Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding calculation of mixed versus net salaries.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's judgment concerning the calculation of the employee's remuneration. The appellant argued that the lower court incorrectly deducted already paid net salaries from gross mixed salaries instead of converting them directly. The court rejected this claim as vague and inadmissible because the specific legal error regarding the treatment of withheld contributions was not properly raised or substantiated in the lower instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague or fail to demonstrate a specific legal error regarding the application of substantive law to the proven facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1538 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1538/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας:
Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «MEGA SPRINT GUARD ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «MEGA SPRINT GUARD A.E.», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου – καθ’ ού η κλήση:
Β. Κ. του Α., κατοίκου ... Βοιωτίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13.05.2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 09.04.2019 αίτησή της και τους από 05.11.2019 προσθέτους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 705/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 03.08.2020 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρά στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω κατ’ άρθρο 254 παρ. 1 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (αριθμ. 573 παρ. 1 ΑΠ 723/2017, ΑΠ 2124/2017):
«1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν από την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση ή όταν επιβάλλεται η διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων στο ακροατήριο. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.
2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) ημέρες πριν από αυτήν [...]».
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../23-9-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Λαμίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, Πολυξένης Ζάντζα, ακριβές αντίγραφο της από 03.08.2020 κλήσης της αναιρεσείουσας με την οποία επαναφέρεται παραδεκτά προς νέα συζήτηση η από 9/4/2019 (αριθ. καταθ. 3/2019) αίτηση αναίρεσης που άσκησε αυτή κατά του αναιρεσίβλητου, μετά την έκδοση επ’ αυτής, αντιμωλία των διαδίκων, της υπ’ αριθμ. 705/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της, προκειμένου να προσκομισθεί επιμελεία της αναιρεσείουσας, το αναφερόμενο στο σκεπτικό της πληρεξούσιο που δεν περιέχετο στην δικογραφία, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκαν, αντίστοιχα, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου της άνω αναφερόμενης δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ’ αυτήν. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση χωρεί σαν να είναι παρών και ο διάδικος αυτός (αναιρεσίβλητος), αφού η επαναλαμβανόμενη αυτή συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγηθείσης (άρθρ. 254 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ), χωρίς ν’ απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων (ΑΠ 2046/2017, ΑΠ 846/2017).
Με την από 09.04.2019 και αριθ. καταθ. 3/2019 αίτηση αναίρεσης (που επαναφέρεται νομότυπα προς περαιτέρω συζήτηση, με την προαναφερθείσα κλήση, μετά την επίδοση επ’ αυτής της υπ’αριθμ. 705/2020 αρχικής απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης) προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθ. 6/2019 οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Η έκδοση της απόφασης αυτής έλαβε χώρα κατά την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή:
Με την από 13.05.2014 και αριθμ. καταθ. 20/2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς ο ενάγων ισχυρίζεται ότι προσελήφθη στις 01.11.2010 από την εναγομένη που διατηρεί επιχείρηση ασφαλείας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του, ως φύλακας στο Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς, διαθέτοντας άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας κατηγορίας Α’.
Ότι είχαν συμφωνήσει να εργάζεται επί πενθήμερο και για 40 ώρες την εβδομάδα. Ότι στις 30.11.2013 η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης. Ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του δεν αμειβόταν σύμφωνα με τις ισχύουσες Σ.Σ.Ε. «εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας του νόμου 2518/1997», επί πλέον απασχολήθηκε νυχτερινές ώρες Σάββατα και Κυριακές κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο χωρίς να λάβει την οφειλόμενη πρόσθετη αμοιβή, ότι επί πλέον δεν του καταβλήθηκε δώρο Χριστουγέννων δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας, κατά τα έτη που αναφέρονται στην αγωγή.
Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να την καταβάλει για τις άνω αιτίες (διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα άδειας και αμοιβή για νυχτερινή απασχόληση και απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές), άλλως με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλως λόγω αδικοπραξίας, το ποσό των 35.902,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 14/2015 οριστική απόφαση του ως άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου που την απέρριψε.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων - εκκαλών με την από 04.12.2015 (αριθμ. καταθ. 66/8-12-2015) έφεσή του προς το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπ’ αριθμ. 6/2019, την δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 10.808,87 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο για διαφορά των οφειλομένων αποδοχών του, που ζητούνται με την αγωγή, αφού απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση εξόφλησης που παραδεκτά πρόβαλε η εναγομένη.
