Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper service of summons to the respondent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision. The appellant, a lawyer, had initiated a lawsuit for removal of insult and damages against her former clients, represented by the respondent. The court found that the appellant accelerated the hearing without legally summoning the respondent, rendering the proceedings invalid. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party accelerates the hearing without legally summoning the other party, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1552 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1552/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3172/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2279/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 1368/2022, ΑΠ 764/2017].
Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 117//2022, ΑΠ 24/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση τη συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης επέσπευσε η αναιρεσείουσα, όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της αναίρεσης που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο (βλ. την από ...-2023 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Α. Σ. που διενήργησε την επίδοση επί του αντιγράφου της αίτησης). Όμως η αναιρεσείουσα δεν παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2279/2020 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. του ίδιου Κώδικα), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη από την προσβολή, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού), από την ΕΣΔΑ (άρθρ. 8 ν.δ.
του 53/1974) και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρ. 17 και 22 ν. 2462/1997). Στις εκδηλώσεις της προσωπικότητας, με την προαναφερόμενη έννοια, περιλαμβάνεται η τιμή και η υπόληψη, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου, καθώς και η ελευθερία (σωματική, ψυχική και οικονομική), η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας.
Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή κατευθύνονται στην αμφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής, προσωπικής και επαγγελματικής αξίας του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, κατά τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και αξιώσεών του ή σε άλλες εκφάνσεις της ζωής του ή κατατείνουν στην περιφρόνησή του.
Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον. Ως άρση της προσβολής νοείται ο άμεσος παραμερισμός της πράξης, που συνιστά την προσβολή, ώστε να επανέλθει η προηγούμενη κατάσταση. Η άρση, επομένως, προϋποθέτει ότι η πράξη της προσβολής είναι παρούσα και ενεργή.
Αν η πράξη έχει συντελεστεί και παραμένουν τα αποτελέσματα της προσβολής, δεν νοείται άρση της προσβολής με την έννοια του άρθρου 57 του Α.Κ., αλλά, γεννώνται αξιώσεις με αποκαταστατικό χαρακτήρα (ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αποζημίωση), εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Εάν η προσβολή, δηλαδή, έχει λήξει, η άρση των αποτελεσμάτων της επιτυγχάνεται με τη διάταξη του άρθρου 59 του Α.Κ.
Επιπλέον, η αξίωση παράλειψης της προσβολής της προσωπικότητας στο μέλλον αναφέρεται σε μελλοντική προσβολή, δηλαδή, συνιστά προληπτικό μέτρο και προϋποθέτει απειλούμενη προσβολή, ήτοι για την κατάφαση της αξίωσης πρέπει να υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής και δεν αρκεί η επίκληση μιας υποθετικής απειλής (ΑΠ 1839/2024, ΑΠ 825/2022).
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 1116/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015).
Κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου, ενώ διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον.
Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό.
Απλές, όμως, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί, που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός), είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης και όχι το έγκλημα της δυσφήμησης (ΑΠ 1069/2019).
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση κατ' άρθρο 362 του ΠΚ, που προσβάλλει επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 - 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 1130/2024, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 25/2004).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 367 παρ. 2 ΠΚ και 920 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ με την εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες: 1) ότι οι ισχυρισμοί που διατυπώθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στα επίμαχα δικόγραφα (τις από 27-7-2017 προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), τα οποία συνέταξε ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εντολέων του, σε βάρος των οποίων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, είχε ασκήσει τις με αριθμ.
εκθ. κατάθ. ..., ... και ....2017 αγωγές, δεν αποτελούν προσωπική έμπνευση του αναιρεσίβλητου αλλά αναπαράγουν όσα του μεταφέρθηκαν από τους εντολείς του σχετικά με την αρνητική εξέλιξη της σχέσης εντολής που συνέδεε την ενάγουσα στις προαναφερθείσες αγωγές και τους ίδιους, 2) ότι οι χαρακτηρισμοί που περιέχονται στα επίμαχα δικόγραφα, παρότι συνιστούν εξύβριση σε βάρος της αναιρεσείουσας, πλην όμως συνιστούν συνήθη πρακτική και άλλων δικηγόρων, οι οποίοι κατά τη σύνταξη δικογράφων χρησιμοποιούν οξύ και επιθετικό λόγο, 3) ότι δεν υπήρχε προσωπική διαμάχη ή αντιδικία μεταξύ του αναιρεσίβλητου και της αναιρεσείουσας, από την οποία να δύναται να συναχθεί πρόθεση του αναιρεσίβλητου να την εξυβρίσει με όσα συμπεριέλαβε στα επίμαχα δικόγραφα, 4) ότι η διάταξη του άρθρου 206 ΚΠολΔ αρκεί για την προστασία του θιγομένου από υβριστικές εκφράσεις δικηγόρου ή διαδίκου.
Τέλος, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης ότι με τις παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποφαίνεται στο κρίσιμο ζήτημα περί του εάν όσα υποστήριξε στα ανωτέρω δικόγραφα ο αναιρεσίβλητος ήταν αληθή ή όχι και εάν γνώριζε την αναλήθειά τους, καθώς και εάν ήταν ευχερές για εκείνον να διαπιστώσει την αναλήθειά τους πριν τη σύνταξη των επίμαχων δικογράφων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<... ... Η εκκαλούσα-ενάγουσα τυγχάνει δικηγόρος Θεσσαλονίκης συνεχώς από το έτος 1989 και αποτελεί μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
Στα πλαίσια άσκησης του επαγγέλματός της κατά το έτος 2008, της ανατέθηκε από τους: 1) Α. Κ. του Σ., 2) Δ. σύζυγο Α. Κ., το γένος Σ. Τ., 3) ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Θ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.E", 4) Θ. σύζυγο Ι. Μ., το γένος Ι. Τ., 5) Α. Μ. του Ι., 6) Ν. Κ. τού Δ., 7) Χ. Π. του Γ., 8) Α. Σ. του Ε., 9) Δ. Β. του Α., 10) Α. Μ. του Φ., 11) H. B. του S., 12) Κ. Κ. του Χ., 13) Γ.
Π. του Χ., 14) Ο. Γ., 15) Γ. Μ. του Ι., 16) Ε. Φ. του Κ., 17) Γ. Μ., 18) Κ. Τ. του Χ. και 19) Β. σύζυγο Κ. Τ., το γένος Ε. Κ., η εντολή της δικαστικής επιδίωξης των απαιτήσεών τους σε βάρος του Α. Β. του Χ., της Α. συζύγου Α. Β., της Κ. Μ. του Γ., της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", του Σ.
Δ. του Α., τότε διευθυντή της προαναφερθείσας τράπεζας, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π. Α.Ε.Ε> και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΥΟΤΑ ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε". Οι απαιτήσεις αυτές αφορούσαν στην αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και στη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους υπέστησαν οι παραπάνω εντολείς της από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Α.
Β. του Χ., ο οποίος με τη συνέργεια των υπόλοιπων φυσικών και νομικών προσώπων, τα οποία μνημονεύονται αμέσως παραπάνω, παρέστησε ψευδώς σε αυτούς ότι εμπορευόταν αυτοκίνητα και, με τον τρόπο αυτό, τους έπεισε να του καταβάλουν διάφορα χρηματικά ποσά ή να καταρτίσουν συμβάσεις δανείου με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", τα ποσά των οποίων ιδιοποιήθηκε ο ίδιος, χωρίς ουδέποτε να τους παραδώσει τα αυτοκίνητα τα οποία είχαν παραγγείλει, καθώς δεν είχε ουδέποτε ασκήσει εμπορική δραστηριότητα με αντικείμενο την πώληση αυτοκινήτων.
Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης εντολής, η εκκαλούσα συνέταξε τις ακόλουθες δεκατρείς (13) συνολικά αγωγές σε βάρος του Α. Β. του Χ., της Α. συζύγου Α. Β., της Κ. Μ. του Γ., της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", του Σ. Δ. του Α., της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.
Π. Α.Ε.Ε." και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ΤΟΥΟΤΑ ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε.", οι οποίες, λόγω των τότε ισχυόντων τοπικών περιορισμών στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, κατατέθηκαν από τη Δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας Α. Κ. στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας ως εξής: (1) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγοντες την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Θ.
Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.E", τη Θ. σύζυγο Ι. Μ., το γένος Ι. Τ. και τον Α. Μ. του Ι., (2) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγοντες την Ο. Γ. του Σ. και τον Γ. Μ. του Ι., (3) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγοντες τον H. B. του S. και τον Κ. Κ. του Χ., (4) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγοντα τον Γ.
Π. του Χ., (5) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγοντες τον Α. Κ. του Σ. και τη Δ. σύζυγο Α. Κ., το γένος Σ. Τ., (6) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγουσα την Α. Σ. του Ε., (7) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...- 2008 αγωγή με ενάγοντα τον Δ. Β. του Α., (8) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγουσα την Ε.
Φ. του Κ., (9) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγοντα τον Γ. Μ., (10) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγοντα τον Ν. Κ. του Δ., (11) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...- 2008 αγωγή με ενάγοντα τον Α. Μ. του Φ., (12) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης ...-2008 αγωγή με ενάγοντα τον Χ. Π. του Γ.
και (13) την με στοιχεία έκθεσης κατάθεσης .../2009 αγωγή με ενάγοντες τον Κ. Τ. του Χ. και τη Β. σύζυγο Κ. Τ., το γένος Ε. Κ. Κατόπιν συμφωνίας της εκκαλούσας με τους ως άνω εντολείς της καθένας από αυτούς της κατέβαλε ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό της τάξεως των 500 περίπου ευρώ για την κάλυψη των απαραίτητων εξόδων για την άσκηση των κατά τα ανωτέρω αγωγών και συμφώνησαν να της καταβάλουν ως αμοιβή ποσοστό από τα χρηματικά ποσά που θα τους επιδικάζονταν σε περίπτωση ευδοκίμησης των αγωγών τους.
