Supreme Court allows appeal against enforcement order due to lack of clear debt title under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the bank's appeal against the second-instance court's enforcement order, ruling that the debt was not clearly established. The bank argued the debt became certain after a specific administrative procedure, while the defendants claimed the title remained conditional. The court found the lower court erred by cancelling the seizure order without verifying the debt's clarity, thus permitting the appeal and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904, 915, 916 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure: An enforcement order based on a payment order is invalid if the debt is not certain and clear, and the court must verify the fulfillment of conditions rendering the debt enforceable before allowing execution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1543 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1543/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Α., 2) Α. Μ. του Ι., 3) Ε. Μ. του Ι. και 4) Α. Μ. του Ι., όλων κατοίκων ... . Οι 2η, 3η και 4ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κατσαντώνη, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2005 ανακοπή και τους από 6-2-2006 πρόσθετους λόγους αυτής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-4-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός διάβασε την από 11-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 23-4-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 162/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915 και 916 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως, κατά το άρθρο 904 Κ.Πολ.Δ., είναι και η διαταγή πληρωμής, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως. Δεν είναι βεβαία η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, πριν την πλήρωση της αιρέσεως ή την πάροδο της προθεσμίας, αφού μέχρι τη συντέλεση των γεγονότων αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτου και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστού, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση.
Η πλήρωση της αιρέσεως ή η πάροδος της προθεσμίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν μπορεί να βρεθεί ημερολογιακώς, πρέπει να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη, έναντι του οφειλέτου, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. και το οποίο πρέπει να επιδίδεται στον καθ' ού η εκτέλεση οφειλέτη, ως συμπλήρωμα του εκτελεστού τίτλου, μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση, προκειμένου αυτός να μπορεί να εναντιωθεί, ασκώντας ανακοπή κατά της εκτελέσεως.
Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν, είναι δε εκκαθαρισμένη η χρηματική απαίτηση όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων. Τέλος, η κατάσχεση που επιβλήθηκε και η με βάση αυτή επισπευδομένη αναγκαστική εκτέλεση, για ποσό μεγαλύτερο του τίτλου, δεν είναι άκυρη, μπορεί όμως να ακυρωθεί για το επί πλέον ποσό.
Περαιτέρω, με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 42 ν. 2912/2001: α) ορίστηκε ότι, κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή σε καθυστέρηση από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί έχουν κλείσει οριστικά μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβαίνει ορισμένο πολλαπλάσιο (τετραπλάσιο, τριπλάσιο, διπλάσιο) του ληφθέντος κεφαλαίου συν συμβατικούς τόκους όχι πλέον του 50% του κεφαλαίου, β) καθορίστηκε ο τρόπος καταλογισμού των τμηματικών καταβολών που έγιναν από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ αυτών, γ) προσδιορίστηκε ο τρόπος εκτοκισμού του προκύπτοντος ολικού ποσού, μετά τον γενόμενο προσδιορισμό (ρύθμιση), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, δ) ανεστάλη η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως διαδοχικώς μέχρι 31.12.2001 και ήρθη ρητώς η αναστολή αυτή από 1.1.2002, ε) ορίστηκε ότι οι διατάξεις αυτές περί επαναπροσδιορισμού του ύψους της οφειλής και αναστολής δεν επηρεάζουν όσα σχετικώς κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με νόμο ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των οφειλετών, μέχρι 9-5-2001 και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν, στ) ορίστηκε ότι σε όσες περιπτώσεις το ύψος της απαιτήσεως είχε καθορισθεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ του οφειλέτου και του πιστωτικού ιδρύματος σε ποσό ανώτερο του άνω πολλαπλασίου, και μετά την 31-12-2000 απέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο, πέραν του εν λόγω πολλαπλασίου, το υπόλοιπο αυτό, το επί πλέον δηλαδή του εν λόγω πολλαπλασίου, διαγράφεται, ποσά δε που κατεβλήθηκαν από τους οφειλέτες ή τρίτους οποτεδήποτε, ανεξαρτήτως ύψους, δεν αναζητούνται, ζ) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται όπως, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την υποβολή σχετικής αιτήσεως, χορηγούν στον οφειλέτη αντίγραφα των δανειστικών συμβάσεων και κατάσταση με ανάλυση του ύψους της οφειλής καθώς και αντίγραφα των υφισταμένων καρτελών και των παραστατικών, η) τέλος ορίστηκε ότι μετά την παρέλευση του χρόνου της αυτοδικαίας αναστολής ενάρξεως ή συνεχίσεως των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως (31.12.2001) και εφόσον με σχετικές συμφωνίες μεταξύ οφειλετών και των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως , προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους με την προϋπόθεση ότι με δήλωσή τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσουν το οφειλόμενο ποσό της απαιτήσεως, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.
