευρά στην οπίσθια δεξιά γωνία του σταθμευμένου υπ’ αριθμ.

κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, οπότε και ανετράπη, ο δε ενάγων έπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε. Υπό τις περιστάσεις αυτές κρίνεται ότι η ένδικη σύγκρουση και ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, καθόσον αυτός δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του οχήματός του την προσήκουσα (απαιτούμενη) επιμέλεια και προσοχή που, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτείται και την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός θα κατέβαλε, εάν βρισκόταν σε παρόμοια με αυτόν κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που τηρούνται στις συναλλαγές σε σχέση με τις επικρατούσες οδικές κα κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή λογική και πείρα και την οποία επιμέλεια, αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει.

Τούτο δε διότι, αυτός, προτιθέμενος να εκτελέσει ελιγμό και να κινηθεί αριστερά του οδοστρώματος, για να εισέλθει στην ως άνω κενή θέση στάθμευσης, δεν είχε βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των λοιπών οχημάτων της οδού πίσω και πλάι από αυτόν αριστερά της πορείας του, κάνοντας χρήση των καθρεπτών του οχήματός του, ώστε να διαπιστώσει ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακίνδυνα για τους λοιπούς οδηγούς του ρεύματος κυκλοφορίας του και έτσι δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσικλέτας, η οποία εκινείτο πίσω του, περί τα δέκα (10) μέτρα, όπως η απόσταση αυτή προκύπτει βάσει υπολογισμού από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ούτε γνωστοποίησε και μάλιστα εγκαίρως, είτε με την αφή του αντίστοιχου φλας, είτε με άλλο σήμα, την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τ' αριστερά, αλλά, κατά τρόπο επιπόλαιο και αιφνιδιαστικό παρενεβλήθη στην πορεία της μοτοσικλέτας.

Αν ο πρώτος εναγόμενος επεδείκνυε την επιβαλλόμενη για τον μέσο συνετό οδηγό συμπεριφορά και έλεγχε κατά τα ανωτέρω την οδό, θα διαπίστωνε, δεδομένου ότι η οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία χωρίς περιορισμό ορατότητας από κανέναν παράγοντα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ότι δεν προλάβαινε να πραγματοποιήσει ακίνδυνο ελιγμό και είσοδο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, εξαιτίας της πορείας της μοτοσικλέτας του ενάγοντος και θ' ανέμενε την απομάκρυνσή της, ώστε να κινηθεί κι αυτός προοδευτικά στην αριστερή λωρίδα και χαμηλώνοντας σταδιακά την ταχύτητα, να κινηθεί στο αριστερό τμήμα της λωρίδας κατευθύνσεώς του με αναμμένο τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης, ειδοποιώντας γι' αυτό τους λοιπούς χρήστες της οδού, λαμβάνοντας δηλ.

έτσι τα μέτρα που, κατά ανωτέρω, παρέλειψε να εφαρμόσει. Περί του ότι έχει ευθύνη για την σύγκρουση κατέθεσε, μάλιστα ο πρώτος εναγόμενος κατά την διενεργηθείσα προανάκριση [βλ. την από 24.09.2009 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου « [...] θεωρώ υπαίτιους για το ατύχημα, και τους δυο μας (δύο διαδίκους οδηγούς)»]. Ο ισχυρισμός του στην από 24.09.2009 έκθεση ένορκης εξέτασης ότι έκανε χρήση κατ’ αρχάς των φώτων «αλάρμ», δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, πέραν του ότι κι αληθής υποτιθέμενος αποδυναμώνει τους ισχυρισμούς του περί ορθής οδηγικής συμπεριφοράς, αφού η χρήση αυτών θα προκαλούσε σύγχυση στους υπόλοιπους χρήστες της οδού και όχι ένδειξη της προθέσεώς του να πραγματοποιήσει ελιγμό.

Περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η επίδικη σύγκρουση συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψη του ενάγοντος οδηγού, ουδόλως αποδείχθηκαν, αντίθετα ο τελευταίος αποδείχθηκε ότι εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και, όταν λόγω των παραπάνω παραλείψεων του πρώτου εναγομένου και της ξαφνικής απόφραξης της πορείας του, αντιλήφθηκε την παρουσία αυτού ο ενάγων στερήθηκε της δυνατότητος να προβεί σε οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, λαμβανομένου υπόψη ότι προς τ' αριστερά υπήρχε σειρά σταθμευμένων οχημάτων, ενώ τον αιφνιδιασμό του μαρτυρά και η απουσία ιχνών τροχοπέδησης.