Μετά από διαδοχικές αναβολές η συζήτηση των υποθέσεων στις οποίες αφορούσαν η πρώτη, η δεύτερη, η τρίτη, η πέμπτη και η δέκατη τρίτη των ανωτέρω αγωγών, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 21ης Σεπτεμβρίου 2011. Κατά τη δικάσιμο αυτή οι ενάγοντες των ανωτέρω αγωγών παραστάθηκαν διά της Δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και συνεργάτιδας της εκκαλούσας Σ.
Ρ.-Τ., η οποία παραιτήθηκε για λογαριασμό τους από τα ανωτέρω δικόγραφα με συνέπεια την κατάργηση των δικών, οι οποίες είχαν ανοίξει με αυτά (βλ. σχ. τα ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα των με αριθμούς 207, 208, 209, 210 και 2011/21-09-2011 πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, τα οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος).
Επίσης η συζήτηση των υποθέσεων, στις οποίες αφορούσαν η έκτη, η έβδομη, η δέκατη, η ενδέκατη και η δωδέκατη από τις ανωτέρω αγωγές προσδιορίστηκε μετά από διαδοχικές αναβολές κατά τη δικάσιμο της 19-10-2011, οπότε και ματαιώθηκε (βλ. σχ. ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο του με αριθμό ...-2016 πιστοποιητικού της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βέροιας).
Την ίδια εξέλιξη είχαν και οι υποθέσεις, στις οποίες αφορούσαν η τέταρτη, η όγδοη και η ένατη από τις ένδικες αγωγές, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται το ακριβές χρονικό σημείο της ματαίωσης της συζήτησης αυτών. Πέραν των ανωτέρω ενεργειών, που αφορούσαν το αστικό σκέλος της υπόθεσης, η εκκαλούσα, ενεργώντας στο πλαίσιο της εντολής που της ανατέθηκε, συνέταξε και κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Βέροιας τις από 24-11-2008 εγκλήσεις της κατά του Α.
Β. του Χ., της Α. συζύγου Α. Β., της Κ. Μ. του Γ. και κάθε εμπλεκόμενου υπαλλήλου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π. ΑΕΕ" οι οποίες έλαβαν ΑΒΜ, Ζ2008/613 ΓΟ9/5574 αντίστοιχα. Με βάση τις εγκλήσεις αυτές ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος:
α) του Α. Β. του Χ. για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατ' επάγγελμά και κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος μεγαλύτερο των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000 ευρώ) και της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 ευρώ) και β) της Α.
συζύγου Α. Β., της Κ. Μ. του Γ. και του Σ. Δ. του Α. για τις αξιόποινες πράξεις της απλής συνέργειας στα αποδιδόμενα στον πρώτο συγκατηγορούμενό τους εγκλήματα. Μετά την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης, η οποία διενεργήθηκε σχετικά από τον Ανακριτή του Πρωτοδικείου Βέροιας, εκδόθηκε το με αριθμό ...-2014 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης: (α) ο Α.
Β. του Χ. για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχα προκληθείσα συνολική ζημία άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000 ευρώ), η Α. σύζυγος Α. Β. και η Κ. Μ. του Γ. για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην κατά τα ανωτέρω αξιόποινη πράξη του συγκατηγορούμενου τους.
Επίσης, με το παραπάνω βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βέροιας αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του Σ. Δ. του Α. ενώ αντίγραφο του ανωτέρω βουλεύματος επιδόθηκε στην ενάγουσα, με την ιδιότητα της πληρεξούσιας δικηγόρου των εγκαλούντων, την 11-12-2014, χωρίς να ασκηθεί εναντίον αυτού οποιοδήποτε ένδικο μέσο από την πλευρά των τελευταίων.
Ύστερα από τις παραπάνω εξελίξεις του αστικού και του ποινικού σκέλους των ενδίκων υποθέσεων, τη δικαστική διαχείριση των οποίων εμπιστεύθηκαν στην εκκαλούσα, εκ των ανωτέρω εντολέων της, ο πρώτος, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη, ο πέμπτος, ο έκτος, ο έβδομος, η όγδοη, ο ένατος, ο δέκατος, ο ενδέκατος, ο δωδέκατος, η δέκατη τέταρτη, ο δέκατος πέμπτος, η δέκατη έκτη, ο δέκατος όγδοος και δέκατη ένατη από αυτούς απηύθυναν στην εκκαλούσα και στη συνεργάτιδά της Σ.
Ρ.-Τ. την από 24/04/2015 εξώδικη δήλωση πρόσκλησή τους, η οποία υπογράφεται από τον εφεσίβλητο ως πληρεξούσιο Δικηγόρο τους και επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 24-04-2015 (βλ. σχ. ανεπικύρωτο αντίγραφο της με στοιχεία ...-2015 έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Β. Τ.). Με την εν λόγω εξώδικη δήλωση-πρόσκληση οι ανωτέρω εντολείς της εκκαλούσας διατύπωσαν σε βάρος της μομφή ότι προέβη στην παραίτηση από τα δικόγραφα των ανωτέρω αγωγών τους ή στην ματαίωση της συζήτησής τους, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους, ενώ, από την άλλη, απέφευγε να απαντήσει στις τηλεφωνικές τους οχλήσεις και, μετά από επίσκεψή τους στο γραφείο της, τους διαβεβαίωσε ότι ήταν θέμα χρόνου η εκδίκαση των υποθέσεών τους.
Παράλληλα, ισχυρίστηκαν ότι η εκκαλούσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την έκδοση του με αριθμό ...-2014 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, με το οποίο δεν παραπέμφθηκε σε δίκη το σύνολο των προσώπων, τα οποία κατά τη γνώμη τους εμπλέκονταν στην εξαπάτησή τους, με συνέπεια να αποστερηθούν της δυνατότητας να ασκήσουν οποιοδήποτε ένδικο μέσο κατά του βουλεύματος.
Επικαλούμενοι μάλιστα τη συμπεριφορά αυτή, την οποία απέδωσαν στην εκκαλούσα και την οποία χαρακτήρισαν ως απατηλή, ζήτησαν από την τελευταία να παραδώσει τους φακέλους των υποθέσεών τους στον εφεσίβλητο ως νέο πληρεξούσιο Δικηγόρο τους και παράλληλα προέβαλαν σε βάρος της εκκαλούσας και της ως άνω συνεργάτιδάς της μία σειρά απαιτήσεων περιουσιακής φύσης αλλά και παροχής πληροφοριών σχετικά με το χειρισμό των υποθέσεών τους.
Σε απάντηση της ανωτέρω εξωδίκου τους, η εκκαλούσα απηύθυνε προς τους πρώην, πλέον, εντολείς της την από 28-04-2015 εξώδικη απάντηση μετά διαμαρτυρίας-πρόσκληση-δήλωσή της, με την οποία αφενός επιχείρησε να ανασκευάσει τις σε βάρος της αιτιάσεις τους και αφετέρου πρόβαλε τις οικονομικές απαιτήσεις τις οποίες κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς της διέθετε σε βάρος τους από τον μέχρι τότε χειρισμό των υποθέσεών τους.
Την επί της ουσίας άρνηση της εκκαλούσας να παραδώσει στον νέο πληρεξούσιο Δικηγόρο των πρώην εντολέων της τους φακέλους των υποθέσεών τους, ακολούθησε η από 18-06-2015 ενημερωτική επιστολή προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης, του Ι. Μ. του Β., ο οποίος δεν συμπεριλαμβανόταν στους ανωτέρω μνημονευόμενους εντολείς της εκκαλούσας, αλλά ετύγχανε εταίρος της τρίτης, σύζυγος της τέταρτης και πατέρας του πέμπτου από αυτούς.
Στην επιστολή αυτή αναπαράγονται οι σε βάρος της εκκαλούσας αιτιάσεις, οι οποίες διαλαμβάνονται στην από 24-04-2015 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση. Ακολούθως με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2015 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης η ως άνω ενημερωτική επιστολή και σχηματίστηκε η με Α.Β.Μ.
Α2015/18337 ποινική δικογραφία σε βάρος της εκκαλούσας. Η παραπάνω αναφορά τέθηκε στο αρχείο από την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία υπέβαλε την κατά τα ανωτέρω δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης με την με στοιχεία ΕΓ45-14/540/27-Ο4-2016 αναφορά της, ενώ ο τελευταίος ενέκρινε τη σχετική ενέργειά της (βλ.
σχ. ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο του με αριθμό πρωτοκόλλου 2151/09-07-2016 εγγράφου της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, Ωστόσο, μετά την από 08-11-2017 αίτηση του Ι. Μ. του Β. προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία εγχειρίσθηκε αυθημερόν στον τελευταίο, ανασύρθηκε από το αρχείο η ανωτέρω ποινική δικογραφία με την με στοιχεία ΕΓ45-15/540/05-12-2017 πράξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και παραγγέλθηκε προανάκριση.
Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο της με αρ 134/31.8.2020 διάταξης της Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης , που η εκκαλούσα προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη ως σχετικό υπό στοιχείο Ε, το Συμβούλιο Πλημ/κών Θεσσαλονίκης με το με αρ. 251/25-2-2019 αμετάκλητο βούλευμά του απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της για την αποδιδόμενη πράξη της απιστίας δικηγόρου, που φέρεται ότι τέλεσε στη Θεσσαλονίκη στις 11/12/2014, σε βάρος των ανωτέρω εντολέων της (βλ σελ 6 της ανωτέρω διάταξης τελευταία πρόταση).
