Legislator Case Law & Legislation
1541/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank foreclosure ruling, upholding property liquidation over rental option.

Case Number 1541/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against the First Instance Court's decision to liquidate a property instead of renting it out. The court found the lower court correctly applied the law regarding the debtor's inability to pay, noting that the factual findings regarding the property's value and the debtor's financial situation were uncontested. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the costs were not imposed on the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 9(1) of Law 3869/2010; Article 560(1) and (6) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may not overturn a lower court's assessment of evidence regarding the necessity of liquidating a debtor's property if the factual findings are supported by the record and the legal application is correct.

Keywords

AI generated
bankruptcy liquidation property enforcement supreme court appeal evidence assessment debtor insolvency civil procedure code foreclosure ruling

Cited Legislation

AI generated
Article 9(1) of Law 3869/2010
Article 4346/2015
Article 560(1) and (6) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1541 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1541/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Δ., 2) Ν. Α. του Α., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στη Στοκχόλμη Σουηδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Hoiste Finance AB (publ)", εκ των οποίων οι 1η και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Καραμπίνα, ενώ οι 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.

Της προσθέτως, υπέρ της "Τράπεζα Eurobank ΑΕ", παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "QQUANT MASTER SERVICER Μονοπρόσωπη ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PILLAR Finance Designated Activity Company", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χαραλαμπέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-3-2012 (αρ. εκθ. καταθ. 450/ 2012 και 474/2012) αιτήσεις των 1ης και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 355/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα, οι 1η και 2ος των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως στο ακροατήριο παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ου αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της προσθέτως στο ακροατήριο παρεμβαίνουσας την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).

Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022). Στη δίκη ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (Α.Π. 259/2022, Α.Π. 488/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 29-9-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 351/25-10-2021) αίτηση αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 22-9-2023 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-2-2025).

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπ' αριθμ. ...-2022, ...-2022, ...-2022, και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Γ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την ως άνω ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 22-9-2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ` άρθρο 129 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες.

Συνακόλουθα, εφόσον οι τελευταίες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 1227/2023, Α.Π. 987/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 29-9-2021 αίτηση αναίρεσης, πλήττεται η υπ' αριθμ. 355/2019 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.

Η ως άνω απόφαση, η οποία δεν επιδόθηκε, δημοσιεύτηκε την 1-7-2019 και η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) την επομένη (2-7-2019) και έληγε στις 2-7-2021, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και 7-11-2020 έως 6-4-2021.

Λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και της εξ αυτής μη υπολογισμού, του χρονικού διαστήματος από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικού χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ.

α'του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί η διετής προθεσμία κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πατρών στις 25-10-2021. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1-2 και 144 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βεβαίως συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης άμεσου έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Εξάλλου, από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρέμβασης διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του Κ.Πολ.Δ., ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αίτησης είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (Α.Π. 457/2020, Α.Π. 1886/2013).

Εξάλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 752 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς προδικασία, με τις προτάσεις ή και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 457/2020, Α.Π. 1549/2003). Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (Α.Π. 424/2024, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 1741/2012).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1564/2017).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής, κατά το άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, το οποίο εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (Α.Π. 877/2019, Α.Π.1978/2017), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1564/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Ενόψει των ανωτέρω, η ασκηθείσα, με τις, από 7-2-2025, προτάσεις, που κατέθεσε κατά την ημερομηνία της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στο Γραμματέα του παρόντος Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση, της εδρεύουσας στο Μαρούσι Αττικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που συνιστά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PILLAR FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της ως άνω αναιρεσείουσας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 Κ.Πολ.Δ.), ζητώντας να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 752 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ.

που, κατ' αυτές των άρθρων 573 παρ. 1 και 741 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι, με τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, από 30-3-2012 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 450/20-4-2012 και 474/26-4-2012, αντίστοιχα) αιτήσεις τους, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, ζήτησαν τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών τους), κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της πρώτης εξ αυτών, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου.

Επί των αιτήσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 488/2018 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες τις ένδικες αιτήσεις, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις ειδικότερα αναφερόμενες μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές τους και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το 80% της αντικειμενικής της αξίας, διέταξε δε, επιπλέον, τη ρευστοποίηση ενός καταστήματος της αιτούσας- πρώτης αναιρεσίβλητης, που βρίσκεται στο Καγκάδι Αχαϊας.

Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι εν μέρει ηττηθέντες πρωτοδίκως αιτούντες, ήδη πρώτη και δεύτερος των αναιρεσίβλητων, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 29-6-2018 έφεσή τους με την οποία, επικαλούμενοι πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό να γίνουν στο σύνολό τους δεκτές οι αιτήσεις τους.