Γεγονός είναι, βέβαια ότι η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα στο αίμα του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας διαγνώσθηκε ανερχόμενη σε ένα γραμμάριο και εξήντα εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (ή 1,60%), όπως τούτο βεβαιώνεται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/11-5-2009 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του Τμήματος χημικών και φυσικών εξετάσεων της Υποδ/νσης Εγκληματικών Ερευνών Β.

Ελλάδος. Επομένως, αυτός οδηγούσε την μοτοσικλέτα του ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά παράβαση του άρθρου 42 Κ.Ο.Κ., πράξη για την οποία ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη. Πλην όμως η κατάσταση αυτή (ύπαρξη οινοπνεύματος), ουδόλως επηρέασε την οδηγική του ικανότητα, κατά τον συγκεκριμένο κρίσιμο χρόνο του συμβάντος, δεδομένου ότι ο ενάγων οδηγούσε σταθερά στην λωρίδα πορείας του, διήλθε την διασταύρωση υπό τις ενδείξεις του φωτεινού σηματοδότη, ο οποίος έδειχνε πράσινο φως και είχε ταχύτητα η οποία δεν υπερέβαινε ούτε το ανώτατο, ούτε το από τις προπεριγραφείσες περιστάσεις και συνθήκες της οδού επιβαλλόμενο όριο, περιστατικά περί των οποίων ουδέν περί του αντιθέτου προκύπτει απ' όλο το αποδεικτικό υλικό.

Αντιθέτως, την κρίση περί της ανωτέρω ταχύτητος δικαιολογεί η ένσταση της συγκρούσεως, η οποία έγινε αιτία πτώσεως μόνο του ενάγοντος στο οδόστρωμα με την επακόλουθη συνέπεια του σοβαρότατου, τραυματισμού του δεξιού χεριού του. Αν η ταχύτητα της μοτοσικλέτας υπερέβαινε το επιβαλλόμενο όριο, και ήταν υπερβολική, ανερχομένη μάλιστα σε 90-100 χιλιόμετρα την ώρα, όπως αβασίμως διατείνονται οι εναγόμενοι, τότε κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, η σύγκρουση και για τα δύο οχήματα θα ήταν απόλυτα καταστροφική, ενώ ο ενάγων θα είχε εκτιναχθεί με σωματικές βλάβες σε διάφορα σημεία του σώματός του (κατάγματα, κακώσεις κλπ) μείζονος περαιτέρω σοβαρότητος και συνεπειών για την υγεία του.

Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από την δέουσα εκτίμηση του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού και κυρίως από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα της Τροχαίας που αποτυπώνουν τις συνθήκες του ατυχήματος. Με βάση αυτά είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγομένων, που είχαν προβάλει πρωτοδίκως, επαναφέρουν δε και στον παρόντα βαθμό με τις προτάσεις τους:

ότι ο πρώτος εξ αυτών είχε διαπιστώσει την κενή θέση σε απόσταση 50-60 μέτρων από την διασταύρωση, ενώ βρισκόταν ακινητοποιημένος προ αυτής, λόγω ερυθράς ενδείξεως του φωτεινού σηματοδότη και, ότι, ακολούθως, μετά την αλλαγή του χρώματος σε πράσινο, αυτός, αφού έθεσε σε λειτουργία τους αριστερούς δείκτες κατευθύνσεως («φλας») του αυτοκινήτου του και ελέγχοντας από τους αριστερούς καθρέπτες του οχήματός του, ως και από τους καθρέπτες οπισθοσκοπήσεως την όπισθέν του κυκλοφοριακή κατάσταση, και βεβαιώθηκε ότι κανένα απολύτως όχημα δεν έβαινε πίσω και σε μεγάλη απόσταση, κινήθηκε με ιδιαίτερα χαμηλή ταχύτητα, σταδιακά, από την δεύτερη εκ δεξιών στην τρίτη εκ δεξιών λωρίδα κυκλοφορίας με πρόθεση να παρκάρει το όχημά του στην (ανωτέρω) τέταρτη εκ δεξιών (πρώτη εξ αριστερών) λωρίδα κυκλοφορίας της πιο πάνω οδού, και ότι, τέλος η ένδικη σύγκρουση συνέβη επειδή κατά την ώρα που αυτός (πρώτος εναγόμενος) ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει τον σχετικό ελιγμό σταθμεύσεως του αυτοκινήτου του, εμφανίστηκε ο ενάγων κινούμενος με την παραπάνω αναφερομένη υπερβολική ταχύτητα (ανώτερη των 90- 100 τουλάχιστον χιλ.

