Legislator Case Law & Legislation
1540/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against railway accident verdict regarding witness disqualification and blood alcohol evidence.

Case Number 1540/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Railway Organization's appeal against a lower court ruling in a railway accident case involving three individuals. The appellant argued that a witness should have been excluded due to a conflict of interest and questioned the relevance of the defendant's blood alcohol level. The court held that the lower court correctly exercised its authority to admit the witness and found the alcohol evidence irrelevant to the accident causation, thus upholding the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 400(3) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The court's power to decide on witness admissibility based on potential conflict of interest is exclusive and not subject to appellate review, while findings on factual causation regarding blood alcohol levels fall outside the scope of appellate examination.

Keywords

AI generated
witness disqualification conflict of interest blood alcohol evidence railway accident liability appellate review scope causation analysis judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 400(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1540 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1540/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Τζεβελέκου.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, Ψ2 και Ψ3, συζ. Ψ2, ατομικά και ως ασκούσης μετά του δεύτερου την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους ..... και Ψ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θάνο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-6-2002 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 584/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1159/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 28-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου αναίρεσης κατά το μέρος του που αναφέρεται στο σκεπτικό και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 400 περ. 3 ΚΠολΔ, δεν εξετάζονται, όταν κληθούν, ως μάρτυρες, πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη. Εκ της διατάξεως αυτής σαφώς προκύπτει ότι η κρίση, αν το κληθέν να εξετασθεί ενώπιον του δικαστηρίου πρόσωπο είναι ή δεν είναι εξαιρετέος μάρτυρας, ως εξαρτών ή μη συμφέρον εκ της δίκης, απόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικώς ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 581/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, την επαναφερθείσα με λόγο εφέσεως ένσταση της αναιρεσείουσας περί εξαιρέσεως του μάρτυρα Ψ1 (πρώτου αναιρεσιβλήτου) στη δίκη επί της από 5-6-2002 αγωγής του Ψ4 (τετάρτου αναιρεσιβλήτου), συνεκδικασθείσα με την από 11-6-2002 αγωγή εκείνου (Ψ1) και των δευτέρου και τρίτης αναιρεσιβλήτων, ως προσδοκώντος άμεσο οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης επί της αγωγής τους, με αιτιολογία την βραδεία, μετά την όρκιση του μάρτυρα, προβολή της ενστάσεως αυτής και περαιτέρω, με επάλληλη αιτιολογία, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι δεν πιθανολογήθηκε τέτοιο συμφέρον αυτού από την έκβαση της δίκης επί της αγωγής του Ψ4, το οποίο να είναι αναγκαία συνέπεια της δίκης αυτής, μόνη δε η ιδιότητα του Ψ1 ως ενάγοντα στην από 5-6-2002 αγωγή που στρέφεται κατά της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και είναι συναφής με την αγωγή του Ψ4, δεν συνιστά λόγο εξαιρέσεώς του.

Ως εκ τούτου, εφόσον με την επάλληλη αυτή αιτιολογία στηρίζεται αυτοτελώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί απορρίψεως της εν λόγω ενστάσεως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ 11 ΚΠολΔ, η αιτίαση, ότι παρά το νόμο το εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση του Ψ1 παρά το ότι αυτός είχε αποκτήσει κατά το χρόνο εξετάσεώς του την ιδιότητα του διαδίκου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι ο αποκλεισμός εξετάσεως προσώπου που είναι διάδικος και ως μάρτυρος, συντρέχει μόνον στην περίπτωση που οι ιδιότητες αυτές αφορούν την ίδια δίκη και όχι διαφορετικές όπως εν προκειμένω, αφού και μετά τη συνεκδίκασή τους, οι εν λόγω συναφείς αγωγές διατηρούν την αυτοτέλειά τους.

Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι προέβη στην εξέταση του Ψ1 ως διάδικου, χωρίς προηγουμένως να εκδώσει απόφαση περί αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με λόγο εφέσεως σχετική περί αυτού αιτίαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία, που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υποχρέου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και η μεν κρίση (α) περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση, η πράξη ή παράλειψη εκείνης αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι το ατύχημα που συνέβη την 1-1-2002 στη σιδηροδρομική γραμμή Πειραιώς -Πατρών- Πύργου και ειδικότερα στην 222+242 χιλιομετρική σιδηροδρομική θέση, όπου υπάρχει αφύλακτη ισόπεδη διάβαση, όταν η επιβατική αμαξοστοιχία που οδηγούσε ο προστηθείς από την αναιρεσείουσα μηχανοδηγός Α, επέπεσε στη δεξιά πλευρά του υπ' αριθμ.

κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, και είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της συνεπειβαίνουσας στο αυτοκίνητο Β, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των ανωτέρω οχημάτων, κατά ποσοστό 70% του οδηγού του αυτοκινήτου και 30% του οδηγού της αμαξοστοιχίας.

Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά με την συνυπαιτιότητα του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας τα εξής: Συνυπαίτιος στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 30% είναι ο προστηθείς από τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (αναιρεσείουσα εταιρεία) μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας Α, καθόσον αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός μηχανοδηγός στη συγκεκριμένη περίπτωση, μολονότι ήταν νύκτα και γνώριζε ότι κινείται σε κατοικημένη περιοχή και ότι πλησιάζει σε αφύλακτη ισόπεδη διάβαση, οδηγούσε την αμαξοστοιχία χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν έθεσε, εγκαίρως, σε λειτουργία τα προβλεπόμενα από το νόμο ηχητικά σήματα της αμαξοστοιχίας (σφυρίγματα), προκειμένου να προειδοποιήσει για την επικείμενη διέλευση της αμαξοστοιχίας, με αποτέλεσμα α) αυτός (μηχανοδηγός) να μην αντιληφθεί εγκαίρως, λόγω έλλειψης προσοχής ότι το αυτοκίνητο επιχειρούσε να διασχίσει τη διάβαση και η αμαξοστοιχία παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε να επιπέσει στο αυτοκίνητο και β)ο οδηγός του αυτοκινήτου να μην αντιληφθεί εγκαίρως, λόγω έλλειψης σφυριγμάτων, ότι προσέγγιζε αμαξοστοιχία στην αφύλακτη διάβαση.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί συνυπαίτιος κατά το προαναφερθέν ποσοστό ο προστηθείς από την αναιρεσείουσα μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας και είχαν γίνει δεκτές κατά ένα μέρος οι αγωγές των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς το ανωτέρω δικαστήριο δεν παρεβίασε με την εξενεχθείσα κρίση του, τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 932 Α.Κ. καθόσον δεν ήταν αναγκαίο για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων να καθορίζει που είχε στραμμένη την προσοχή του ο μηχανοδηγός και να προσδιορίζει την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε την αντικανονική κίνηση του οδηγού του αυτοκινήτου, ούτε να καθορίζει πόσο έπρεπε να μειώσει την ταχύτητά του.

Διέλαβε εξάλλου η προσβληθείσα απόφαση πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερθεισών διατάξεων. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-456 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι ένορκες προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 20-2-2002 και 1-3-2002 ενόρκων προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων Γ και Δ με το να δεχθεί γεγονότα διαφορετικά των αναφερομένων στις καταθέσεις αυτές αναφορετικά με τη χρήση ηχητικών σημάτων από τον μηχανοδηγό της αμαξοστοιχίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης περί παραλείψεως του μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας να προβεί στη χρήση ηχητικών σημάτων, έλαβε υπόψη την από 26-2-2002 ένορκη προανακριτική κατάθεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι κατά το χρόνο της ως άνω καταθέσεώς του, αυτός είχε ήδη προσλάβει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι τα περιστατικά που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό είχε προβάλει ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τους που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν το αποδεικτικό πόρισμα αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αναφορικά με την συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του αυτοκινήτου, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Ειδικότερα, συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 70% είναι ο οδηγός του ..... αυτοκινήτου Ψ1 (πρώτος αναιρεσίβλητος), διότι αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενόψει και της νυκτερινής ώρας και της διέλευσής του από αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και όταν έφθασε προ της ως άνω αφύλακτης ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης, μολονότι υπήρχαν στην πορεία του πινακίδες (Κ-32 και Κ-36) που προειδοποιούσαν για κίνδυνο λόγω αφύλακτης σιδηροδρομικής διάβασης, χωρίς κινητά φράγματα, δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου προ αυτής και δεν έλεγξε εάν προσεγγίζει αμαξοστοιχία, ούτε έλεγξε την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ....., στην οποία επρόκειτο να εισέλθει, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να διασχίσει αυτή, χωρίς να υποχρεωθεί να ακινητοποιήσει το όχημά του πάνω σ' αυτή, αλλά οδήγησε το όχημά του ανεξέλεγκτα στην ως άνω αφύλακτη διάβαση και καθυστέρησε να διασχίσει τη σιδηροδρομική γραμμή, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του να συγκρουσθεί με την ως άνω αμαξοστοιχία.

Το γεγονός δε ότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του οινόπνευμα 0, 52 ml ανά λίτρο αίματος, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ποσότητα οινοπνεύματος επηρέασε αυτόν στην οδήγηση του αυτοκινήτου του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε, αναφορικά με την συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος.

Ειδικότερα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η διαπιστωθείσα περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν επηρέασε αυτόν στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως συνιστώσα κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής αυτής και εκείνης περί της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου που συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος..

Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 πλημμέλεια, γιατί περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνον όταν η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και όχι στις αιτιολογίες της.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Ιανουαρίου 2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1159/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