Περαιτέρω, οι κατά τα ανωτέρω εξώδικες και δικαστικές ενέργειες των πρώην εντολέων της εκκαλούσας και των προσώπων του περιβάλλοντος τους αποτέλεσαν το έναυσμα για την εξέλιξη μιας ιδιαίτερα σφοδρής αντιδικίας μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό της έντασης, αλλά και της έκτασης την οποία προσέλαβε η δικαστική αυτή διαμάχη, αποτελεί το γεγονός ότι η εκκαλούσα κατά το χρονικό διάστημα από την 23-07-2015 έως την 30-11-2017 κατέθεσε σε βάρος των πρώην εντολέων της οι οποίοι διατύπωσαν αιτιάσεις σε βάρος της, δεκαεννιά(19) εγκλήσεις ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ενώ άλλες δύο (2) εγκλήσεις κατατέθηκαν σε βάρος των τελευταίων από τον Γ.
Χ. του Δ., ο οποίος εξετάστηκε πολλές φορές ως μάρτυρας της εκκαλούσας στο πλαίσιο τόσο του αστικού όσο και του ποινικού σκέλους της αντιδικίας της με τα ως άνω πρόσωπα. Από την πλευρά τους, οι πρώην εντολείς της εκκαλούσας κατέθεσαν σε βάρος της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 20-09-2016 έγκλησή τους, με την οποία αποδίδουν σε αυτήν την τέλεση της αξιόποινης πράξης της απιστίας δικηγόρου.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της ανωτέρω αντιδικίας η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης: (α) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά του Α. Μ. του Φ., (β) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά της Α. Σ. του Ε., (γ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά της Ε.
Φ. του Κ., (δ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά του Δ. Β. του Α., (ε) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά του Ν. Κ. του Ε., (στ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά του H. B. του S. (ζ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά του Α. Κ. του Σ., της Δ. συζύγου Α. Κ., το γένος Σ. Τ., (η) την με αριθμό ...-2017 αγωγή κατά του Γ.
Μ. του Ι. και της Ο. Γ. του Σ., (θ) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", της Θ. συζύγου Ι. Μ., το γένος Ι. Τ. και του Α. Μ. του Ι., (ι) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά του Κ. Τ. του Χ. και της Β. συζύγου Κ. Τ., το γένος Ε. Κ., και (ια) την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2017 αγωγή κατά του Χ.
Π., με αντικείμενο την καταβολή της αμοιβής της για τις υπηρεσίες, τις οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, τους είχε παράσχει ως δικηγόρος στο πλαίσιο της δικαστικής επιδίωξης των ανωτέρω απαιτήσεών της. Με την με αρ 1416/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον στην παρούσα δίκη ο εφεσίβλητος, αφού δημοσιεύθηκε στις 24-6-2020, κρίθηκαν τα ακόλουθα ως προς τις ανωτέρω αγωγές: 1) ότι εξ αυτών η υπό στοιχείο (η), συζητήθηκε στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, ενώ οι υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (ζ), (θ), (ι) και (ια) αγωγές συνεκδικάστηκαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 21ης Σεπτεμβρίου 2017" 2) ότι στο πλαίσιο της συζήτησης της πρώτης από τις αγωγές αυτές ο εναγόμενος συνέταξε και κατέθεσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης εντολέως του τις από 19-09-2017 προτάσεις, ενώ στο πλαίσιο της συζήτησης των υπόλοιπων από τις μνημονευόμενες αμέσως παραπάνω αγωγές συνέταξε και κατέθεσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόμενων εντολέων του τις από 21-09- 2017 κοινές προτάσεις τους 3) Ότι στα εν λόγω δικόγραφα παρατίθεται μία σειρά πραγματικών ισχυρισμών προς τον σκοπό της απόκρουσης των αγωγών που ασκήθηκαν από την ενάγουσα σε βάρος των πρώην εντολέων της. 4) Ότι, στα εν λόγω δικόγραφα μεταξύ πολλών άλλων μνημονεύονται και οι ακόλουθοι πραγματικοί ισχυρισμοί: (α) ότι η ενάγουσα χρησιμοποίησε συστηματικά στο πλαίσιο της αντιδικίας της με τους πρώην εντολείς της ως μάρτυρά της τον Γ.
Χ. του Δ., ο οποίος εμφανιζόταν να έχει άμεση γνώση και αντίληψη των επαφών και των συναλλαγών της με τους ανωτέρω αντιδίκους της, βεβαιώνοντας ψευδώς περί της αλήθειας των ισχυρισμών της, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, (β) ότι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε η ενάγουσα τις υποθέσεις τις οποίες της ανέθεσαν οι πρώην εντολείς καθώς και οι επί μέρους ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο αυτό, θεμελιώνουν την τέλεση από αυτήν της αξιόποινης πράξης της απιστίας δικηγόρου, (γ) ότι η ενάγουσα διαβεβαίωνε ψευδώς τους πρώην εντολείς της ότι αναμενόταν η έκδοση αποφάσεων επί των αγωγών που είχε ασκήσει στο όνομά τούς και για λογαριασμό τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (δ) ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα των πρώην εντολέων της για την παράδοση στον νέο πληρεξούσιο δικηγόρο τους των φακέλων των υποθέσεών τους και (ε) ότι η ενάγουσα απέκρυψε από τους πρώην εντολείς της τη μη παραπομπή στο ακροατήριο του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου οποιουδήποτε από τους νόμιμους εκπροσώπους και τους υπαλλήλους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.
Π. Α.Ε.Ε.", 5) οι παραπάνω ισχυρισμοί συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας στην ειδικότερη έκφανση της τιμής και της υπόληψής της και, παράλληλα, θέτουν σέ κίνδυνο το επάγγελμά της, καθώς, με βάση αυτούς, η ενάγουσα εμφανίζεται ως μία δικηγόρος η οποία όχι μόνο δεν τηρεί τις συμφωνίες της με τους εντολείς της, αλλά περαιτέρω ενεργεί σε βάρος των συμφερόντων των τελευταίων, κωλυσιεργώντας και προκαλώντας περαιτέρω αντιδικία με αυτούς, στο πλαίσιο της οποίας μάλιστα καταφεύγει στην υποστήριξη ψευδών ισχυρισμών και στην προβολή αβάσιμων αιτημάτων με τη χρήση ψευδών αποδεικτικών μέσων. 6) Ότι ωστόσο οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν προσωπική έμπνευση του εναγόμενου, αλλά απηχούν, όσα του μεταφέρθηκαν από τους εντολείς του σχετικά με την αρνητική εξέλιξη της σχέσης-εντολής, που συνέδεε την ενάγουσα και τους ίδιους. 7) Ότι οι υπό στοιχεία (β), (γ), (δ) και (ε) ισχυρισμοί προτάθηκαν από τους εντολείς του εναγομένου τόσο στο πλαίσιο της από 24-4-2015 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησής τους προς την ενάγουσα και της από 18-6-2015 ενημερωτικής επιστολής του Ι.
Μ. του Β. προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης, αλλά και στο πλαίσιο τής από 20-9-2016 έγκλησής τους ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, 8) Ότι ο υπό στοιχείο (α) ισχυρισμός συνέχεται λογικά με την ιστορική βάση των αιτιάσεων των εντολέων του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας, επί των οποίων εδράζεται η άρνησή τους να της καταβάλουν τη διεκδικούμενη από την ίδια αμοιβή, καθώς κατατείνει στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ενός από τα βασικά αποδεικτικά μέσα, το οποίο επιστρατεύτηκε από την τελευταία προς τον σκοπό της ευδοκίμησης των αγωγών της. 9) Ότι η ενσωμάτωση των ανωτέρω ισχυρισμών στα δικόγραφα των προτάσεων που συντάχθηκαν και κατατέθηκαν από τον εναγόμενο στο πλαίσιο της συζήτησης των κατά τα ανωτέρω αγωγών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δεν δύναται να αποδοθεί σε πρωτοβουλία αυτού, η οποία κινήθηκε εκτός των ορίων της εντολής που του ανατέθηκε και της πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε από τους εντολείς του ούτε ότι ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της τυχόν αβασιμότητας των ισχυρισμών αυτών, καθώς λόγω του προφορικού χαρακτήρα του συνόλου των συμφωνιών, των συναλλαγών και των επιμέρους επαφών της ενάγουσας με τους πρώην εντολείς της δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει άμεσα το ακριβές περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά και την επικαλούμενη από την ενάγουσα ενημέρωση των πρώην εντολέων της σχετικά με τους δικονομικούς χειρισμούς των υποθέσεών τους, ενώ χαρακτηριστικό της δυσχέρειας που παρουσιάζει η διάγνωση της τέλεσης από την ενάγουσα απιστίας σε βάρος των εντολέων της συνιστά το γεγονός ότι παρά την αρχική αρχειοθέτηση της σχετικής ποινικής δικογραφίας από την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ακολούθησε η ανάσυρση αυτής και η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της ενάγουσας. 10) Ότι η παράθεση των ως άνω ισχυρισμών στα δικόγραφα τα οποία συντάχθηκαν από τον εναγόμενο, δεν έλαβε χώρα με σκοπό εξύβρισης της ενάγουσας, καθόσον αυτή εξυπηρετούσε αποκλειστικά τον σκοπό των ένδικων προτάσεων, ο οποίος συνίστατο στην απόκρουση των αγωγών της ενάγουσας διαμέσου της αμφισβήτησης της ουσιαστικής τους βασιμότητας και, για την εξυπηρέτηση του οποίου, καθίστατο αναγκαία η επίκληση και η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών των εναγόμενων πρώην εντολέων της, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο την έλλειψη οποιοσδήποτε αξίωσης της ενάγουσας σε βάρος τους λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων από την υφιστάμενη μεταξύ τους σχέση εντολής. 11) Ότι, παρά το προσβλητικό για την προσωπικότητα της ενάγουσας περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών, η ενσωμάτωσή τους στα ένδικα δικόγραφα δεν υπερβαίνει το προσήκον μέτρο για την προάσπιση των συμφερόντων των εντολέων του εναγόμενου, δεδομένου ότι o πυρήνας της αντιδικίας τους με την ενάγουσα συνίστατο στη διαπίστωση της βασιμότητας των αιτιάσεών τους σχετικά με τον τρόπο που η πρώην πληρεξούσια δικηγόρος τους και ήδη αντίδικός τους χειρίστηκε τις υποθέσεις που της ανατέθηκαν από αυτούς. 12) Ότι, η παράθεση από τον εναγόμενο των ανωτέρω ισχυρισμών κατά τη σύνταξη για λογαριασμό των εντολέων του των από 19-9-2017 και από 21-9-2017 προτάσεων στο πλαίσιο της συζήτησης, αφενός, της υπ' αριθμ.