Επομένως εφόσον δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στις 09.04.2019, με κατάθεσή της στην γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης διαφοροποιούμενο από τα λοιπά, είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση, είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 505/2018, 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα, όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαια της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασης (βλ.
σχετ. ΑΠ 1265/2015, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 505/2018, ΑΠ 684/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτά επαναφέρονται προς συζήτηση με την από 03.08.2020 υπό κρίση κλήση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής που ενσωματώνονται στην αίτηση, μετά την παραδεκτή άσκησής τους, με την προ τριάντα (30) ημερών από την αρχική συζήτηση (10.12.2019), κατάθεσή τους στην γραμματεία του δικαστηρίου, δι’ ιδίου δικογράφου στις 07.11.2019 και των επίσης προ τριάντα (30) ημερών επίδοσή τους στον καθ’ ής οι πρόσθετοι λόγοι - αναιρεσίβλητο εν προκειμένω (βλ. σχετ. υπ’ αριθμ. …/7-11-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστ. επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς Πολυξένης Ζάντζα).
Επομένως πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης, κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού αφορούν στα ίδια αλλά και συνέχονται αναγκαίως με τα κεφάλαιά της.
[III] Κατ’ άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζήτημα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 293/2018).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίσταται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε ν’ αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο, αναγκαίο για την επάρκειά τους, λείπει (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1253/2008).
Ο λόγος επομένως (πρώτος) της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο μέμφεται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 6/2019 απόφαση, γιατί απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένστασή της περί εξόφλησης του ενάγοντα, για το υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών του, που ζητά με την αγωγή του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο αφορούν στην απόρριψη της άνω ένστασής της αλλά μέρος μόνο αυτών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παραδοχών της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Άλλωστε κατά το μεγαλύτερο μέρος, υπό την επίφαση του άνω λόγου, η αναιρεσείουσα πλήττει ευθέως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1752/2017).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου έστω και εσφαλμένα καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία περίπτωση που δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 89/2020, ΑΠ 190/2016, ΑΠ 130/2012).
Η παραμόρφωση περαιτέρω πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Τέλος για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα παραμορφώθηκε, το διαφορετικό απ' αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με την συνδρομή ή όχι ορισμένων κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.
Εξ άλλου η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός. Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το περιεχόμενο του προς διαπίστωση της βασιμότητάς του λόγω αναίρεσης, άλλως αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν προέβη αυτή σε καταβολή προς τον ενάγοντα οιουδήποτε ποσού σε μετρητά και ότι έτσι δεν τον εξόφλησε, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της από 22.01.2014 υπεύθυνης δήλωσης που προσκόμισε και επικαλέστηκε αυτή και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, συντάχθηκε δε πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής του, σε ανύποπτο δηλαδή χρόνο, η οποία περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από τα γενόμενα ως άνω δεκτά και δη την εξής δήλωση του αναιρεσιβλήτου:
«| Έχω εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς για όλο το χρονικό διάστημα που εργάστηκα στην εταιρεία MEGA SPRINT GUARD ΑΕ ως φύλακας στο νοσοκομείο … και ουδεμία άλλη απαίτηση ή αξίωση έχω από αυτή».