Επί της έφεσης αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με την προφορικώς ασκηθείσα κυρία παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS", ήδη έκτης αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 355/2019 τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα υπ' αριθμ. 488/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, έγιναν δεκτές οι αιτήσεις και ρυθμίστηκαν τα χρέη τους, κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο διατακτικό της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ., γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Έτσι, το Εφετείο, για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης που περιέχονται στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 883/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1055/2021, Α.Π. 344/2020).

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε, παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 332/2024, Α.Π. 883/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1141/2001).

Επομένως, επί οριστικής απόφασης, που δέχτηκε την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος, απέρριψε όμως ως αβάσιμο επιμέρους κονδύλιο της αγωγής, όταν αυτή εκκαλείται από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα, σε σχέση με το απορριφθέν κονδύλιο, αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης καθίσταται μόνο το κονδύλιο αυτό και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος.

Το Εφετείο, δηλαδή, δεν μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν προσβλήθηκε η δεχθείσα την ύπαρξή του οριστική απόφαση, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγομένου, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (Α.Π. 332/2024, Α.Π. 543/2019, Α.Π. 1365/2015, Α.Π. 1368/2015).

Τέλος, κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διάταξης, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια, τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.

Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (Α.Π. 332/2024, Α.Π. 883/2023, Α.Π. 131/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1055/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της, εκδοθείσας επί των από 30-3-2012 αιτήσεων των ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, υπ' αριθμ. 488/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, δέχτηκε τις αιτήσεις αυτών ως κατ' ουσίαν βάσιμες, ρύθμισε τις οφειλές τους, εξαίρεσε από την εκποίηση την κατοικία της συζύγου, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και διέταξε τη ρευστοποίηση ενός καταστήματος της τελευταίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, άσκησαν έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, μόνο οι εν μέρει ηττηθέντες πρωτοδίκως, ως άνω αιτούντες (ήδη πρώτη και δεύτερος των αναιρεσίβλητων), παραπονούμενοι, με τους λόγους αυτής, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς το ύψος των καταβολών κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τη χρονική διάρκεια των καταβολών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ίδιου Νόμου και τη ρευστοποίηση του καταστήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ καμία από τις πιστώτριες τράπεζες, που μετείχαν στη δίκη πρωτοδίκως, δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση.

Μετά τη συζήτηση της έφεσης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας επί των αιτήσεων, δέχθηκε αυτές ως εν μέρει βάσιμες κατ' ουσίαν, ρύθμισε δε τα χρέη των αιτούντων, καθορίζοντας μικρότερες μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες, εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση την κύρια κατοικία της πρώτης αναιρεσίβλητης και τη λοιπή ακίνητη περιουσία της και διέταξε την ελεύθερη εκποίηση των αναφερομένων στο διατακτικό ακινήτων του δεύτερου αιτούντος- δεύτερου αναιρεσίβλητου.

Εκ των ανωτέρω, προκύπτουν τα εξής: Εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 488/2018 οριστική του απόφαση, έκανε δεκτές τις αιτήσεις, δέχθηκε, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, την ύπαρξη του δικαιώματος που ασκήθηκε με τις αιτήσεις, ήτοι τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής των αιτούντων στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010.

Με την ασκηθείσα από τους αιτούντες έφεση, προσβλήθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, μόνο κατά το ύψος των μηνιαίων καταβολών των αιτούντων προς τις πιστώτριες και κατά το μέρος που είχε διατάξει τη ρευστοποίηση του καταστήματος της αιτούσας-πρώτης αναιρεσίβλητης. Επομένως, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, μόνο κατά τα εν λόγω, προσβαλλόμενα με την έφεση, κεφάλαια αυτής και, συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε υποχρέωση να περιοριστεί στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους αυτούς έφεσης, δηλαδή ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 προς τους πιστωτές και της ρευστοποίησης περιουσιακού στοιχείου της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθώς και τυχόν ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους εφεσίβλητους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών και, ακολούθως, ανάλογα με την επ' αυτής κρίση, να δεχθεί ή να απορρίψει την έφεση.

Δεν είχε, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τη δυνατότητα να εξετάσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής των εκκαλούντων-αιτούντων (πρώτης και δεύτερου αναιρεσίβλητων) στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, ούτε ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αρνητικούς ή καταλυτικούς του σχετικού δικαιώματός τους, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, ενόψει του ότι, το κεφάλαιο αυτό της εκκληθείσας απόφασης, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, η δε αναιρεσείουσα δεν είχε ασκήσει, όπως είχε έννομο προς τούτο συμφέρον, έφεση, προκειμένου να προσβάλει την παραδοχή της απόφασης για την ύπαρξη του δικαιώματος, ώστε να καταστεί και το κεφάλαιο αυτό αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης.