κατάθεσης ...-2017 και, αφετέρου, των υπ' αριθμ. κατάθεσης ...-2017 αγωγών της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης στερείται του στοιχείου του παράνομου χαρακτήρα, καθώς έλαβε χώρα στο πλαίσιο της άσκησης νόμιμου καθήκοντος του εναγομένου, το οποίο εδράζεται στην ιδιότητά του ως δικηγόρου και στην πληρεξουσιότητα που του χορηγήθηκε από τους εντολείς του και δεν δύναται να ιδρύσει οποιαδήποτε ευθύνη του έναντι τις ενάγουσας, τόσο κατά τις διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητας, όσο και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. 13) Ότι στα εν λόγω δικόγραφα, τα οποία συντάχθηκαν από τον εναγόμενο, έχουν περιληφθεί χαρακτηρισμοί, οι οποίοι είτε αναφέρονται ευθέως στο πρόσωπο της ενάγουσας είτε αφορούν εμμέσως πλην σαφώς αυτήν, καθώς αντικείμενό τους αποτελούν επιμέρους πράξεις και δραστηριότητες, που αποδίδονται σε αυτήν από τους εντολείς του εναγόμενου και συγκεκριμένα, μνημονεύεται ότι:
α) η ενάγουσα αποτελεί πρόσωπο το οποίο διακρίνεται για το θράσος της, β) η ενάγουσα αποτελεί πρόσωπο. το οποίο ψεύδεται χωρίς καμία συστολή, γ) η ενάγουσα διαστρέφει το περιεχόμενό των αγωγών τις οποίες η ίδια συνέταξε για λογαριασμό των πρώην εντολέων της, προκειμένου να στηρίξει τις απαιτήσεις της σε βάρος αυτών, δ) ότι οι προτεινόμενοι από αυτήν ισχυρισμοί αποτελούν ψέματα, μυθεύματα και ευφάνταστα σενάρια και ε) ότι η επιδίωξη των επικαλούμενων από αυτήν απαιτήσεων της σε βάρος των πρώην εντολέων της έχει προσχηματικό χαρακτήρα και εντάσσεται στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της σε βάρος τους 14) Οι εν λόγω χαρακτηρισμοί συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, καθώς εμφανίζουν αυτήν ως πρόσωπο, ο χαρακτήρας του οποίου προσδιορίζεται από τα γνωρίσματα του θράσους και του ψεύδους και, παράλληλα, ως δικηγόρο, η οποία δεν διστάζει να επιστρατεύει ψεύδη και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς σε βάρος των πρώην εντολέων της, αλλά και να καταφεύγει στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων κατά αυτών, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση των σε βάρος της απαιτήσεών τους, οι οποίες απορρέουν από την προηγούμενη παράνομη δραστηριότητά της σε βάρος τους. 15) Ότι, οι υπό στοιχεία (δ) και (ε) χαρακτηρισμοί, οι οποίοι αναφέρονται σε επιμέρους ενέργειες της ενάγουσας εναντίον των εντολέων του εναγομένου, τελούν σε σχέση συνάφειας με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των τελευταίων προς απόκρουση των σε βάρους αξιώσεων της αντιδίκου τους και συγκροτούν με αυτούς μία λειτουργική ενότητα, η οποία κατατείνει αποκλειστικά στην απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών της ενάγουσας διαμέσου της αμφισβήτησης της αλήθειας αυτών και από την παράθεση των χαρακτηρισμών αυτών δεν δύναται σε καμία περίπτωση να συναχθεί σκοπός του εναγομένου προς εξύβριση της ενάγουσας, ούτε μπορεί να διαγνωστεί υπέρβαση του προσήκοντος μέτρου για την εξυπηρέτηση του σκοπού, χάριν του οποίου προτείνονται αυτοί, δεδομένου ότι οι εν λόγω χαρακτηρισμοί αφορούν αποκλειστικά σε πράξεις ή ισχυρισμούς της ενάγουσας, επί των οποίων θεμελιώνονται οι αξιώσεις της σε βάρος των εντολέων του εναγόμενου που οδηγήθηκαν προς δικαστική διάγνωση με τις κατά τα ανωτέρω αγωγές της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. 16) Οτι , οι υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) χαρακτηρισμοί, οι οποίοι στρέφονται ευθέως κατά του προσώπου της ενάγουσας και πλήττουν την τιμή και την υπόληψή της, στερούνται οποιασδήποτε σημασίας και βαρύτητας αναφορικά προς την απόκρουση των αξιώσεων, στις οποίες αφορούν οι ανωτέρω αγωγές της αλλά η χρήση αυτών από τον εναγόμενο κατά τη σύνταξη των ένδικων δικογράφων για λογαριασμό των εντολέων του δεν δύναται παρά να αποδοθεί στη στρεβλή αλλά ιδιαίτερα διαδεδομένη, κατά τα τελευταία έτη, δικηγορική πρακτική αναφορικά με τη σύνταξη δικογράφων στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, η οποία επηρεάζει τόσο το περιεχόμενό, όσο και τον τρόπο σύνταξης αυτών και ότι η ενάγουσα, που και η ίδια δεν αφίσταται της υιοθέτησης της πρακτικής αυτής, στερείται οποιοσδήποτε αξίωσης σε βάρος του αντιδίκου της κατά τις διατάξεις περί προσβολής προσωπικότητας και περί αδικοπραξίας, ή οποία να απορρέει από τη χρήση των ανωτέρω χαρακτηρισμών, και μάλιστα όχι μόνο επειδή δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάγνωση της απαιτούμενης υπαιτιότητας στο πρόσωπό του εναγόμενου, αλλά και επειδή συντρέχει άρση του παράνομου χαρακτήρα της πράξης του τελευταίου, η οποία εδράζεται στο γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα έθεσε σε διακινδύνευση τα επιμέρους έννομα αγαθά της τιμής και της υπόληψής της ενσωματώνοντας στα δικόγραφα των παραπάνω υπ' αριθμ.
καταθ. ...-17 αγωγών προσβλητικούς της προσωπικότητας των εντολέων του εναγόμενου χαρακτηρισμούς και εκφραστικά μέσα και σχήματα. Με τις ανωτέρω παραδοχές το παρόν Δικαστήριο με την προαναφερόμενη με αρ 1416/2020 απόφασή του επικύρωσε την με αρ 3169/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (απορρίπτοντας την ασκηθείσα κατ' αυτής με αρ καταθ 17488/1902/16.9.2019 έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας) με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η με αριθμό κατάθ 118931/21365/29.12.2017 αγωγή της εκκαλούσας σε βάρος του εφεσίβλητου, με την οποία η εκκαλούσα επικαλούμενη την εκ μέρους της άσκηση, ενώπιον Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, των με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 4303, 4304, 4305, 4312, 4313, 4314, 4315 και 4316/2017 αγωγών της κατά των πρώην εντολέων της, που κατέθεσαν στο πλαίσιο των σχετικών δικών ταυτόσημες κατά το περιεχόμενό τους προτάσεις, οι οποίες, συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από τον εναγόμενο, με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι ο τελευταίος διέλαβε σε βάρος της αυθαίρετα ψευδείς πραγματικούς ισχυρισμούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος α) να προβεί σε άρση της προσβολής και να παραλείπει αυτήν στο μέλλον και β) να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να αναγνωριστεί δε η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλει για την ίδια αιτία το ποσό των 70,000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επιφυλασσόμενη κατά το ποσό των 50 ευρώ για την υποβολή παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ίδιο πλαίσιο αντιδικίας, η εκκαλούσα, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος του πρώτου, της δεύτερης, του τρίτου, της τέταρτης, του πέμπτου, του έκτου, του έβδομου, της όγδοης, του δέκατου, του ενδέκατου, της δέκατης τέταρτης, του δέκατου πέμπτου, της δέκατης έκτης, του δέκατου όγδοου και της δέκατης ένατης των πρώην εντολέων της, όπως αυτοί κατονομάζονται ανωτέρω στην αρχή της αιτιολογίας της απόφασης, τις κρίσιμες εν προκειμένω με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ..., ...
και ...-2017 αγωγές, με τις οποίες ζήτησε να υποχρεωθεί ο καθένας από τους εκεί αντιδίκους της να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία επικαλείται ότι έχει υποστεί από τις ιστορούμενες προσβολές της προσωπικότητάς της, τα ποσά των είκοσι εννιά χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (29.950,00€), των ενενήντα εννιά χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (99.950,00€) και των εξήντα εννιά χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (69.950,00€), αντίστοιχα.
Ειδικότερα, το πρώτο από τα ανωτέρω δικόγραφα αναφέρεται στην από 24-04-2015 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση των μέχρι τότε εντολέων της προς την ίδια, το περιεχόμενο της οποίας χαρακτηρίζει ως ψευδές και προσβλητικό για την τιμή και την υπόληψή της, ενώ περιέχει και τον ισχυρισμό της ότι το περιεχόμενο της εν λόγω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης έθεσε σε κίνδυνο το επάγγελμά της.