Επακολούθησε ο ν. 3259/2004, που ισχύει από 4-8-2004, με το άρθρο 39 του οποίου επαναρρυθμίστηκαν εν μέρει οι προς τραπεζικά ιδρύματα οφειλές από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4-8-2004. Ειδικότερα με την τελευταία αυτή διάταξη ορίστηκε: α) ότι με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 αυτού, η συνολική οφειλή από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πιστώσεως, προκειμένου δε περί αλληλοχρέων λογαριασμών δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και β) ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους κατά τα άνω και να μη προχωρήσουν σε έναρξη και συνέχιση διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι 31-10-2004 ή και πέραν της προθεσμίας αυτής, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση έχει γίνει ρύθμιση του τρόπου εξοφλήσεως της οφειλής με σχετική συμφωνία με τον πρωτοφειλέτη ή τον εγγυητή ή τους καθολικούς διαδόχων τους και αυτοί είναι ενήμεροι, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 30 ν. 2789/2000.
Από αυτά συνάγεται ότι από της 4-8-2004, που άρχισε να ισχύει η ως άνω διάταξη του άρθρου 39 ν. 3259/2004, ανεστάλη και πάλι, μέχρι 31-12-2004, αυτοδικαίως η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, επισπευδομένης από πιστωτικά ιδρύματα με τίτλο εκτελεστό, προς ικανοποίηση απαιτήσεών τους από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4-8-2004, εκτός εκείνων που είχαν επιδικασθεί τελεσιδίκως μέχρι 11.2.2000 (έναρξη ισχύος του ν. 2789/2000) και υποχρεώθηκαν τα πιστωτικά ιδρύματα να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους αυτών, κατά τα άνω οριζόμενα, ως βάση δε για τον υπολογισμό του τριπλασίου, προκειμένου για αλληλοχρέους λογαριασμούς, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 1 του άνω άρθρου 39 ν. 3259/04, λαμβάνεται το ύψος της απαιτήσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, μετά δε την παρέλευση της άνω προθεσμίας,(31-12-2004) και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά μεταξύ οφειλέτου και του δικαιούχου πιστωτικού ιδρύματος, μετά υποβολή σχετικής αιτήσεως από τους οφειλέτες, μέχρι 31-10-2004, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να προβεί σε έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, όπως αυτή διαμορφώνεται, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις (τριπλάσιο του ποσού της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού), θεωρουμένης ως αποσβεσθείσης της απαιτήσεως κατά το επί πλέον του εν λόγω πολλαπλασίου ποσό, υπό την προϋπόθεση ότι το επισπεύδον πιστωτικό ίδρυμα, με μονομερή δήλωσή του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, που γνωστοποιείται στον οφειλέτη, προσδιορίσει το οφειλόμενο ποσό της απαιτήσεως.
Η μονομερής αυτή δήλωση του επισπεύδοντος αναγκαστική εκτέλεση πιστωτικού ιδρύματος για το ύψος της οφειλής συνιστά ex lege μεταγενέστερη αναβλητική αίρεση, για την έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, πληρούται δε με μόνη τη γνωστοποίησή της στον καθ' ού η εκτέλεση, και δεν αναφέρεται στην απαίτηση, η οποία από τον εκτελεστό τίτλο είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογήν, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την τέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλοχρέου λογαριασμού), παρέχεται δε στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, όπως και στις λοιπές περιπτώσεις που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, η δυνατότητα με ανακοπή του κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ., να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαιτήσεως, όπως αυτή προσδιορίζεται στη δήλωση της τραπέζης, δεν είναι εκείνο που προκύπτει ως οφειλόμενο, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που αναφέρεται στη δήλωση του επισπεύδοντος.