Έτσι, ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων για ένταξή τους στην προστασία του Ν. 3869/2010, υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο δέσμευε το κατ' έφεση δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο.

Συνεπώς, ισχυρισμοί σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής των ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων στην προστασία του Ν. 3859/2010, και αν ακόμη υποβλήθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τους εφεσίβλητους, είναι απαράδεκτοι, ως μη συναπτόμενοι με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, η δε αναιρεσείουσα δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει λόγους αναίρεσης, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο, τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο : 1) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3859/2010, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, απέρριψε την ένσταση δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών (δεύτερος λόγος), 2) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του ως άνω Νόμου , παρέλειψε οποιαδήποτε αναφορά σε ακίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης, ήτοι ενός αγροτεμαχίου 3.585,26 τ.μ.

στη θέση ΛΑΚΑ του Δημοτικού Διαμερίσματος Καγκαδίου του Δήμου Λάρισσου, και δεν διέταξε τη ρευστοποίησή του (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου) και 3) με αντιφατική αιτιολογία έκρινε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος υπάγεται ως "μικρέμπορος" στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτοι, ενόψει του ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής των πρώτης και δεύτερου αναιρεσίβλητων στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 -την ύπαρξη των οποίων αναγνώρισε η εκκληθείσα με την έφεση πρωτόδικη απόφαση, ως λογικό προαπαιτούμενο της αποδοχής της αίτησής τους ως προς τις πιστώτριες, δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν είχε τη δικονομική δυνατότητα να ερευνήσει τους τυχόν προβληθέντες, με τις προτάσεις που είχε καταθέσει ενώπιόν του, η αναιρεσείουσα, αντίθετους ισχυρισμούς της, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο που είχε δημιουργήσει η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο τούτο.

Πρέπει να σημειωθεί, ως προς το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην υπ' αριθμ. 488/2018 απόφασή του, ουδόλως συμπεριέλαβε στην ακίνητη περιουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης το ως άνω ακίνητο, για το οποίο παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι δεν διατάχθηκε η ρευστοποίησή του.

Συνεπώς, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με ισχυρισμούς, που αφορούν μη προσβληθέντα με έφεση κεφάλαια της οριστικής απόφασης, είναι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται.

Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 560/2022, ΑΠ 75/2016). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 438/2019) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 224/2023).

Προκειμένου δε περί αοριστίας της αγωγής, ελέγχεται, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, μόνο η "νομική αοριστία", δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 18/1998, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 635/2019, Α.Π. 213/2018, Α.Π. 220/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), ορίζεται ότι φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου.

Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσεως εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση, τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σαφώς προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, ο αιτών - οφειλέτης πρέπει να εκθέτει σε αυτή ότι είναι φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αυτών των χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού (ήδη προδικαστικού) συμβιβασμού με τους πιστωτές του και ότι δεν έχει υπάρξει άλλη απαλλαγή από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση το νόμο.

Επιπλέον, πρέπει να εκθέτει ποιοι είναι οι πιστωτές του, με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, εάν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του και τα περιουσιακά του στοιχεία.

Τέλος, πρέπει να περιλάβει στην αίτησή του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, που να περιέχει ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διάσωσης (εξαίρεσης από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας του.

Πλέον των ανωτέρω ουδέν έτερο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα της εν λόγω αίτησης (Α.Π.1231/2023, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 635/2019, Α.Π. 213/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον περιεχόμενο στην υπό κρίση αίτηση πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε, ως αόριστες, τις από 30-3-2012 αιτήσεις του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 των αιτούντων, ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, επειδή οι τελευταίοι δεν περιέλαβαν στις αιτήσεις τους κατάσταση με τα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου τους, παρόλο που οι σύζυγοι διέθεταν περιουσία κατά το χρόνο κατάθεσης των αιτήσεων, αφού ο καθένας τα αναφέρει στη δική του, όμοια αίτηση, παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Το ως άνω Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, πρωτοδίκως και με τις προτάσεις της προς απόκρουση της έφεσης των ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, ένσταση αοριστίας, αναφέροντας επί λέξει "...δεν συντρέχει περίπτωση αοριστίας της αίτησης καθόσον στο δικόγραφο αυτής διαλαμβάνονται τα κάτωθι στοιχεία ήτοι α) ότι οι αιτούντες δεν τυγχάνουν έμποροι και, ως εκ τούτου, δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, β) ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη και, κατά την ορθότερη άποψη, γενική- καθολική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, γ) την κατάσταση της περιουσίας τους και τα εισοδήματά τους, δ) κατάσταση των πιστωτών, τις οφειλές τους προς τους οποίους επιθυμεί να ρυθμίσει, κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα και ε) σχέδιο διευθέτησης οφειλών.