Το δεύτερο από τα ανωτέρω δικόγραφα εδράζεται στις ίδιες διατάξεις, αλλά η ιστορική του βάση περιλαμβάνει πέραν της κατά τα ανωτέρω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης των πρώην εντολέων της και την από 18-06-2015 ενημερωτική επιστολή του Ι. Μ. του Β. προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης αλλά και την από 20-09-2016 έγκληση των πρώην εντολέων της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η αλήθεια του περιεχομένου των οποίων αμφισβητείται από την εκκαλούσα.
Τέλος, τόσο η νομική όσο και η πραγματική βάση του τρίτου από τα ανωτέρω δικόγραφα ταυτίζεται απόλυτα με τις αντίστοιχες του δεύτερου από αυτά, καθώς δεν εισφέρεται κανένα διάφορο πραγματικό γεγονός σχετικά με την αντιδικία της εκκαλούσας με τους πρώην εντολείς της, αλλά επαναλαμβάνονται τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με τα ανωτέρω έγγραφα και έγκληση.
Στο πλαίσιο της νόμιμης προδικασίας η οποία προηγήθηκε της συζήτησης των ανωτέρω αγωγών, ο εφεσίβλητος με την ιδιότητα του πληρεξούσιου Δικηγόρου των εναγόμενων των εν λόγω αγωγών συνέταξε για καθεμία από τις προς εκδίκαση υποθέσεις τις επίδικες από 27 07-2017 προτάσεις, τις οποίες και κατέθεσε αυθημερόν στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Στα παραπάνω δικόγραφα (προτάσεις), το περιεχόμενο των οποίων είναι ταυτόσημο κατά το ουσιώδες μέρος του, παρατίθεται μία σειρά πραγματικών ισχυρισμών προς το σκοπό της απόκρουσης των αγωγών, που ασκήθηκαν από την εκκαλούσα σε βάρος των πρώην εντολέων της. Ειδικότερα, στα εν λόγω δικόγραφα μεταξύ πολλών άλλων μνημονεύονται και οι ακόλουθοι πραγματικοί ισχυρισμοί: (α) ότι η εκκαλούσα χρησιμοποίησε συστηματικά στο πλαίσιο της αντιδικίας της με τους πρώην εντολείς της ως μάρτυρά της τον Γ.
Χ. του Δ., ο οποίος εμφανιζόταν να έχει άμεση γνώση και αντίληψη των επαφών και των συναλλαγών της με τους ανωτέρω αντιδίκους της βεβαιώνοντας ψευδώς περί της αλήθειας των ισχυρισμών της, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, (β) ότι εξαιτίας της άρνησης της εκκαλούσας να παραδώσει στους πρώην εντολείς της τους φακέλους των υποθέσεών τους, οι τελευταίοι περιήλθαν σε αδυναμία να διαπιστώσουν τις λεπτομέρειες της μέχρι τότε διαχείρισης από μέρους της των υποθέσεών τους και να λάβουν τις αναγκαίες αποφάσεις για τις περαιτέρω κινήσεις τους, (γ) ότι o τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε η εκκαλούσα τις υποθέσεις, τις οποίες της ανάθεσαν οι πρώην εντολείς της, και οι επιμέρους ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο αυτό, θεμελιώνουν την τέλεση από αυτήν της αξιόποινης πράξη της απιστίας δικηγόρου, (δ) ότι στο πλαίσιο τηλεφωνικής επικοινωνίας του εφεσίβλητου με την εκκαλούσα, η τελευταία ισχυρίστηκε ψευδώς σχετικά με την έκβαση των ένδικων αγωγών ότι αναμενόταν σύντομα η έκδοση αποφάσεων επί αυτών, ενώ στην πραγματικότητα είχε λάβει χώρα παραίτηση από το δικόγραφο ορισμένων από αυτές και ματαίωση της συζήτησης των υπολοίπων, (ε) ότι η εκκαλούσα παρακράτησε τους φακέλους τους χωρίς κανένα λόγο από το Σεπτέμβριο του έτους 2011, οπότε έλαβε χώρα η τελευταία διαδικαστική ενέργεια στο πλαίσιο των ένδικων εκκρεμών δικών, κωλυσιεργώντας σε βάρος των συμφερόντων των πρώην εντολέων της, παρά το γεγονός μάλιστα ότι είχε αντιληφθεί πως οι τελευταίοι είχαν λάβει γνώση των ενεργειών της σε βάρος των συμφερόντων τους, (στ) ότι οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας σχετικά με την επικοινωνία της με ορισμένους από τους πρώην εντολείς της δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και προτείνονταν όψιμα από αυτήν, προκειμένου να αποσείσει την ευθύνη της έναντι των πρώην εντολέων της (ζ) ότι το περιεχόμενο της από 28-04- 2015 εξώδικης απάντησής της προς τους πρώην εντολείς της δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, (η) ότι η εκκαλούσα δεν είχε καμία σχέση με τις ένδικες αγωγές η συζήτηση των οποίων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας είχε οριστεί κατά τη δικάσιμο της 21-09-2011, καθώς αυτές υπογράφονταν από τη Δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας Α.
Κ. και ότι φοβούμενη πιθανή άρνηση της τελευταίας ως προς την παραίτηση από τα δικόγραφα των εν λόγω αγωγών απέστειλε τη συνεργάτιδά της Σ. Ρ. - Τ., για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση αυτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και (θ) ότι, στο πλαίσιο της συμφωνίας της εκκαλούσας με τους πρώην εντολείς της για την ανάληψη των υποθέσεών τους, το ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500,00€) που καταβλήθηκε από αυτούς για κάθε υπόθεση, αφορούσε πέραν από την κάλυψη όλων των άλλων εξόδων και στην καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου, το οποίο αναλογούσε στο αντικείμενο κάθε υπόθεσης.
Οι παραπάνω πραγματικοί ισχυρισμοί είναι προσβλητικοί της προσωπικότητας της εκκαλούσας στην ειδικότερη έκφανση της τιμής και της υπόληψής της και παράλληλα, θέτουν σέ κίνδυνο το επάγγελμά της, καθώς, με βάση αυτούς, η ενάγουσα εμφανίζεται ως μία δικηγόρος η οποία όχι μόνο δεν τηρεί τις συμφωνίες της με τους εντολείς της, αλλά περαιτέρω ενεργεί σε βάρος των συμφερόντων των τελευταίων, κωλυσιεργώντας και προκαλώντας περαιτέρω αντιδικία με αυτούς, στο πλαίσιο της οποίας μάλιστα καταφεύγει στην υποστήριξη ψευδών ισχυρισμών και στην προβολή αβάσιμων αιτημάτων με τη χρήση ψευδών αποδεικτικών μέσων.
Ουδόλως, όμως, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί αποτελούν προσωπική έμπνευση του εφεσίβλητου αλλ' αντιθέτως το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αναπαράγουν όσα του μεταφέρθηκαν από τους εντολείς του σχετικά με την αρνητική εξέλιξη της σχέσης εντολής που συνέδεε την ενάγουσα και τους ίδιους.
Μάλιστα, οι υπό στοιχεία (β), (γ), (δ), (ε) και (θ) ισχυρισμοί προτάθηκαν από τους εντολείς του εφεσίβλητου τόσο στο πλαίσιο της από 24-04-2015 εξώδικης δήλωσης πρόσκλησής τους προς την εκκαλούσα και της από 18-06-2015 ενημερωτικής επιστολής του Ι. Μ. του Β. προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης, αλλά και στο πλαίσιο της από 20-09-2016 έγκλησής τους ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
Περαιτέρω, οι υπό στοιχεία (α), (στ) και (ζ) ισχυρισμοί συνέχονται λογικά με την ιστορική βάση των αιτιάσεων των εντολέων του εφεσίβλητου σε βάρος της εκκαλούσας, καθώς αμφισβητούν την αξιοπιστία των ισχυρισμών, των επιχειρημάτων, αλλά και των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επιστρατεύτηκαν από την τελευταία προς αντίκρουσή τους, ενώ ο υπό στοιχείο (η) ισχυρισμός εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας να αναδειχθεί και να επεξηγηθεί η επικαλούμενη από τους εντολείς συμπεριφορά της εκκαλούσας σε βάρος των συμφερόντων τους, ώστε να ενισχυθεί η αξιοπιστία των δικών τους ισχυρισμών.
Συνακόλουθα, η ενσωμάτωση των ανωτέρω ισχυρισμών στα δικόγραφα των, επίδικων, προτάσεων που συντάχθηκαν και κατατέθηκαν από τον εφεσίβλητο στο πλαίσιο της προδικασίας για τη συζήτηση των με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ..., ... και ... 2017 αγωγών της εκκαλούσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν δύναται να αποδοθεί σε πρωτοβουλία του τελευταίου, η οποία κινήθηκε εκτός των ορίων της εντολής που του ανατέθηκε και της πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε από τους εντολείς του.
Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος τελούσε σε γνώση της τυχόν αβασιμότητας των ισχυρισμών αυτών, διότι, λόγω του προφορικού χαρακτήρα του συνόλου των συμφωνιών, των συναλλαγών και των επιμέρους επαφών της εκκαλούσας με τους πρώην εντολείς της, δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει άμεσα το ακριβές περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας αλλά και την επικαλούμενη από την εκκαλούσα ενημέρωση των πρώην εντολέων της σχετικά με τους δικονομικούς χειρισμούς των υποθέσεών τους, ενώ χαρακτηριστικό της δυσχέρειας που παρουσίαζε η διάγνωση της τέλεσης από την εκκαλούσα απιστίας σε βάρος των εντολέων της, συνιστά το γεγονός ότι, παρά την αρχική αρχειοθέτηση της σχετικής ποινικής δικογραφίας από την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ακολούθησε η ανάσυρση αυτής με την με στοιχεία ΕΓ45-15/540/05-12-2017 πράξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και παραγγέλθηκε προανάκριση.