ανά ώρα). Ωστόσο η επικαλούμενη από τον πρώτο εναγόμενο υπαιτιότητα του ενάγοντα δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ιδίως δε στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, από το οποίο, αντιθέτως, συνάγεται η προπεριγραφείσα υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου. Το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, σημειωτέον, συντάχθηκε κατόπιν υποδείξεως του πρώτου εναγομένου, που, όπως ο ίδιος κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την συζήτηση της 14-3-2011, αυτός έδωσε πληροφορίες στους επιληφθέντες αστυνομικούς, που προσήλθαν στον τόπο του ατυχήματος, ενώ ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του, είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι με την υπ’ αριθμ. 22836/ 2013 απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο (ΑΠ 359/2011, ΑΠ 1286/2003 - ΕλΔ/νη 2005-407, ΑΠ 1563/2002 - ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7175/ 2013 - ΤΝΠ Νόμος), ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος του ενάγοντος, από το ένδικο ατύχημα. Με βάση τα παραπάνω ο συνιστών άρνηση ισχυρισμός των εναγόμενων ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος (και του τραυματισμού του) είναι ο ίδιος ο ενάγων και η ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρ. 300 του ΑΚ) που οι εναγόμενοι πρότειναν (επικουρικά) παραδεκτά πρωτόδικα (άρθρ. 262 παρ. 1, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ και επαναφέρουν και τώρα προς απόκρουση της εφέσεως (άρθρ. 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσία [...] |».

[IV] Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ, καθώς και 12, 19, 20 και 42 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) και την έλλειψη οιασδήποτε συνυπαιτιότητας του ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) στην επέλευση της ένδικης συγκρούσεως.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του αυτοκινητικού ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά οδηγών), οι οποίοι ήταν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) στην επέλευσή του, καθώς και στην έλλειψη οιασδήποτε συνυπαιτιότητας του ενάγοντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου).

Ειδικότερα, με πλήρη αιτιολογία προσδιορίζεται 1) η ομόρροπη κίνηση των οχημάτων στην οδό και η απόσταση μεταξύ τους (10 μέτρων), 2) η ταχύτητα αμφοτέρων των συγκρουσθέντων οχημάτων κατά την είσοδό τους στην διασταύρωση (η οποία ήταν κατώτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλ./ώρα στο επίδικο σημείο, αλλά και κατώτερη από το από τις περιστάσεις και συνθήκες της οδού επιβαλλόμενο όριο), 3) ο τρόπος της συγκρούσεως των οχημάτων και τα συγκρουσθέντα μέρη αυτών και 4) οι κινήσεις των οχημάτων μετά τη σύγκρουση, ενώ δεν υπάρχουν ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την ορατότητα των κινούμενων στην οδό οδηγών και την ταχύτητα των οχημάτων (Ι.Χ.

επιβατηγού αυτοκινήτου και δίκυκλης μοτοσικλέτας) δεδομένου ότι:

(α) με σαφήνεια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι «η οδός Γ. Παπανδρέου είναι ευθεία […]∙ ότι η ορατότητα δεν περιορίζεται [...]∙ ότι πλησιάζοντας ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) στη διασταύρωση της ανωτέρω οδού με την οδό Λασκαράτου διαπίστωσε ότι στην αριστερή, σε σχέση με την πορεία του, πλευρά της οδού, υπήρχε, μεταξύ των σταθμευμένων οχημάτων, κενή θέση για την στάθμευση του οχήματός του.