Το ότι δε ο επαναπροσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και του άρθρου 39 ν. 3259/2004, δεν συνιστά αναβλητική αίρεση για τη γέννηση της προκυπτούσης από τον εκτελεστό τίτλο απαιτήσεως του επισπεύδοντος, συνάγεται και από το ότι, με τις εν λόγω ρυθμίσεις αναπροσαρμογής του ποσού της οφειλής, δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτου, για τις αντίστοιχες περιπτώσεις, στις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 915 και 916 Κ.Πολ.Δ., ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, γεγονός που θα καθιστούσε τις σχετικές διατάξεις αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 17 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνο στις μεταξύ οφειλετών και πιστωτικών ιδρυμάτων συμβατικές σχέσεις (Α.Π. 653/2013, 1099/2010).
Περαιτέρω, από τους ορισμούς των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι δεν επαναπροσδιορίζονται οφειλές που είτε προέρχονται από διαφορετική πλην των κατονομαζομένων αιτία, είτε δεν έχουν ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμες, είτε τέλος, δεν υπερβαίνουν το οριζόμενο πολλαπλάσιο των συνολικώς χορηγηθέντων κεφαλαίων ή πιστώσεων, για τις οποίες δεν ισχύει η απαγόρευση ενάρξεως ή συνεχίσεως της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως (Α.Π. 1405/2012, 1099/2010).
Τέλος, τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως για παρά τον νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητος, μπορούν να θεμελιώσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτελέσεως, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, προβαλλομένους με το σχετικό ένδικο βοήθημα (Α.Π. 405/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ανακοπή αυτών κατά της επισπευδομένης εις βάρος των αναγκαστικής εκτελέσεως, δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../7-10-1996 σύμβασης πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού που καταρτίστηκε στη Λαμία, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της Τράπεζας Κρήτης, της οποίας καθολικοί διάδοχοι είναι η καθής - εφεσίβλητη και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ Μ.
Α.Ε." χορηγήθηκε στην πιστούχο εταιρεία πίστωση αρχικά μέχρι του ποσού των 500.000.000 δραχμών και στη συνέχεια με την υπ' αριθ. .../Α/ 30-6-1997 σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως μέχρι του συνολικού ποσού των 700.000.000 δραχμών, την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της οποίας εγγυήθηκαν οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες. Στις 3-11-1999 το χρεωστικό υπόλοιπο των ανωτέρω λογαριασμών ανέρχονταν στο ποσό των 472.971.742 δραχμών, οπότε η καθ' ής-εφεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση και κάλεσε την πιστούχο και τους εγγυητές να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό.
Στη συνέχεια με αίτηση της ιδίας (καθ' ης) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 42/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία διατάχθηκαν, αμφότεροι, πιστούχος και εγγυητές να καταβάλουν στην αιτούσα Τράπεζα το ποσό των 472.971.742 δραχμών, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων από 4-11-1999.
Η ως άνω δανείστρια Τράπεζα επέδωσε στους ανακόπτοντες την 11-2-2000 αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Μετά από αίτηση της πιστούχου καθ' ής με το υπ' αριθμ. 0112 213 00238/10-12-2001 έγγραφό της προσδιόρισε την οφειλή βάσει των όρων του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 στο ποσό των 558.195.390 δραχμών (1.638.137,61 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από 10-5-2001.
Μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3259/2004 η πιστούχος υπέβαλε προς την καθ' ής την από 15-9-2004 αίτησή της , με την οποία ζητούσε την υπαγωγή της στις ευνοϊκές διατάξεις της ανωτέρω νομοθετικής ρύθμισης. Η καθ' ής με την από 1-12-2004 απαντητική επιστολή της αρνήθηκε το αίτημα της πιστούχου διότι το ύψος της οφειλής, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί την 4-8-2004 ανέρχονταν στο ποσό των 2.625.602,49 ευρώ από το οποίο το κεφάλαιο οφειλής ανέρχονταν σε 1.781.770,77 ευρώ και επομένως η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή δεν υπερέβαινε το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.