Πέραν δε των παραπάνω στοιχείων κανένα άλλο στοιχείο απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης (...). Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτήσεις του εκκαλούντων περιλαμβάνουν το προαναφερθέν ελάχιστο εκ του νόμου περιεχόμενο και κρίνονται επαρκώς ορισμένες, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εφεσίβλητων πιστωτριών...", και μην αξιώνοντας για το παραδεκτό και τη νομική θεμελίωση των ένδικων αιτήσεων των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος, δεν παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αφού, ενόψει του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου αυτού και εκείνων του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που προαναφέρθηκαν, για το ορισμένο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αναφέρονται σε αυτές (όπως διορθώθηκαν- συμπληρώθηκαν με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη προεκτέθηκαν, όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική τους αιτία, δεν αποτελεί δε στοιχείο του ορισμένου της αίτησης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, η αναφορά της περιουσιακής κατάστασης του συζύγου του, η οποία δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται στην αίτηση, ενόψει και του ότι ο οφειλέτης ευθύνεται μόνο με τη δική του περιουσία και συνεπώς δεν υπάρχει δυνατότητα ή ενδεχόμενο ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του συζύγου του.

Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, με το άρθρο 744 του Κ.Πολ.Δ. εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει, όπως προαναφέρθηκε, στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τόσο τις γνήσιες όσο και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται (βλ. άρθρο 3 του Ν. 3869/2010). Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη. Εξαιτίας του ανακριτικού αυτού συστήματος δεν εφαρμόζεται στην κατ' έφεση δίκη το άρθρο 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, και συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως Εφετείο, εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση της δικής του απόφασης (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 633/2018, Α.Π. 64/2017, Α.Π. 236/2015).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ.7 και 11 Ν. 4346/2015 (ΦΕΚ Α 152) και ισχύει από 1.1.2016, που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι ναι μεν οι αιτήσεις των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων περί υπαγωγής τους στο Ν.3869/2010 ασκήθηκαν με την κατάθεσή τους στις 20-4-2012 και 26-4-2012, αντίστοιχα, και συζητήθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 19-1-2018, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν.4161/2013 (αφού οι αιτήσεις είχαν ήδη κατατεθεί πριν την 1-1-2016), εντούτοις η έφεση των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που συζητήθηκε στις 19-2-2019, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και συνακόλουθα, το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει το νεότερο νόμο (άρθρο 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ορίζει ότι "Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών ορίζεται εκκαθαριστής...".

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010 (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 14 παρ.1 Ν. 4346/2015 (ΦΕΚ Α 152) στην οποία προβλέπεται ότι " Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018 ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, εφόσον, στο πρόσωπο του οφειλέτη, πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του παρόντος...γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα και δ) ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης...", παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση και αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο [και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία], οπότε τότε, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 9 ως άνω νόμου οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, η προστασία δε του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ' αυτών.

Σημειώνεται ότι η εξαίρεση από την εκποίηση δυνατό να αφορά και άλλα ακίνητα του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας αυτού (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 486/2021, Α.Π. 632/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης (κατατεθείσα την 18-11-2022) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (A.Π. 1943/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 701/2020). Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 681/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 174/2015, Α.Π. 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι οι αιτούντες (πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι) είναι σύζυγοι, ηλικίας 42 ετών και έχουν αποκτήσει δύο τέκνα ηλικίας 13 και 8 ετών, αντίστοιχα, ότι η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), διατηρούσε φροντιστήριο ξένων γλωσσών στην Κάτω Αχαϊά, το οποίο όμως έκλεισε την 30-10-2010, οπότε και προέβη σε διακοπή εργασιών και έκτοτε είναι άνεργη, εγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, με διαρκώς ανανεούμενο το Δελτίο Ανεργίας της, τα εισοδήματά της περιορίζονται σε μίσθωμα 300 ευρώ το μήνα που λαμβάνει από την εκμίσθωση ενός ισογείου καταστήματος στο Καγκάδι Αχαϊας και δεν έχει άλλη πηγή εισοδημάτων, ότι οφείλει, ως εγγυήτρια, στην αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα από σύμβαση στεγαστικού δανείου 96.434,99 ευρώ και στις άλλες μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, από δανειακές συμβάσεις, πιστωτικών καρτών, στεγαστικών δανείων, καταναλωτικού δανείου και επιχειρηματικής πίστωσης και ότι συνολικά οφείλει 257.501,67 ευρώ, ότι στην αποκλειστική κυριότητά της ανήκουν: 1) ένα διαμέρισμα που αποτελεί και την κύρια κατοικία της της ίδιας και της οικογένειάς της, επί της οδού ...

στην Πάτρα,, επιφανείας 87 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 73.022,25 ευρώ και 2) ένα ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 83,22 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού Καγκαδίου, του Δήμου Δυτικής Αχαϊας, εντός οικοπέδου έκτασης 680 τ.μ., το οποίο (κατάστημα) αποτελεί κάθετη ιδιοκτησία με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 420,59/1000 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούν σε τμήμα έκτασης αυτού 286 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 30.387,79 τ.μ., ενώ ο σύζυγός της (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), εργάζεται ως υπάλληλος της εταιρείας "NEUROSOFT", με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 732,54 ευρώ, λαμβάνει δε πρόσθετο οικογενειακό επίδομα από τον ΟΓΑ ποσού 53,33 ευρώ μηνιαίως και βοήθημα από το πρόγραμμα "Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης (ΚΕΑ)" ποσού 100 ευρώ μηνιαίως, ότι οφείλει στην αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα από σύμβαση επαγγελματικού δανείου 56.476,43 ευρώ και από σύμβαση στεγαστικού δανείου, ως οφειλέτης με εγγυήτρια τη σύζυγό του 96.434,99 ευρώ, ότι στην αποκλειστική κυριότητά του ανήκουν :α) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 4.012,24 τ.μ.

με την εντός αυτού ισόγεια αποθήκη επιφανείας 25 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "ΠΗΓΑΔΟΛΑΚΑ" ή "ΠΑΝΩ ΧΩΡΑΦΙ", της κτηματικής περιφέρειας της τοπικής Κοινότητας Αγίου Ν. Κράλη της δημοτικής ενότητας Ωλενίας του Δήμου Δυτικής Αχαϊας και β) ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση, έκτασης 6.345,13 τ.μ., ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις, ρύθμισε τα χρέη της πρώτης αναιρεσίβλητης με μηνιαίες καταβολές ποσού 250 ευρώ προς τις πιστώτριες τράπεζες επί μια πενταετία, εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση την κύρια κατοικία της, ήτοι το διαμέρισμα επί της οδού ...

στην Πάτρα, επέβαλε σ' αυτήν την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της 58.417,80 ευρώ σε 240 δόσεις των 243,40 ευρώ κάθε μια, εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση τη λοιπή ακίνητη περιουσία της, ήτοι το προπεριγραφόμενο ισόγειο κατάστημα, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος συζύγου της (δεύτερου αναιρεσίβλητου) με μηνιαίες καταβολές ποσού 250 ευρώ προς την πιστώτρια τράπεζα, ήδη αναιρεσείουσα επί μια πενταετία και διέταξε την ελεύθερη εκποίηση με τον πλέον πρόσφορο τρόπο των ακινήτων του.

Συγκεκριμένα, ως προς την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση του καταστήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης αναφέρει επί λέξει "...όσον αφορά την υπολειπόμενη ακίνητη περιουσία της αιτούσας και δη το ως άνω κατάστημα, αυτό θα πρέπει να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση καθόσον εκμισθώνει αυτό, γεγονός που της αποφέρει ένα πρόσθετο εισόδημα ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στην ως άνω ρύθμιση των χρεών της...".

Με τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο Ν. 3869/2010 δίνει τη δυνατότητα εξαίρεσης από την εκποίηση, όχι μόνο της πρώτης και κύριας κατοικίας, αλλά και οποιουδήποτε ακίνητου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη και κρίνοντας ότι δεν είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση των δανειστών η εκποίηση του ως άνω καταστήματος της αιτούσας, αλλά αντιθέτως συμφέρει η εκμίσθωση αυτού που θα της αποφέρει πρόσθετο εισόδημα για να ανταποκριθεί στη ρύθμιση των χρεών της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτή ισχύει τροποποιηθείσα με τον Ν. 4346/2015, ο οποίος είχε εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, σχετικά με τη συνδρομή της εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση του ως άνω περιουσιακού στοιχείου της αιτούσας.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα της μη ρευστοποίησης του ακινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά της εκμίσθωσης αυτού, το οποίο θεωρεί εσφαλμένο.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 750/2024, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 29-9-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 351/25-10-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 355/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, και την δια των από 7-2-2025 προτάσεων ασκηθείσα αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ".

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