Η απόσταση που μεσολαβεί από την διασταύρωση έως την κενή αυτή θέση, υπολογιζόμενη βάσει των απεικονιζομένων στο σχεδιάγραμμα στοιχείων δεν υπερβαίνει τα 20 μέτρα, υπολογιζόμενης της τιμής αυτής ως εξής: το πλάτος της οδού Λασκαράκη προς την κάθοδο είναι 9,5 μέτρα, σύμφωνα με την καταγραφή στο σχεδιάγραμμα, η δε προαναφερθείσα κενή θέση αφορά χώρο μεταξύ του πρώτου στην (προς αριστερά) γωνία της διασταύρωσης και του τρίτου σταθμευμένου οχήματος, δηλαδή πρόκειται για επί πλέον συνολική απόσταση από την άκρη της διασταύρωσης έως τον άνω προορισμό του πρώτου εναγομένου, μήκους περίπου 9-10 μέτρων.

Ο πρώτος εναγόμενος προτιθέμενος να καταλάβει την προαναφερθείσα κενή θέση, έσπευσε, ώστε να καλύψει την απόσταση από την διασταύρωση έως την κενή θέση, που είχε, κατά τα ανωτέρω, εντοπίσει. Η ενέργεια του αυτή, έγινε αιφνιδιαστικά και χωρίς η οδική συμπεριφορά του να προμηνύει τέτοια ενέργεια. Ειδικότερα δε, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην προαναφερθείσα κίνηση, χωρίς, όμως, να ελέγξει αν εκείνη τη στιγμή ακολουθούσε την πορεία του άλλο όχημα, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να διασχίσει με την προαναφερόμενη φορά το οδόστρωμα χωρίς κίνδυνο, ή παρακώλυση των άλλων χρηστών της οδού, αλλά και χωρίς να καταστήσει εγκαίρως γνωστή, την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει τον ελιγμό, χρησιμοποιώντας τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης.

Κατά την εξέλιξη της κίνησης αυτής, το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, βρέθηκε εντός του ρεύματος πορείας της υπό του ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) κανονικά κινούμενης μοτοσικλέτας, και απέκοψε αιφνίδια διαγωνίως την πορεία αυτής, η οποία εκείνη τη στιγμή ήταν σε απόσταση μικρότερη των δέκα (10) μέτρων από το αυτοκίνητο, αφού λόγω της προς τα αριστερά κίνησης του αυτοκινήτου, απομειώθηκε και η απόσταση μεταξύ των οχημάτων» και

(β) ότι «ο ενάγων οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας κινείτο, με ταχύτητα μη προσδιορίσθείσα ακριβώς, από 45-48 χιλ./ώρα, ήτοι ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ./ώρα (κατοικημένη περιοχή), ενώ ο οδηγός του Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου κινείτο με την ίδια ταχύτητα».

Επομένως, ο συναφής τρίτος λόγος, αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την [...] πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

[V] Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατέγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα στον αναιρεσείοντα και θεώρησε τον πρώτο αναιρεσίβλητο ανυπαίτιο του εν λόγω ατυχήματος, παραλείποντας να εφαρμόσει, κατά την συγκρότηση του αποδεικτικού του πορίσματος τα διδάγματα της κοινής πείρας:

(α) ότι «η οδήγηση εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου της δίκυκλης μοτοσικλέτας υπό την επήρεια αλκοόλ ποσότητας 1,60 γρ./λίτρο αίματος εξαφάνισε πλήρως το στοιχειώδες αντανακλαστικό της άμεσης πέδησης και του ταυτόχρονου αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά ενόψει κινδύνου που εμφανίστηκε έμπροσθέν του και είχε ως συνέπεια η μοτοσικλέτα του να συγκρουσθεί πρακτικώς «ακυβέρνητη» με το αυτοκίνητό του, άνευ ουδεμίας πέδησης και το σύνολο της κινητικής μοτοσικλέτας να εκτονωθεί στη σύγκρουση και να προκαλέσει τον τραυματισμό του πρώτο αναιρεσίβλητου» και

(β) ότι «αν και βεβαιώνει, η προσβαλλομένη, ότι το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος εκινείτο ομόρροπα έμπροσθεν σε διαρκή σταθερή απόσταση 10 μέτρων από τη μοτοσικλέτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου [...] εν τούτοις και κατά την περιγραφική ροή των πραγματικών περιστατικών και των επικρατουσών συνθηκών που οδήγησαν στο επίδικο ατύχημα, δέχεται δύο διαφορετικές - μεταξύ τους - κινητικές φάσεις του αυτοκινήτου με διαφορετικές ταχύτητες μεταξύ τους, παραβιάζοντας το δίδαγμα κοινής πείρας ότι αν το ένα όχημα διατηρεί σταθερή την ταχύτητά του καθ’ όλη την διάρκεια της κινήσεώς του και το δεύτερο μεταβάλλει - εν προκειμένω αυξάνει («έσπευσε») την ταχύτητά του - η μεταξύ τους απόσταση δεν είναι δυνατόν να παραμένει σταθερή, αλλά ούτε και να μειώνεται».