Στη συνέχεια η καθ' ής επέδωσε εκ νέου στην πιστούχο και τους εγγυητές αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αριθμ. 42/2000 διαταγής πληρωμής με την από 26-7-2004 παρά πόδας αυτής επιταγή προς πληρωμή, επιτάσσοντάς τους να της καταβάλουν ο καθένας, εις ολόκληρον, το ποσό των 1.874.344,94 ευρώ και επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις βάρος της ακίνητης περιουσίας των εκκαλούντων, για απαίτηση ποσού 100.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../11-3-2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας ..., με την οποία ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 4-5-2005".
Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις του, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι η απαίτηση της επισπεύδουσας, με βάση τον ως άνω εκτελεστό τίτλο, για την ικανοποίηση της οποίας συνεχίσθηκε, μετά την άρση της αναστολής (31-12-2004) η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, με την ως άνω υπ' αριθμ. .../11-3-2005 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως, ήταν αβέβαιη, σύμφωνα με το άρθρο 915 Κ.Πολ.Δ., αλλά και ανεκκαθάριστη κατά το άρθρο 916 του ιδίου Κώδικος, διότι τελούσε υπό την αναβλητική εκ του νόμου αίρεση της αναπροσαρμογής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 του ν. 2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004, και θα έπρεπε για την εγκυρότητα της επισπευδομένης εκτελέσεως να συγκοινοποιηθεί στους καθ' ων μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση και το έγγραφο της αναπροσαρμογής, δεδομένου ότι αυτοί υπέκειντο στις ρυθμίσεις των ανωτέρω νόμων και η καθής έπρεπε να επαναπροσδιορίσει την απαίτησή της με βάση το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004, μετά την αίτηση των εκκαλούντων και όχι να αρνηθεί τούτο, όπως παράνομα έπραξε.
Ακολούθως δε το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, εδίκασε την ένδικη ανακοπή και, κατά παρά παραδοχή του σχετικού ως άνω λόγου αυτής, ακύρωσε την ανακοπείσα υπ' αριθμ. .../11-3-2005 κατασχετήρια έκθεση.
Σύμφωνα όμως με όσα διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της παρανόμου ακυρώσεως της προειρημένης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, καθόσον η απαίτηση της αναιρεσειούσης τραπέζης δεν κατέστη από τους νόμους 2789/2000 και 3259/2004, μη βεβαία και μη εκκαθαρισμένη, όπως αβασίμως ισχυρίσθησαν με τον γενόμενο δεκτό ως άνω λόγο ανακοπής των οι αναιρεσίβλητοι, αλλά από της εγγράφου αρνητικής απαντήσεως της τραπέζης επί του αιτήματός των περί επανακαθορισμού της απαιτήσεως, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στη μείζονα σκέψη νομικές διατάξεις, και προσδιορισμού του ύψους αυτής εγκύρως προχώρησε η εκτέλεση και η απαίτηση της τραπέζης ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη, προκύπτουσα από τον τίτλο, ο δε επανακαθορισμός της, σύμφωνα με τον νόμο, προέκυπτε με την τέλεση μαθηματικών πράξεων και οι αναιρεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν με λόγους ανακοπής το ύψος της απαιτήσεως, τον οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ενδίκου ανακοπής, δεν προέβαλαν.
Επομένως ο δια της κρινομένης αιτήσεως προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, η εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική αιτίαση, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τους παρισταμένους (δευτέρα, τρίτη και τέταρτο) των αναιρεσιβλήτων, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης.
Ως προς τον απολειπόμενο όμως πρώτο των αναιρεσειβλήτων, ως προς τον οποίο με δήλωση της αναιρεσειούσης στο ακροατήριο, καταχωρηθείσης στα πρακτικά , δεν εισάγεται προς συζήτηση η κρινομένη αίτηση προς συζήτηση, πρέπει να θεωρηθεί ματαιωμένη η συζήτηση (Α.Π. 673/2013, 610/2011, 148/2011, 1080/2009).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη την συζήτηση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 162/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 18η Μαρτίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