Όπως προκύπτει όμως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, η άνω κρίση του Δικαστηρίου περί μη ολοσχερούς εξόφλησης του ενάγοντα - αναιρεσίβλητου εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσείουσας οφείλεται σε διαφορετική εκτίμηση του υπό κρίση εγγράφου (από 22.01.2014 υπεύθυνης δήλωσης), κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα μετά από αξιολόγηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ανεξάρτητα του ότι επιβεβαιώνεται ότι η κρίση του στηρίζεται και στο άνω έγγραφο, όχι δε αποκλειστικά σ’ αυτό, κρίση της όμως η οποία δεν οφείλεται σε εσφαλμένη ανάγνωσή του, αλλά στηρίζεται σε διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου του. Κατ’ ακολουθίαν, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
[IV] Ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί από το μισθό των εργαζομένων, που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένα ποσά για ασφαλιστικές εισφορές προς τους οργανισμούς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης καθώς και για φόρο μισθωτών υπηρεσιών κ.λπ., τα οποία αποδίδει στη συνέχεια στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (και ισχύοντος κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο) «Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος», στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (η έννοια του οποίου ως ακαθάριστου, ορίζεται στο άρθρο 45 του ως άνω Κώδικα, ενώ με το άρθρο 47 αυτού παρέχεται η έννοια του καθαρού εισοδήματος) ο φόρος παρακρατείται από εκείνον που απασχολεί κατά σύστημα έμμισθο ή ημερομίσθιο προσωπικό και η παρακράτηση ενεργείται κατά την καταβολή (ΑΠ 506/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 εδ. α', 25 παρ. 1, 2, 4, 26 παρ. 1, 3, 5 και 27 παρ. 1, 2 του αν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνει τον εργαζόμενο, περιλαμβάνεται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό, αλλά δεν είναι καταβλητέο σε αυτόν, διότι πρέπει να παρακρατηθεί από τον εργοδότη και να αποδοθεί προς τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό. Ως εκ τούτου τα ποσά τα οποία ο εργοδότης οφείλει, ως άνω, κατά νόμο να παρακρατεί από τον μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει στους δικαιούχους τρίτους, περιλαμβάνονται στον από τον νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό του εργαζομένου που αποτελεί και αντικείμενο της δίκης για τις δεδουλευμένες αποδοχές ή τους μισθούς υπερημερίας και κατά συνέπεια δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος αποδοχές (καθόσον αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της συναφούς δίκης), αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης επί των τελικά επιδικαζομένων με αυτήν αποδοχών του μισθωτού και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 516/2019, ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 383/2012, ΑΠ 113/2012).
Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή), είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ολΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Με το πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί αν και υπολόγισε τις αμοιβές του αναιρεσίβλητου για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα σε μικτές αποδοχές προκειμένου να καταλήξει στο εισέτι οφειλόμενο μέρος αυτών αφαίρεσε από τις μικτές αποδοχές που έκρινε ότι δικαιούται αυτός τις ήδη καταβληθείσες καθαρές, αντί να τις αναγάγει ως σε καθαρές (ως μικτές) ή το αντίστροφο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος γιατί δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επαναφορά στο Εφετείο σχετικός ισχυρισμός εκ του άρθρ. 416 ΑΚ για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόσθηκε ή ενώ έπρεπε να εφαρμοσθούν, εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου ειδικά για τις παρακρατούμενες εισφορές τις οποίες άλλωστε δεν πρόβαλε και μάλιστα με αναλυτικό υπολογισμό τους (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 516/2019, ΑΠ 383/2012, ΑΠ 2018/2007).
[V] Από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Το δικαστήριο δηλαδή ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι με βάση τις αιτήσεις που υποβάλουν εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 882/2013).
Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για όσα αναφέρθηκαν και για το προηγούμενο σκέλος του και ότι ειδικότερα έτσι, δεν προέβη στην δέουσα εκκαθάριση των οφειλομένων στον αναιρεσίβλητο αποδοχών επιδικάζοντάς του μεγαλύτερα ποσά από αυτά που δικαιούνταν αφαιρώντας δηλαδή από τις μικτές αποδοχές που έπρεπε, σύμφωνα με αυτό να του καταβληθούν, τις καθαρές αποδοχές που του κατέβαλε, του επιδίκασε τις ασφαλιστικές κρατήσεις που αυτή έχει ήδη αποδώσει, με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένη δικαιοδοτική κρίση. Μ’ αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού η διάταξη του αριθμ. 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αφορά επιδίκαση μη αιτηθέντων και όχι μη δικαιούμενων αιτημάτων.
[VI] Μετά απ’ αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος υπό τα δύο σκέλη του πρέπει ν’ απορριφθούν και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09.04.2019 αίτηση αναίρεσης (αριθ. καταθ. 3/2019) και τους από 05.11.2019 πρόσθετους λόγους αυτής της υπ’ αριθμ. 6/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