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ, αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

[VI] Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 945/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 2083/2017). Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 607/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 22.04.2009 πρόχειρου σχεδιαγράμματος του Β' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης, και ειδικότερα, κατ’ ακριβή λεκτική διατύπωση «αφ’ ενός με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται και βεβαιώνονται στο έγγραφο, αφετέρου αποδίδοντας σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό μη λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα αναφέρονται και βεβαιώνονται σε αυτό» αναφορικά με την κίνηση επί της οδού και κατεύθυνση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων (δίκυκλης μοτοσικλέτας και ΙΧ επιβατηγού αυτοκινήτου) υπό την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι το ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο αναιρεσείων κινείτο ομορρόπως και δέκα μέτρα περίπου έμπροσθεν της μοτοσικλέτας του πρώτου αναιρεσιβλήτου η οποία εκείνη τη στιγμή ήταν σε απόσταση μικρότερη των δέκα (10) μέτρων από το αυτοκίνητο και έτσι δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσικλέτας η οποία κινείτο πίσω του, περί τα δέκα (10) μέτρα, όπως η απόσταση αυτή προκύπτει βάση υπολογισμού από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, στο οποίο όμως σχεδιάγραμμα, το οποίο δεν είναι σχεδιασμένο υπό κλίμακα, δεν καταγράφεται καμία απόσταση μεταξύ των οχημάτων.

Επί του άνω λόγου κατά τις προαναφερόμενες αιτιάσεις του, λεκτέα είναι τα εξής:

Η αποτύπωση της θέσης κατεύθυνσης και πορείας στο ως άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα, των άνω οχημάτων δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη για τα στοιχεία αυτά, δεδομένου ότι δεν έλαβαν χώρα ενώπιον των αστυνομικών οργάνων που συνέταξαν αυτά, και επομένως επιτρέπεται ανταπόδειξη ως προς τα προαναφερόμενα στοιχεία. Έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα (σφάλμα κατά την ανάγνωση) αλλά αφού το ανέγνωσε ορθά ως προς τα επίμαχα στοιχεία του, οδηγήθηκε σε αντίθετο με τις απόψεις του αναιρεσείοντος αποδεικτικό πόρισμα, μετά από συνεκτίμηση αυτών με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων χωρίς να εξάρει τη βαρύτητα του σχετικού αυτού εγγράφου, ως προς το προαναφερθέν περιεχόμενό του, στη διαμόρφωση της γνώμης του. Σε κάθε περίπτωση όμως, με τις ανωτέρω αιτιάσεις ο αναιρεσείων, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, επιχειρεί να πλήξει την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, που όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο λόγος αυτός, κατά την αναφερθείσα αιτίασή του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

[VII] Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του π.δ/τος 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, μεταξύ άλλων και όταν:

(α) αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος,

(β) Το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση (ανασφάλιστο αυτοκίνητο),

(γ) [...],

(δ) Ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το ν. 4092/2012 «η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος».

Με το άρθρο τέταρτο του ν. 4092/2012 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του π.δ/τος 237/1986 και ειδικότερα με το στοιχείο γ` του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, το οποίο προβλέπει εκτός άλλων:

«2. Η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο. Η αποζημίωση για τα εδάφια α` και β` της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου (ατύχημα από όχημα άγνωστο, ατύχημα από όχημα ανασφάλιστο), δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παράγραφος 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος. Στις περιπτώσεις του εδαφίου γ` της προηγούμενης παραγράφου (ατύχημα σε περίπτωση οριστικής ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή πτωχεύσεως αυτού), το συνολικό ποσό για την αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α) ...,

β) ...,

γ)...,

δ) ...,

ε)...,

στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ. Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης και πέραν των 100.000 ευρώ σε πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία. Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση».