Όπως ήδη δε αναφέρθηκε, από το περιεχόμενο της με αρ 134/31.8.2020 διάταξης της Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης , που η εκκαλούσα προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη ως σχετικό υπό στοιχείο Ε, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Πλημ/κών Θεσσαλονίκης με το με υπ’ αρ. 251/25-2-2019 βούλευμά του απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της για την αποδιδόμενη πράξη της απιστίας δικηγόρου, που φέρεται ότι τέλεσε στη Θεσσαλονίκη στις 11/12/2014 σε βάρος των ανωτέρω εντολέων της (βλ σελ 6 της ανωτέρω διάταξης, τελευταία πρόταση), χωρίς ωστόσο να γίνεται επίκληση εκ μέρους της εκκαλούσας του ανωτέρω βουλεύματος στον κατάλογο των προσκομιζόμενων σχετικών της στην παρούσα δίκη ώστε να προκύψουν οι επιμέρους αιτιολογίες του βουλεύματος.
Την έκδοση του βουλεύματος αυτού 251/25.2.2019) η εκκαλούσα μνημονεύει διηγηματικά στη σελίδα 61 των προτάσεών της στην παρούσα δίκη, ο δε εφεσίβλητος, ο οποίος ομοίως δεν το προσκομίζει, αναφέρεται και αυτός διηγηματικά στο προαναφερθέν βούλευμα στην προσθήκη- αντίκρουσή του στο παρόν Δικαστήριο αναφέροντας επί λέξει ότι "Συγκεκριμένα η εκκαλούσα συνδέει τη φερόμενη τέλεση των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφήμισης και της ψευδούς καταμήνυσης από εμένα -χωρίς βέβαια εγώ ποτέ να έχω υπογράψει οποιοδήποτε δικόγραφο δικό μου εναντίον της, πλην της αναφοράς μου προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (βλ.
σχετ. με αρ. 129 και 130 των προτάσεών μου), το οποίο ειρήσθω εν παρόδω έκανε δεκτή την προσφυγή μου εναντίον και της εκκαλούσας και της συνεργάτιδάς της-, λόγω της έκδοσης του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με αρ. 251/25-2-2019, το οποίο αποφάνθηκε ότι η εκκαλούσα δεν τέλεσε το έγκλημα της απιστίας δικηγόρου, σε ό,τι αφορούσε την μη αποκάλυψη στους πρώην εντολείς της, της έκδοσης του με αρ. 86/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας.
Παρά το γεγονός όμως, ότι για τα υπόλοιπα ζητήματα της φερόμενης απιστίας της εκκαλούσας σε βάρος των πρώην εντολέων της, το ανωτέρω βούλευμα δεν αποφάνθηκε, λόγω του ότι θεώρησε ότι είχαν υποπέσει σε παραγραφή οι αποδιδόμενες στην εκκαλούσα πράξεις και παραλείψεις της, κατά τον χειρισμό των υποθέσεων των πρώην εντολέων της, πράξεις και παραλείψεις όμως της εκκαλούσας οι οποίες κρίθηκαν τελεσίδικα ως επαρκείς από τη με αρ. 8668/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για να θεωρηθεί ως νόμιμη η ανάκληση των εντολών που της είχαν παράσχει και ταυτόχρονα κρίθηκαν ως αλυσιτελείς οι ίδιοι ισχυρισμοί της εκκαλούσας, τους οποίους επικαλέστηκε προκειμένου να αποσείσει τις σε βάρος της κατηγορίες, η εκκαλούσα αναφέρεται και σε αυτό το βούλευμα το οποίο εκδόθηκε στις 25-2- 2019, βούλευμα το οποίο εκδόθηκε μετά από την διαφωνία Εισαγγελέα Πρωτοδικών με τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, για την παραπομπή ή όχι της εκκαλούσας στο ποινικό ακροατήριο για το έγκλημα της απιστίας.
Με αυτά τα δεδομένα και χωρίς ακόμη να έχει κριθεί το οτιδήποτε σε βάρος μου, αντίθετα με τα δεδομένα που υπάρχουν είναι σφόδρα πιθανό να καταπέσουν οι εναντίον μου κατηγορίες της εκκαλούσας, καθώς σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν, ενώ έχουν αθωωθεί και δεν έχουν παραπεμφθεί οι εντολείς μου για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμισης, τα οποία φέρονταν να τα έχουν τελέσει με τα δικόγραφα τα οποία συνέταξα ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους κατόπιν εντολής τους, να κατηγορηθώ και κυρίως να καταδικαστώ εγώ, αφού είναι ήδη αποδεδειγμένο, ότι εγώ δεν συνέταξα τα επίδικα δικόγραφα στο πλαίσιο υφιστάμενης αντιδικίας μου με την εκκαλούσα." Ανεξάρτητα από τα παραπάνω από το χωρίο της ανωτέρω με αρ 134/31.8.2020 διάταξης της Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της κατάθεσης των ένδικων, από 27-07-2017 προτάσεων, και συγκεκριμένα στις 25/2/2019, δυνάμει του παραπάνω με αρ 251/25-2-2019 βουλεύματος, αποσαφηνίστηκε το ποινικό σκέλος της αποδιδόμενης στην εκκαλούσα κατηγορία, της απιστίας δικηγόρου και συνεπώς, στον πρότερο χρόνο σύνταξης των από 27-07-2017 ένδικων προτάσεων, ο εκκαλών δεν μπορούσε να γνωρίζει με τρόπο θετικό το βάσιμο ή μη των ισχυρισμών των εντολέων της εκκαλούσας σε βάρος της, ισχυρισμοί μάλιστα που υποστηρίχθηκαν επανειλημμένα από τους πρώην εντολείς της με πρωτοβουλία τους και στα πλαίσια της σφοδρής αντιδικίας τους με την εκκαλούσα, η οποία (αντιδικία) δεν αμφισβητείται από την τελευταία, αντιθέτως επιβεβαιώνεται.
Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι, στον ενδιαφέρονται εν προκειμένω, κρίσιμο χρόνο σύνταξης, των από 27/7/2017 ένδικων προτάσεων, o εφεσίβλητος είχε θετική γνώση της αλήθειας ή μη του περιεχομένου των ισχυρισμών των εντολέων του ούτε άλλωστε η γνώση αυτή είναι αυτονόητη, επειδή μετά από εντολή των τέως πελατών της εκκαλούσας ο ίδιος πραγματοποίησε έρευνα στο Πρωτοδικείο- Βέροιας και στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, προκειμένου να πληροφορηθεί την πορεία του πολιτικού και ποινικού σκέλους της αντιδικίας των εντολέων του με τον Α.
Β., όπως εσφαλμένα διαλαμβάνει η εκκαλούσα, στον πρώτο λόγο της έφεσης, ούτε πολύ περισσότερο τα όσα κατ' εντολή των πελατών του ανέγραψε ο εφεσίβλητος στα παραπάνω δικόγραφα εδράζονταν σε προσωπικές του πεποιθήσεις και προσωπική αντίληψη, καθώς ουδόλως παρέστη σε σχετικές συμφωνίες της εκκαλούσας με τους πρώην πελάτες της ή έστω κατά τη διάρκεια εξέλιξης των υποθέσεών τους στο πολιτικό ή ποινικό σκέλος τους.
Αντιθέτως, πλήρως αποδείχθηκε ότι τούτος επιλήφθηκε των μεταγενέστερων χειρισμών και αφού είχαν ήδη ολοκληρωθεί οι γενεσιουργοί λόγοι της αντιδικίας της εκκαλούσας με τους πρώην εντολείς της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του με παρόμοιες σκέψεις δέχθηκε τα ίδια, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η προηγούμενη θετική γνώση του εναγόμενου περί της τυχόν αβασιμότητας των ισχυρισμών των τέως πελατών της ενάγουσας, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, κρίνεται ότι η παράθεση των ως άνω ισχυρισμών στα δικόγραφα, τα οποία συντάχθηκαν από τον εφεσίβλητο, δεν έλαβε χώρα με πρόθεση απλής δυσφήμισης ή εξύβρισης της εκκαλούσας, καθώς η παράθεση των πραγματικών αυτών ισχυρισμών εξυπηρετούσε αποκλειστικά το σκοπό των ένδικων προτάσεων και τον πυρήνα της εκεί αντιδικίας, ο οποίος συνίστατο στην απόκρουση των αγωγών της εκκαλούσας διαμέσου της αμφισβήτησης της ουσιαστικής τους βασιμότητας και για την εξυπηρέτηση του οποίου καθίστατο αναγκαία η επίκληση και η απόδειξη του αληθούς χαρακτήρα του περιεχομένου της 24-04-2015 εξώδικης δήλωσης πρόσκλησης των εντολέων της προς την εκκαλούσα, της από 18-06-2015 ενημερωτικής επιστολής προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης και της από 2009-2016 έγκλησης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ούτε άλλωστε η ενσωμάτωση των παραπάνω πραγματικών ισχυρισμών στα ένδικα δικόγραφα υπερβαίνει το προσήκον μέτρο για την προάσπιση των συμφερόντων των ήδη εντολέων του εφεσίβλητου, ενόψει της φύσης της διαφοράς τους δεδομένου ότι ο πυρήνας της αντιδικίας τους με την εκκαλούσα συνίστατο στη διαπίστωση της βασιμότητας των μομφών τους σχετικά με τον τρόπο που η πρώην πληρεξούσια Δικηγόρος τους και εκεί αντίδικός τους χειρίστηκε τις υποθέσεις οι οποίες της ανατέθηκαν από αυτούς.