Η ανωτέρω κανονιστική εθνική ρύθμιση κατά το μέρος με την οποία περιορίζεται το συνολικό ποσό αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας ασφαλιστικής εταιρείας, όπως στην ένδικη περίπτωση, σε ορισμένο μόνο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης και με ανώτατο ποσό 100.000 ευρώ, δεν σκοπεί στον καθορισμό του δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος στο πλαίσιο της αστικής ευθύνης του ασφαλισμένου ή του περιεχομένου του δικαιώματος αυτού, που εμπίπτει κατ` αρχήν στην αρμοδιότητα των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά αντίθετα περιορίζει τη σύμφωνη με τις οδηγίες 72/166/ΕΟΚ και 84/5/ΕΟΚ κάλυψη, που παρέχει η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από ασφαλιστική εταιρεία ή από άλλο φερέγγυο πρόσωπο και καταλύει την πρακτική αποτελεσματικότητα των ανωτέρω οδηγιών (ΔΕΚ C- 277/2012 Drozdovs v. Baltikums AAS της 24ης Οκτωβρίου 2013, ΔΕΚ C- 348/98 Fereira v. Companhia de Seguros Mundial Confiança SA της 14ης Σεπτεμβρίου 2000).

Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω αναφερόμενες οδηγίες και την σκοπούμενη με αυτές μεταχείριση των παθόντων. Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη του τέταρτου άρθρου του ν. 4092/2012 με τη θέσπιση περιορισμού σε ορισμένο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης και κατά ανώτατο όριο ποσού 100.000 ευρώ, είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, διότι μόνη η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό χωρίς κόστος για τους παθόντες από τροχαία ατυχήματα, όπως με την υποχρέωση αυτού να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω αύξησης των εσόδων του, του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών, με την προληπτική επιτήρηση και τον αποτελεσματικό έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών, καθώς και με τη μέριμνα για την ελαχιστοποίηση των οχημάτων που κυκλοφορούν χωρίς να καλύπτεται η έναντι τρίτων αστική ευθύνη με σύμβαση ασφάλισης.

Τέλος, η ανωτέρω διάταξη του ν. 4092/2012, με το να περιορίσει το ύψος της αποζημίωσης στα αναφερόμενα σ` αυτή ποσοστά και κατ` ανώτατο ποσό σε 100.000 ευρώ καταργεί δραστικά την αστική αυτή απαίτηση των παθόντων για αποκατάσταση της ζημίας τους και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε για σωματικές βλάβες σε τροχαίο ατύχημα.

Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με την οποία κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, η οποία επίσης προστατεύεται από το άρθρο 17 του ισχύοντος Συντάγματος, αφού η ανωτέρω διάταξη τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.

Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο ουσιαστικά επιχειρείται να διασφαλιστεί με την ως άνω διάταξη, όπως προκύπτει από την Αιτιολογική έκθεση του ν. 4092/2012 κατά την οποία με τις διατάξεις αυτές σκοπείται να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, με τη στάθμιση των υποχρεώσεών του χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του θέση, λόγω του ιδιαίτερου επικουρικού σκοπού αυτού ( ΟλΑΠ 3/2019, ΑΠ 456/2020, ΑΠ 806/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο για το ερευνώμενο, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, ζήτημα του ποσοτικού περιορισμού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. γ' του ν. 4092/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 19 του π.δ/τος 237/1986, της ευθύνης του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», το οποίο υπεισήλθε, αυτοδικαίως, στη θέση της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία «Διεθνής Ένωση Α.Α.Ε.» της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Το σύνολο των αξιώσεων του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των εκατόν έντεκα χιλιάδων επτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και έξη λεπτών (111.762, 6), ήτοι (3.700 + 400 + 100 + 1.165,92 + 3.600 + 168,60 + 27.628,08 + 35.000 + 40.000). Από το ποσό αυτό υπόχρεο καθίσταται το Επικουρικό Κεφάλαιο, εις ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο (εκ παραδρομής φέρεται ως πρώτη εναγομένη) μέχρι του ποσού των εβδομήντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα τριών ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (78.233,82 ) ήτοι (111.762,6 X 70 %), δεκτού γενομένου του αιτήματός του περί εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. 2 περ. γ' του π.δ. 237/1986, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 4092/2012, που καταλαμβάνει και τις υπό κρίση ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, επί των οποίων δεν είχε εκδοθεί οριστική απόφαση μέχρι την έναρξη της ισχύος του άνω νόμου, ήτοι μέχρι την 08.11.2012 (ΦΕΚ Α 220/8-11-2012), ενόψει της εκδόσεως της εκκαλουμένης την 12.09.2014. Μετά απ’ όλα τα παραπάνω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως κατ' ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί η εις ολόκληρο υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 111.762,6 ευρώ, το δε Επικουρικό Κεφάλαιο μέχρι του ποσού των 78.233,82 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής|».

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο και με το να κρίνει νόμιμη και ισχυρή τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ' του ν. 4092/2012, την οποία εφάρμοσε περιορίζοντας το ποσό της επιδικασθείσας αποζημιώσεως σε ποσοστό 70% αυτής κατ' ανώτατο όριο, παραβίασε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ. δ' του ισχύοντος Συντάγματος, άρθρο 6 ΕΣΔΑ και την Οδηγία 84/5/ΕΟΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και εσφαλμένα δεν υπήγαγε στους ανωτέρω κανόνες δικαίου τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα οποία πληρούσαν το πραγματικό τους, τους οποίους επομένως παραβίασε ευθέως με το να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ' του ν. 4092/2012, αν και αυτή είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας αποζημιώσεως αναφορικά με το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», το οποίο και αφορά, κατά το μέρος, που η ανωτέρω αξίωση έχει επιδικασθεί στον πρώτο αναιρεσίβλητο.

[VIII] Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Π. Γ., ενώ κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», πρέπει να γίνει δεκτή (κατά ουσιαστική παραδοχή του τέταρτου αναιρετικού λόγου - αντισυνταγματικότητα του άρθρ. 4 εδ. γ' του ν.4092/2012). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο ο αναιρεσείων (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Βδ' ΚΠολΔ) για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε και υπέρ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δεν θα περιληφθεί διότι ο τελευταίος λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη.

[IX] Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική, επί της υποθέσεως, απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 228/2021).

Εν προκειμένω, εφόσον δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως καθόσον υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το προεκτεθέν κεφάλαιό της, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει κατά το ως άνω μέρος της (αφού οι ως άνω διάδικοι - αναιρεσείων και αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο - έχουν καταθέσει προτάσεις, κατά την προκείμενη αναιρετική διαδικασία, με άμεση δικονομική συνέπεια να είναι δυνατή η εξέταση της εφέσεως κατά το αναιρούμενο μέρος της πληττόμενης αποφάσεως ΑΠ 699/2020, ΑΠ 1129/2014), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό, ενώ πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ του αναιρεσείοντος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις και του εκ των αναιρεσιβλήτων N.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», το οποίο επίσης εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

[Α]

Απορρίπτει, την από 21.02.2018 (αριθμ. κατάθ. 643/44/23-2-2018) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθμ. 403/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Π. Γ..

[Β]

Αναιρεί, την υπ’ αριθμ. 403/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», κατά το μέρος που, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ’ αριθμ. 15763/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την κατ’ ουσίαν εκδίκαση της από 26.01.2010 (αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 4241/29-1-2010) αγωγής του ενάγοντος – εκκαλούντος - πρώτου αναιρεσειβλήτου, περιόρισε το ποσό της επιδικασθείσας σε αυτόν αποζημιώσεως, με βάση το άρθρο 4 εδ. γ' του ν. 4092/2012, ύψους 111.762, 6 ευρώ, στο ποσό των 78.233,82 ευρώ, ως προς το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο».

Διατάσσει, την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα, που αυτός έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Καταδικάζει, το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Δέχεται εν μέρει την από 26.01.2010 αγωγή του Π. Γ. κατά του Α. Β. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία «Διεθνής Ένωση Α.Α.Ε.», στη θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της, το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο».

Αναγνωρίζει, την εις ολόκληρον υποχρέωση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο», να καταβάλει, με τον πρώτο εναγόμενο Α. Β., στον ενάγοντα της από 26.01.2010 αγωγής, το ποσό των εκατόν έντεκα χιλιάδων επτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και έξι λεπτών (111.762,6) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