Συνεπώς και σύμφωνα προς όσα αναλυτικά εκτίθενται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, η παράθεση από τον εφεσίβλητο των ανωτέρω ισχυρισμών κατά τη σύνταξη, για λογαριασμό των εντολέων του, των από 27-07- 2017 προτάσεων στο πλαίσιο της νόμιμης προδικασίας για τη συζήτηση των με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ..., ... και ...-2017 αγωγών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στερείται του στοιχείου του παράνομου χαρακτήρα, καθώς έλαβε χώρα εντός των πλαισίων της πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε από τους εντολείς του και χωρίς πρόθεση βλάβης της εκκαλούσας αλλά με αποκλειστικό σκοπό και πρόθεση την προάσπιση των δικαιωμάτων των εντολέων του. Επομένως δεν μπορεί να ιδρύσει οποιαδήποτε ευθύνη του έναντι της εκκαλούσας τόσο κατά τις διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητας. όσο και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε σε όμοια κρίση, αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και γι' αυτό πρέπει ο αντίθετος δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω στα ένδικα δικόγραφα, τα οποία συντάχθηκαν από τον εφεσίβλητο, έχουν περιληφθεί περισσότεροι χαρακτηρισμοί και αξιολογικές κρίσεις, που είτε αναφέρονται ευθέως στο πρόσωπο της εκκαλούσας είτε αφορούν εμμέσως πλην σαφώς σε αυτήν, καθώς αντικείμενό τους αποτελούν επιμέρους πράξεις και δραστηριότητες που αποδίδονται σε αυτήν από τους εντολείς του εφεσίβλητου.
Συγκεκριμένα, στα ένδικα δικόγραφα μνημονεύεται ότι η εκκαλούσα: (α) έχει θράσος (β) ψεύδεται ασύστολα, (γ) έχει το απύθμενο θράσος να παρουσιάζει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τους εντολείς του ως φτωχούς, αγράμματους και αδιάφορους, (δ) ενθυλάκωσε τα χρήματα των εντολέων του, (ε) στα δικόγραφα των ανωτέρω αγωγών της σε βάρος των εντολέων του έχει περιλάβει ψευδή πραγματικά περιστατικά και έχει διαστρέψει την πραγματικότητα δίνοντας ψευδές περιεχόμενο σε πράξεις, τις οποίες μετήλθε παράνομα εκτός των ορίων της εντολής της, προκειμένου να δημιουργήσει εκ των υστέρων νόμιμα ερείσματα στους ψευδείς ισχυρισμούς της, (στ) ότι από το περιεχόμενο της από 28-04-2015 εξώδικης απάντησης της εκκαλούσας προς τους εντολείς του συνάγεται ότι η τελευταία στερούταν οποιασδήποτε διάθεσης προς ανάληψη των ευθυνών της, αλλά προσπαθούσε αποκλειστικά να θολώσει το τοπίο με τα ψεύδη που εκτόξευσε εναντίον τους, (ζ) ότι η εκκαλούσα τελεί σε αδυναμία να διακρίνει τις έννομες συνέπειες της παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής από τις έννομες συνέπειες της ματαίωσης της συζήτησης της υπόθεσης και (η) ότι με την κατάθεση των ειδικά αναφερόμενων εγκλήσεων η εκκαλούσα αποσκοπεί στην οικονομική εξόντωση των εντολέων του , αλλά κυρίως στη δημιουργία εντυπώσεων υπέρ της ίδιας στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να αποσείσει τις ευθύνες της για τον παράνομο τρόπο, με τον οποίο χειρίστηκε τις υποθέσεις τους.
Από τους προαναφερθέντες χαρακτηρισμούς οι με στοιχεία (ε), (στ) και (η) αναφέρονται σε επιμέρους ενέργειες της εκκαλούσας, είναι απολύτως συναφείς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των εντολέων του εφεσίβλητου προς απόκρουση των σε βάρος τους αξιώσεων της αντιδίκου τους και συγκροτούν με αυτούς ενιαίο σύνολο, που κατατείνει αποκλειστικά στην απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών της εκκαλούσας διαμέσου της αμφισβήτησης της αξιοπιστίας αυτών αποτελούν δε συμπεράσματα και αξιολογικές κρίσεις δικονομικώς αναγκαίες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εντολέων του εφεσίβλητου.
Επομένως, από την παράθεση των χαρακτηρισμών και κρίσεων αυτών δεν δύναται σε καμία περίπτωση να συναχθεί πρόθεση του εφεσίβλητου προς εξύβριση της εκκαλούσας, ούτε μπορεί να διαγνωστεί υπέρβαση του προσήκοντος μέτρου για την εξυπηρέτηση του σκοπού, χάριν του οποίου προτείνονται αυτοί, δεδομένου ότι οι εν λόγω χαρακτηρισμοί αφορούν αποκλειστικά σε πράξεις ή ισχυρισμούς της εκκαλούσας, επί των οποίων θεμελιώνονται οι αξιώσεις της σε βάρος των εντολέων του εφεσίβλητου που αποτέλεσαν το αντικείμενο των με αρ κατάθεσης ..., ...
και ... 2017 αγωγών της (εκκαλούσας) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης άπτονται δε της ουσίας της εκεί διαφοράς της εκκαλούσας με τους πρώην εντολείς της.
Περαιτέρω, οι με στοιχεία (α), (β), (γ), (δ) και (ζ) χαρακτηρισμοί δεν κρίνεται ότι ήταν αναγκαίοι για την προσήκουσα υπεράσπιση των απόψεων των εντολέων του εφεσίβλητου και εκφεύγουν των ακραίων ορίων του επιβαλλόμενου μέτρου ευπρέπειας, στρεφόμενοι προσωπικά σε βάρος της εκκαλούσας, υπό την ιδιότητα της, όμως, ως διαδίκου (ενάγουσας) των παραπάνω αγωγών ούτε άλλωστε συνδέονται λειτουργικά με την απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών της εκκαλούσας στις ανοιγείσες εκεί δίκες.
Οι προαναφερόμενοι χαρακτηρισμοί ωστόσο εντάσσονται στα πλαίσια πρακτικής των συντακτών δικογράφων με χρήση οξύ λόγου, που πλήττει τους αντιδίκους των εντολέων του συντάκτη. Η χρήση των παραπάνω χαρακτηρισμών από τον εφεσίβλητο κατά τη σύνταξη των ένδικων δικογράφων για λογαριασμό των εντολέων του, είναι απότοκος της παραπάνω πρακτικής σύνταξης δικογράφων με επιθετικό ύφος γραφής στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, υπό το πρίσμα της εσφαλμένης αντίληψης των συντακτών τους ότι τα δικόγραφα απηχούν σκέψεις, αισθήματα και απόψεις των εντολέων σχετικά με τον αντίδικό τους και την ποιότητά του, ιδίως σε περιπτώσεις σφοδρής αντιδικίας, όπως η προκείμενη.
Άλλωστε έχοντας υπόψη ο νομοθέτης την παραπάνω πρακτική, ενσωμάτωσε στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τη διάταξη του άρθρου 206 παρέχοντας στο Δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως ενός διαδίκου η και αυτεπαγγέλτως τη δυνατότητα να διατάξει την διαγραφή των ανάρμοστων ή υβριστικών φράσεων από τα δικόγραφα με ποινή τάξης που φέρει περισσότερο ηθικό χαρακτήρα και καθιστά περιττή την άσκηση αυτοτελούς αγωγής για την ανάκληση των προσβλητικών φράσεων (Ν.
Νίκα Πολιτική Δικονομία τ.ΙΙ σελ 788, Γ. Διαμαντόπουλος "οι ποινές τάξης των άρθρων 205-207 ΚΠολΔ ΕλλΔνη 48 (2007) σελ 22). Ουδόλως άλλωστε αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε προγενέστερης προσωπικής διαμάχης ή αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, από την οποία να μπορεί να συναχθεί πρόθεση του εφεσίβλητου προς εξύβριση της ενάγουσας, καθώς οι διάδικοι δεν διατηρούσαν οποιαδήποτε επαγγελματική επαφή, ούτε έστω προσωπική γνωριμία πριν από την ανάθεση στον εφεσίβλητο των υποθέσεων των πρώην εντολέων της εκκαλούσας.
Με τις σκέψεις αυτές η τελευταία στερείται οποιασδήποτε αξίωσης σε βάρος του αντιδίκου της κατά τις διατάξεις περί προσβολής προσωπικότητας και περί αδικοπραξίας, η οποία να απορρέει από τη χρήση των ανωτέρω χαρακτηρισμών, επειδή δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάφαση της απαιτούμενης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εφεσίβλητου ούτε πληρούνται υποκειμενικά οι όροι του αδικήματος της εξύβρισης.
Να σημειωθεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου για την μη πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης εκ μέρους του εφεσίβλητου κατά τη σύνταξη και υπογραφή των ένδικων προτάσεων ενισχύεται: 1) από το περιεχόμενο του με αρ 491/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη ο εφεσίβλητος, το οποίο αποφαίνεται ως προς τους πρώην εντολείς της εκκαλούσας σχετικά με την προαναφερόμενη ενημερωτική επιστολή στον Υφυπουργό Δικαιοσύνης σε βάρος της εκκαλούσας, ότι"...
δεν προέκυψε, ότι οι νυν κατηγορούμενοι είχαν σκοπό να προκαλέσουν την ποινική και πειθαρχική δίωξη της εγκαλούσας καθώς επίσης δεν προέκυψε ότι οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, ούτε δε είχαν γνώση ότι τα αναφερόμενα από αυτούς απ' αυτούς γεγονότα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη της εγκαλούσας και ούτε τέλος προκύπτει από τις περιστάσεις σκοπός εξύβρισης αυτής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, προέκυψαν, κατά την κρίση του Συμβουλίου, επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή των κατηγορουμένων, για τις άδικες πράξεις : α) ψευδούς καταμήνυσης από κοινού κατ' εξακολούθηση και β) συκοφαντικής δυσφήμισης από κοινού κατ' εξακολούθηση και β) της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού κατ' εξακολούθηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 26, 27, 45, 51, 53, 57, 59, 60, 79, 94 παρ. 1, 98, 229 παρ. 1, 362, 363 ΠΚ (Ν. 4619/2019), θα πρέπει να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 245 παρ. 1,307 και 322 παρ. 3β' και γ' ΚΠΔ ..." και 2) από το περιεχόμενο της με αρ. 12984/2019 απόφασης του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικαλείται και προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη ο εφεσίβλητος, επί της έγκλησης της εκκαλούσας με αριθμό ΒΜ ΕΙ 340/2015 εναντίον όλων των συνεγκαλούμενών του εφεσίβλητου, στις με ΑΒΜ Ε2Ο17/1568 και ΑΒΜ Ε2Ο17/194Ο εγκλήσεις της, δυνάμει της οποίας αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών ως προς τον δόλο όλοι οι πρώην εντολείς της εκκαλούσας, για τέλεση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος της, δια της από 24-4-2015 Εξώδικης δήλωσής τους εναντίον της.
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το περιεχόμενο της με αρ 134/2020 διάταξης της Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, την οποία επικαλείται και προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη η εκκαλούσα, αφού η συγκεκριμένη Διάταξη αναφέρεται σε διαφορετικά των επιδίκων, περιστατικά, που εκφεύγουν της παρούσας αντιδικίας, όπως άλλωστε και αυτά που μνημονεύονται στην με αρ 5503/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία επίσης η εκκαλούσα, επικαλείται και προσκομίζει παραδεκτά το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη και της οποίας δεν προκύπτει η τελεσιδικία.
Περαιτέρω, αν και η εκκαλούσα με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης έφεσης αποδίδει σφάλμα στην εκκαλουμένη περί την ορθή εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την κρίση της, πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 361-363 του ΠΚ, ενόψει και της αναφερόμενης διηγηματικά με αρ 35/2019 Εισαγγελικής Διάταξης, δυνάμει της οποίας κατά τους ισχυρισμούς της παραγγέλθηκε σε βάρος του εφεσίβλητου η σύνταξη κατηγορητηρίου για τις περιλαμβανόμενες στην κρινόμενη αγωγή της πράξεις, ουδόλως προσκομίζει με επίκληση την ανωτέρω Εισαγγελική διάταξη.
Τούτα δε όλα ανεξαρτήτως του ότι η πολιτική δίκη είναι ανεξάρτητη της ποινικής και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο δεν αρκείται σε ενδείξεις, που αποτελούν ικανό υπόβαθρο για την απόδοση κατηγορίας από τον Εισαγγελέα αλλά επιζητεί αποδείξεις για την κατάφαση ή μη της ενοχής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται από αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) έκρινε ότι η εκκαλούσα στερείται οποιασδήποτε αξίωσης σε βάρος του αντιδίκου της κατά τις διατάξεις περί προσβολής προσωπικότητας και περί αδικοπραξίας η οποία να απορρέει από τη χρήση των κατά τα ανωτέρω χαρακτηρισμών, επειδή δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάφαση της απαιτούμενης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εφεσίβλητου, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και πρέπει ο τέταρτος (κατά το οικείο σκέλος του) και έβδομος λόγοι της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.... ...>>.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 367 παρ. 2 ΠΚ και 920 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ που ήταν εφαρμοστέα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, οι πραγματικοί ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται στις από 27-7-2017 προτάσεις που συνέταξε και κατέθεσε στο δικαστήριο ο αναιρεσίβλητος προς απόκρουση των αγωγών που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα σε βάρος των πρώην εντολέων της, οι οποίοι είναι μεν προσβλητικοί της τιμής και της υπολήψεώς της και θέτουν σε κίνδυνο το επάγγελμά της, καθόσον την εμφανίζουν ως δικηγόρο που ενεργεί σε βάρος των συμφερόντων των εντολέων της, υποστηρίζοντας ψευδείς ισχυρισμούς, προβάλλοντας αβάσιμα αιτήματα και χρησιμοποιώντας ψευδή αποδεικτικά μέσα, όμως αυτοί (οι ισχυρισμοί) μεταφέρθηκαν στον αναιρεσίβλητο από τους εντολείς του σχετικά με την αρνητική εξέλιξη της σχέσεως εντολής που συνέδεε αυτούς με την αναιρεσείουσα, τους οποίους είχαν ήδη προβάλει αυτοί (εντολείς) με την από 24-4-2015 εξώδικη δήλωσή τους προς την αναιρεσείουσα, την από 20-9-2016 έγκληση τους ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/δικών Θεσσαλονίκης και την από 18-6-2015 ενημερωτική επιστολή προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης, ο δε αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε την τυχόν αβασιμότητα των ισχυρισμών αυτών, καθόσον δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει το περιεχόμενο των προφορικών συμφωνιών μεταξύ εντολέων και αναιρεσείουσας και την όποια ενημέρωση από την τελευταία των πρώην εντολέων της, σχετικά με τον δικονομικό χειρισμό των υποθέσεών τους.
Η παράθεση των επίμαχων ισχυρισμών στις ως άνω προτάσεις που συντάχθηκαν από τον αναιρεσίβλητο δεν έγινε με πρόθεση δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως της αναιρεσείουσας, αλλά προς απόκρουση των αγωγών της τελευταίας, στα πλαίσια της σφοδρής αντιδικίας της με τους πρώην εντολείς της και μέσα στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας που είχε χορηγηθεί στον αναιρεσίβλητο από τους εντολείς του.
Όμως η παράθεση στα ίδια δικόγραφα των χαρακτηρισμών και αξιολογικών κρίσεων ότι η αναιρεσείουσα έχει απύθμενο θράσος, ψεύδεται ασύστολα, ενθυλάκωσε τα χρήματα των εντολέων της και τελεί σε αδυναμία να διακρίνει τις έννομες συνέπειες της παραιτήσεως από το δικόγραφο της αγωγής από τις έννομες συνέπειες της ματαιώσεως της συζητήσεως της υποθέσεως, δεν ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση των απόψεων των εντολέων του αναιρεσιβλήτου και εκφεύγουν των ακραίων ορίων του επιβαλλόμενου μέτρου ευπρέπειας, στρεφόμενοι προσωπικά σε βάρος της ανιρεσείουσας με την ιδιότητά της, όμως, ως διαδίκου (ενάγουσας).
Η χρήση των παραπάνω χαρακτηρισμών και κρίσεων είναι απότοκος της πρακτικής συντάξεως δικογράφων με επιθετικό ύφος γραφής στο πλαίσο της πολιτικής δίκης, υπό το πρίσμα της εσφαλμένης αντιλήψεως των συντακτών ότι τα δικόγραφα απηχούν σκέψεις και απόψεις των εντολέων σχετικά με τον αντίδικό τους, ιδίως σε περιπτώσεις σφοδρής αντιδικίας, όπως η προκείμενη και δεν μπορεί να συναχθεί πρόθεση του αναιρεσιβλήτου προς εξύβριση της αναιρεσείουσας, καθόσον αυτοί δεν διατηρούσαν οποιαδήποτε επαγγελματική επαφή, ούτε προσωπική γνωριμία πριν την ανάθεση στον αναιρεσίβλητο των υποθέσεων των πρώην εντολέων της αναιρεσείουσας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο αναιρεσίβλητος με τη σύνταξη των επίμαχων προτάσεων δεν τέλεσε τις πράξεις της δυσφημήσεως και εξυβρίσεως σε βάρος της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου η τελευταία δεν προσεβλήθη στην προσωπικότητά της.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ. β') και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016). Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 855/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος στις επίδικες προτάσεις, μεταξύ άλλων, ψευδώς ισχυρίσθηκε ότι δολίως η αναιρεσείουσα προκάλεσε την παραγραφή των αστικών και ποινικών αξιώσεων των εντολέων της, γεγονός που ήταν αναληθές, και ότι είναι ηθική αυτουργός της ψευδορκίας που διέπραξαν οι μάρτυρές της Γ.
Χ. και Σ. Ρ. - Τ. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται στις προτάσεις που συνέταξε και υπέγραψε ο αναιρεσίβλητος, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ως άνω ισχυρισμός, μεταφέρθηκαν σ' αυτόν από τους εντολείς του, ο ίδιος δεν γνώριζε την τυχόν αβασιμότητά τους, δεν είχε πρόθεση δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως της ανιρεσείουσας, αλλά τους παρέθεσε προς απόκρουση των αγωγών της τελευταίας, στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας που του είχε χορηγηθεί από τους εντολείς του.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε σ' αυτή τα ακόλουθα: Ότι είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης και στα πλαίσια της αντιδικίας μεταξύ της ίδιας και των αναφερόμενων στην αγωγή προσώπων, που τυγχάνουν πρώην πελάτες της, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγές κατά των ανωτέρω προσώπων, ο δε εναγόμενος, με την ιδιότητά του ως πληρεξούσιος δικηγόρος των τελευταίων, συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου προς απόκρουση των αγωγών της δικόγραφα προτάσεων, όπου συμπεριέλαβε με πρωτοβουλία του τους αναφερόμενους στο δικόγραφο της αγωγής ψευδείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι προσβλητικοί για την τιμή και την υπόληψή της.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προβεί σε άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον και να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 10.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να της καταβάλει για την ίδια αιτία το ποσόν των 40.000 ευρώ, επίσης νομιμότοκα.
Από τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή προκύπτει ότι η ένδικη προσβολή ολοκληρώθηκε με την κατάθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης των προτάσεων που συνέταξε ο αναιρεσίβλητος, αφού η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι υπάρχει βάσιμη πιθανότητα προσβολής της προσωπικότητάς της στο μέλλον από τον εναγόμενο.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, η οποία δεν είχε εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.9.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2279/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης