Supreme Court dismisses appeal on execution of judgment and remands seizure cancellation to competent court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the execution of the second-instance judgment and remanded the request to cancel the seizure to the competent court of appeal. The appellants argued for restitution after enforcement, but the court ruled that the payment was made under a payment order, not the appealed judgment itself. Furthermore, the request to cancel the seizure was inadmissible because the appellate court retains jurisdiction over the original case pending the appeal's resolution.
Legislator headnote
AI generatedArt. 724 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 261 para. 2 of the Code of Civil Procedure: The appellate court retains jurisdiction to cancel a seizure when the appeal against the judgment imposing it is pending, and a request for restitution based on execution of a different title is inadmissible before the Supreme Court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1537 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1537/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου , Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Π. του Χ., κατοίκου ... ..., 3) Μ. συζύγου Ι. Π., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ... ... και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, απορροφηθείσα από την πρώτη (υπό 1.) ανώνυμη εταιρεία με συγχώνευση των δύο εταιρειών. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ... .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ευθυμίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την με αριθμό κατάθεσης 13/2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-07-2020 αίτησή τους και οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες και με τους από 7-07-2021 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτηση την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων της λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Γ. Π. άσκησε κατά: 1) της ανώνυμης εταιρίας "...", 2) του Ι. Π. του Χ., 3) της ανώνυμης εταιρίας "..." και 4) της ..., την από 23-11-2009 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία ισχυρίσθηκε τα εξής:
Ότι με την υπ' αριθ. 23174/24-5-1995 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου ... Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... περιήλθε στην κυριότητα του αδελφού του Α. Π. το λεπτομερώς περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια ακίνητο με το επ' αυτού εργοστάσιο υφαντουργίας, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας, κατ' ισομοιρία, του ιδίου και των αδελφών του Ν.
και Α. Π.. Ότι το ως άνω εργοστάσιο λειτουργούσαν αυτός και οι προαναφερόμενοι ως ομόρρυθμοι εταίροι της εταιρίας με την επωνυμία "...." από το έτος 1969 έως και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2004, οπότε λύθηκε η εταιρία και μετά από άτυπη σύμβαση χρησιδανείου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του αδελφού του, ιδιοκτήτη του ακινήτου, ο τελευταίος του παραχώρησε την αποκλειστική εκμετάλλευση, νομή και κατοχή του τελευταίου και της βιοτεχνικής εγκατάστασης την οποία εξακολούθησε να λειτουργεί έκτοτε ως ατομική επιχείρηση.
Ότι το ως άνω ακίνητο συνορεύει από τη βόρεια πλευρά του με ποτιστικό υδραύλακα του ...υ ... και ήδη και του ...υ ..., ο οποίος μεταφέρει το νερό του ποταμού Πηνειού για την άρδευση των αγρών της περιοχής και από αυτόν τροφοδοτούνται όλοι οι παραύλακες των άνω Δήμων. Ότι οι πρώτη και τρίτη εναγόμενες ανώνυμες εταιρίες ως κυρίες ακινήτων και αυθαιρέτων κατασκευών επ' αυτών και οι δεύτερος και τέταρτη ως νόμιμοι εκπρόσωποι τους αντίστοιχα, με τις αναφερόμενες στην αγωγή παράνομες ενέργειες τους, ήτοι συνένωση, κατάτμηση ακινήτων, ανέγερση αυθαιρέτων κατασκευών με παραπλάνηση των δημοσίων αρχών και με αυθαίρετες επεμβάσεις επί της φυσικής ροής του κοινόχρηστου υδραύλακα, προξένησαν από υπαιτιότητά τους, στις 3-11-2007, μετά από έντονη βροχόπτωση, πλημμύρα, συνεπεία της οποίας εισήλθε νερό εντός της επιχείρησης κλωστοϋφαντουργίας που εκμεταλλεύεται και καταστράφηκαν ολοσχερώς τα λεπτομερώς περιγραφόμενα μηχανήματα, εφόσον η επισκευή τους είναι οικονομικά ασύμφορη, καθώς επίσης ποσότητες πρώτης ύλης, υλικών συσκευασίας, έτοιμων προϊόντων, συσκευασιών και προγραμμάτων ύφανσης από χαρτί, συνολικής αξίας όλων αυτών 941.000 ευρώ.
Ότι συνεπεία της άνω καταστροφής υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσού 100.000 ευρώ. Ότι τις ένδικες αξιώσεις του που αφορούν την αποζημίωση για τη βλάβη του μηχανολογικού εξοπλισμού της βιοτεχνίας προβάλλει νομίμως κατόπιν άτυπης σύμβασης εκχώρησης που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του αδελφού του Α.
Π., στις 10-11-2007, βάσει της οποίας του εκχωρήθηκε από τον τελευταίο κάθε αξίωση αποζημίωσης σχετική με τις ζημίες που υπέστη η βιοτεχνία, ενώ για τη ζημία που προκλήθηκε στις πρώτες ύλες και στα προϊόντα της δικής του επιχείρησης του έχει ιδία αξίωση κατά των προαναφερόμενων. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κατόπιν νομότυπης μετατροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό του 1.041.000 ευρώ και δη:
α) το ποσό των 730.000 ευρώ για την ολοσχερή καταστροφή του περιγραφόμενου μηχανολογικού εξοπλισμού της βιοτεχνίας, β) το ποσό των 108.950 ευρώ για την καταστροφή των περιγραφόμενων πρώτων υλών (νημάτων), γ) το ποσό των 59.344 ευρώ για την καταστροφή των περιγραφόμενων ετοίμων προϊόντων, δ) το ποσό των 3.350 ευρώ για την καταστροφή των περιγραφόμενων υλικών συσκευασίας, ε) το ποσό των 39.200 ευρώ για την καταστροφή των περιγραφόμενων προγραμμάτων ύφανσης και στ) το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εις βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων.
Στη συνέχεια, οι πρώτη, δεύτερος και τέταρτη εναγόμενοι της κύριας αγωγής με την από 10-01-2012 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση ανακοίνωσαν την ανοιγείσα δίκη και προσεπικάλεσαν σε αναγκαστική παρέμβαση τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας (Ο.Σ.Ε.) και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", επικαλούμενοι ότι οι ανωτέρω είναι αποκλειστικά υπαίτιοι για την ζημία που προκλήθηκε στην ιδιοκτησία του Α.
Π. και στον ενάγοντα, διότι παρέλειψαν δια των οργάνων τους, από βαριά αμέλεια, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να λάβουν μέτρα αντιπλημμυρικής προστασίας ως προς την πορεία των ομβρίων υδάτων. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να παρέμβουν οι προσεπικαλούμενοι υπέρ αυτών στην ανοιγείσα κύρια δίκη και να αναγνωρισθεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον κυρίως ενάγοντα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ήθελε επιδικασθεί σ' αυτόν προς αποκατάσταση της ζημίας του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 88/2014 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κύρια αγωγή με την προσεπίκληση και την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης (οι προσεπικαλούμενοι δεν άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση), απέρριψε την προσεπίκληση και την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης ως απαράδεκτη, απέρριψε την κύρια αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς την τέταρτη εναγόμενη ...
και δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως ουσία βάσιμη ως προς τους υπόλοιπους, αναγνωρίζοντας ότι οι πρώτη, δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο έκαστος, το συνολικό ποσό των (10.000 ευρώ για την ολοσχερή καταστροφή του μηχανολογικού εξοπλισμού της βιοτεχνίας + 25.000 ευρώ για την καταστροφή των πρώτων υλών + 59.344 ευρώ για την καταστροφή των ετοίμων προϊόντων + 2.000 ευρώ για την καταστροφή των υλικών συσκευασίας + 10.000 ευρώ για την καταστροφή των προγραμμάτων ύφανσης + 8.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) 114.344 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 88/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η από 5-8-2014 έφεση ως προς τους δεύτερο και τρίτο εφεσίβλητους (Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος και ... ...), ενώ κατά τα λοιπά έγιναν δεκτές ως ουσία βάσιμες και οι δύο εφέσεις, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η κύρια αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο έκαστος, το συνολικό ποσό των (300.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή του μηχανολογικού εξοπλισμού της βιοτεχνίας + 53.344 ευρώ ως αποζημίωση για την καταστροφή των ετοίμων προϊόντων + 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) 361.344 ευρώ.
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 14-7-2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 88/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ορίστηκε, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (27-9-2021), οι δε αιτούντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 7-7-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 7-7-2021, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.
Από την υπ' αριθμ. 10460/15-7-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Μ. Μ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, στις 15-7-2021, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019). Επομένως, στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 838/2011).
Εξάλλου, με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, έχουσα το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου να ζητήσει από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να του καταβάλουν τα πιο πάνω ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τη ζημία που υπέστη από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων.
Ειδικότερα, ρητά διαλαμβάνονται στην αγωγή τα απαιτούμενα ως άνω περιστατικά για το ορισμένο της (σε σχέση με τα επιδικασθέντα τελικά κονδύλια, ως προς τα οποία και μόνο προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου), καθόσον αναφέρονται οι πράξεις στις οποίες προέβησαν από ενδεχόμενο δόλο άλλως αμέλεια οι εναγόμενοι, ως προς τα ακίνητά τους και στον παρακείμενο αυτών κοινόχρηστο υδραύλακα, και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την μετά την έντονη βροχόπτωση της 3ης-11-2007 εισροή υδάτων στην βιοτεχνία κλωστοϋφαντουργίας του ενάγοντος, την πλημμύρα της επιχείρησης του τελευταίου και την πρόκληση ζημίας στον περιγραφόμενο μηχανολογικό εξοπλισμό και τα αποθηκευμένα έτοιμα εμπορεύματα, λόγω ολοσχερούς καταστροφής τους, η κατάρτιση άτυπης σύμβασης εκχώρησης μεταξύ αυτού και του αδελφού του Α.
Π., βάσει της οποίας του εκχωρήθηκε από τον τελευταίο κάθε αξίωση αποζημίωσης σχετική με τις ζημίες που υπέστη η βιοτεχνία, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική ζημία του. Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά και δη από πού προήλθαν τα ύδατα της πλημμύρας, σε τι ύψος ανήλθε το ύδωρ στην επιχείρηση του ενάγοντος, σε ποια μέρη αυτής εισήλθε, ποια η θέση των κτιριακών εγκαταστάσεων της βιοτεχνίας σε σχέση με τον υδραύλακα, το εμβαδόν αυτών καθώς και η θέση των μηχανημάτων και αντικειμένων που υπέστησαν ζημία, ούτε η συμβολή εκάστου των εναγομένων στην πρόκληση της ζημίας του ενάγοντος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό τέταρτο λόγο έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πλημμέλεια από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου, καθόσον οι επικαλούμενες αοριστίες δεν συνιστούν νομική αοριστία αλλά ποσοτική αοριστία της αγωγής, γιατί δεν αφορούν στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση, αλλά ανάγονται στην έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.
Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 921/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την Ολ.ΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Ωστόσο, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποιήσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 477/2007).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 1109/2020, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017).
Όπως συνάγεται δε από το συνδυασμό των άρθρων 158, 455, 458, 460,462 ΑΚ, η αναγγελία της εκχωρήσεως, η οποία είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εκδοχέας να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που πηγάζουν από την εκχώρηση και να αξιώσει την καταβολή της απαιτήσεως που του εκχωρήθηκε, δεν υποβάλλεται σε πανηγυρικό τύπο.
Έτσι μπορεί να γίνει εγγράφως ή προφορικώς, όπως και με επίδοση αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εν λόγω απαιτήσεως. Η επίδοση αυτή συνιστά αναγγελία της εκχωρήσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής. Περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό,τι εκ της συμβάσεως της εκχωρήσεως ενδιαφέρει τον οφειλέτη και συγκεκριμένα αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο εκχωρητού και εκδοχέως, η εκχωρηθείσα απαίτηση και οι όροι της εκχωρήσεως όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη.
Επίδοση του εκχωρητηρίου ή αντιγράφου του περιεχομένου αυτού στο έγγραφο της αναγγελίας δεν απαιτείται (ΑΠ 1109/2020). Εξάλλου, στο άρθρο 12 παρ. 1 του π.δ/τος 28/28 Ιουλίου 1931 "Περί Κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου" (ΚΝΤΧ, Α'239/28-7-1931) ορίζεται ότι: "1. Επί των συμβολαίων και των εγγράφων, των κατονομαζομένων, εν τω επομένω άρθρ. 13, το τέλος ορίζεται εις 3% της εν αυτοίς διαλαμβανομένης αξίας εις δραχμάς", στο άρθρο 13 παρ. 1 περ.
α του ιδίου Κώδικα ότι: "Εις το κατά την παρ. 1 του προηγούμενου άρθρ. 12 τέλος υπόκειται: 1.α) Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου συναπτομένη είτε απ' ευθείας, είτε διά δημοσίου συναγωνισμού ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφ' όσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε δια δημοσίου, είτε δι' ιδιωτικού καθ' οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου.", στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα ότι: "Επί των εμπορικών και λοιπών εγγράφων και πράξεων, των κατονομαζομένων εν τω επομένω άρθρω 15, το τέλος ορίζεται εις δύο επί τοις εκατό (2%) (όπως αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 20 του ν. 12/1975) της εν αυτοίς διαλαμβανομένης αξίας εις δραχμάς." και στο άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα ότι: "Εις το κατά την παράγραφο 1 του προηγουμένου άρθρου 14 τέλος υπόκεινται: 1.α.
Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου, συναπτομένη είτε απ` ευθείας, είτε διά δημοσίου συναγωνισμού μεταξύ εμπόρων, μεταξύ εμπόρου και εμπορικής εταιρείας πάσης φύσεως, μεταξύ εμπορικών εταιρειών πάσης φύσεως, αφορώσα αποκλειστικώς εις την ασκουμένην υπ' αυτών εμπορίαν, και μεταξύ τρίτου εν γένει και ανωνύμου εταιρείας ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφ' όσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε δια δημοσίου, είτε δι' ιδιωτικού καθ' οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου.".
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Κ.Ν.Τ.Χ., η σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεως υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου, εφόσον είναι έγγραφη και αναφέρεται σ' αυτήν κάποιο χρηματικό ποσό. Όμως, οι εν γένει διατάξεις περί χαρτοσήμου δεν είναι δημόσιας τάξης, γιατί έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και όχι χάριν ανωτέρου κοινωνικού σκοπού και ως εκ τούτου η παράβαση τους δεν δημιουργεί ακυρότητα του σχετικού εγγράφου, αλλά επισύρει μόνο διοικητικές κυρώσεις (Ολ.ΑΠ 1176/1984, Ολ.ΑΠ 58/1978, ΑΠ 1306/1990).
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 907/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει αποζημίωση για την καταστροφή του ανήκοντος στον αδερφό του Α. Π. μηχανολογικού εξοπλισμού της επιχείρησής του, με τις ακόλουθες επί της ουσίας παραδοχές: "... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της εισροής των όμβριων υδάτων στις αποθήκες και το υφαντουργικό εργοστάσιο υπέστη ζημία ο μηχανολογικός εξοπλισμός του λαναροκλωστηρίου της επιχείρησης, ο αποτελούμενος από ένα ανοικτικό - αναμικτικό χάρτζι, μια συσκευή αντιστατικής λίπανσης (λίπανσης και ψεκασμού), ένα λαναριστικό συγκρότημα 2 χάρτζιων, μια κλώστρια παραγωγής νημάτων 192 αδραχτιών, ένα μπομπινουάρ 15 κεφαλών και ένα μηχάνημα ατμίσεως νημάτων...
Από την ίδια ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι για την επισκευή των προαναφερόμενων μηχανημάτων απαιτείται το συνολικό ποσό των 738.000,00€ με 855.000,00€... Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα κοινής πείρας, την παλαιότητα των μηχανημάτων, το γεγονός ότι αυτά ήταν λειτουργικά μέχρι και το χρόνο της άδικης πράξης, όπως βεβαίωσε ο προαναφερόμενος και κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης, οπότε και θα είχαν υποστεί τη συνήθη φθορά παρά την συντήρησή τους κρίνει ότι η συνολική αξία αυτών το έτος 2007 ανερχόταν στο ποσό των 300.000,00€.
Επομένως, αυτά υπέστησαν ολοσχερή καταστροφή εφόσον η επισκευή τους είναι οικονομικά ασύμφορη. Το ποσό αυτό πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλουν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο έκαστος για την άνω αιτία στον ενάγοντα, ο οποίος είναι μεν έμμεσα ζημιωθείς από την αδικοπραξία των ανωτέρω, ως κάτοχος των μηχανημάτων, εφόσον αυτά ανήκουν κατά κυριότητα στον μη διάδικο αδελφό του Α. (Σ.) Π.
πλην όμως ο τελευταίος με το από 10-11-2007 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησε στον ενάγοντα την απαίτησή του έναντι των εναγομένων από την προκληθείσα ζημία στα μηχανήματα και η εκχώρηση αυτή αναγγέλθηκε στους τελευταίους με την έγερση της αγωγής. Επομένως, δικαιούται αυτός να αξιώνει αποζημίωση για την άνω αιτία... ".
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως από τον αριθ. 14, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 914, 239 και 455 ΑΚ, λόγω της οποίας δεν απορρίφθηκε η αγωγή ως ενεργητικά ανομιμοποίητη ως προς το άνω κονδύλιο της αποζημίωσης για την καταστροφή του μηχανολογικού εξοπλισμού.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι ο ενάγων, καίτοι μη κύριος του μηχανολογικού εξοπλισμού, νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει περί αυτού αγωγή, καθόσον η εκχώρηση της σχετικής απαίτησης από τον αδερφό του ενάγοντος δεν ήταν έγκυρη, αφού δεν καταβλήθηκε το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου, ούτε θεωρήθηκε η σύμβαση εκχωρήσεως από την αρμόδια ΔΟΥ, άλλως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης.
Επικουρικά, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με τον ισχυρισμό ότι οι περί του ζητήματος της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκείς, διότι το Εφετείο δέχθηκε εκχώρηση άδηλου περιεχομένου, που έφερε το στίγμα της ακυρότητας, λόγω του ότι δεν υποβλήθηκε στο ανάλογο τέλος χαρτοσήμου για το αιτούμενο ποσό και δεν θεωρήθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, καθόσον, ενώ οι αναιρεσείοντες στηρίζουν την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου στην επικαλούμενη ακυρότητα της εκχώρησης της απαίτησης για αποζημίωση του μηχανολογικού εξοπλισμού, δεν επικαλούνται ταυτόχρονα ότι προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο της έφεσής τους ή με τις προτάσεις τους προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσίβλητου, ενώ δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και δη δεν πρόκειται περί κανόνα δημοσίας τάξεως και από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον άνω ισχυρισμό προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ και 455 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, αφού, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο κύριος των μηχανημάτων Α. (Σ.) Π.
με το από 10-11-2007 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησε στον ενάγοντα την απαίτησή του έναντι των εναγομένων από την προκληθείσα ζημία στα μηχανήματα και η εκχώρηση αυτή αναγγέλθηκε στους τελευταίους με την έγερση της αγωγής, ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει αυτός αποζημίωση για την άνω αιτία, χωρίς να τίθεται ζήτημα ακυρότητας της σύμβασης εκχώρησης λόγω μη καταβολής του ανάλογου χαρτοσήμου και μη θεώρησης της σύμβασης από την αρμόδια ΔΟΥ χαρτοσήμου, καθόσον εκτός του ότι η σύμβαση αυτή δεν υπόκειται σε χαρτοσήμανση, αφού σε αυτή δεν αναφέρεται κάποιο χρηματικό ποσό, οι διατάξεις περί χαρτοσήμου δεν είναι δημόσιας τάξης, γιατί έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και όχι χάριν ανωτέρου κοινωνικού σκοπού και ως εκ τούτου η παράβαση τους δεν δημιουργεί ακυρότητα του σχετικού εγγράφου, αλλά επισύρει μόνο διοικητικές κυρώσεις.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1, άλλως τον αρ. 14, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των αυτών ως άνω διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση για την άνω αιτία.
Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι μεν έμμεσα ζημιωθείς, ως κάτοχος των μηχανημάτων, εφόσον αυτά ανήκουν κατά κυριότητα στον μη διάδικο αδελφό του Α. (Σ.) Π. πλην όμως ο τελευταίος με το από 10-11-2007 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησε στον ενάγοντα την απαίτησή του έναντι των εναγομένων από την προκληθείσα ζημία στα μηχανήματα, αιτιολογημένα έκρινε κατ' ουσίαν περί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσίβλητου προς άσκηση της ένδικης αγωγής, απορρίπτοντας έμμεσα τον αντίθετο (αρνητικό) ισχυρισμό των αναιρεσειόντων.
Δεν απαιτούνταν δε η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη περί της εγκυρότητας της εν λόγω σύμβασης εκχώρησης, αφού σε κάθε περίπτωση δεν συνέτρεχε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης αυτής, ούτε η παράθεση πλήρους του περιεχομένου του από 10.11.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι τόσο ο ίδιος πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά την επικουρικά προβαλλόμενη θεμελίωσή του στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσο και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για την άσκηση της ένδικης αγωγής ως προς το άνω κονδύλιο.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 περ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008).
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η ειδική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ, ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 547/2020).
Ειδικότερα, η αυτοψία (άρθρα 339 και 355 επ. ΚΠολΔ), η οποία διατάχθηκε από το δικαστήριο και διεξήχθη από αυτό ή από το δικαστή που ορίστηκε προς τούτο, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ενσωματώνεται στα πρακτικά ή στην έκθεση που συντάσσονται γι' αυτήν και τα οποία περιέχουν τις ενέργειες του δικαστηρίου ή του δικαστή, που τη διεξήγαγε, καθώς και τις διαπιστώσεις αυτού και συνεπώς πρέπει ειδικά να μνημονεύεται στην απόφαση (ΑΠ 312/2001).
Επίσης, και η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το δικαστήριο στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης (άρθ. 368 επ. του ΚΠολΔ), αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 ΚΠολΔ), ενσωματωμένο στην έκθεση που συντάσσεται γι' αυτό και περιέχει τις ενέργειες του πραγματογνώμονα και τη γνωμοδότησή του και συνεπώς πρέπει ειδικά να μνημονεύεται στην απόφαση (ΑΠ 547/2020, ΑΠ 445/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι, ενώ με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα α) την από 13.1.2014 και με αριθ. 1/2014 έκθεση αυτοψίας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., την οποία αποφάσισε, κατόπιν αιτήματος τους, το πρωτόδικο Δικαστήριο και β) την υπ' αριθ. 7/21.1.2015 έκθεση συντηρητικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε η πραγματογνώμων Ε.
Κ., ορισθείσα προς τούτο με την 1/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., για τα αίτια της πλημμύρας, παρά ταύτα το Εφετείο δεν τις έλαβε υπόψη και δεν τις συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους περί ελλείψεως υπαιτιότητάς τους για την πρόκληση της ζημίας του αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αντιδίκου τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, αν και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή της και προσκόμισή της με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιόν του την άνω με αριθ. 1/13.1.2014 έκθεση αυτοψίας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η διενέργεια της οποίας ορίστηκε κατά τη συνεδρίασης της 7.10.2014 του πρωτόδικου Δικαστηρίου και διεξήχθη την 13.1.2014 με την παρουσία όλων των μελών του Δικαστηρίου, των διαδίκων, των πληρεξουσίων τους δικηγόρων και των εξετασθέντων μαρτύρων, καταχωρήθηκαν δε σ' αυτήν οι γενόμενες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα εξής: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες καταχωρίσθηκαν στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, τις υπ' αριθ. 2050 και 2051/24-02-2013 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ...
Λ. Δημάκη, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, τις υπ' αριθ. 9427 και 9428/033-2011 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ... ..., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζονται και πάλι μετά από επίκληση από τους διαδίκους, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα απ' αυτά χωριστά και την επισκόπηση των φωτογραφιών η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ...".
Στη συνέχεια το Εφετείο εκτιμά τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν χωρίς να γίνεται μνεία στην άνω έκθεση αυτοψίας και καταλήγει στην εν μέρει παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, ως ουσιαστικά βάσιμης. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, αφού από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτοί νόμιμα και εμπρόθεσμα επικαλέστηκαν την άνω έκθεση αυτοψίας, η οποία δεν ελήφθη υπόψη, καθόσον δεν μνημονεύεται καθόλου, ενώ ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο δεν καλύπτεται από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση στα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποσκοπούσε δε στην απόδειξη της βασιμότητας των ισχυρισμών τους περί ελλείψεως υπαιτιότητάς τους για την πρόκληση της ζημίας του αναιρεσίβλητου, ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της προαναφερόμενης έκθεσης αυτοψίας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Αντίθετα, ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 7/21.1.2015 έκθεσης συντηρητικής πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της επικαλούμενης και νόμιμα προσκομιζόμενης από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 1/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...) διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω συντηρητική πραγματογνωμοσύνη διατάχθηκε, κατόπιν αποδοχής της από 1.10.2010 αίτησης του αναιρεσίβλητου και της από 14.10.2010 συναφούς αίτησης των αναιρεσειόντων, προκειμένου να προσδιορισθούν τα αίτια άλλης πλημμύρας που έλαβε χώρα την 11.9.2010, για την οποία ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει άλλη αγωγή που εκκρεμούσε.
Δεν πρόκειται δηλαδή για την πλημμύρα που έλαβε χώρα την 3.11.2007 και για την οποία ο αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη από 23.9.2009 αγωγή. Μάλιστα, κατά τη συζήτηση των άνω αντίθετων αιτήσεων, οι αναιρεσείοντες ρητά παραιτήθηκαν του σχετικού αιτήματός τους που αφορούσε στα αίτια της γενόμενης στις 3.11.2007 πλημμύρας, το οποίο κατόπιν αυτού θεωρήθηκε ως μη ασκηθέν.
Συνεπώς, αφού η άνω συντηρητική πραγματογνωμοσύνη δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο στο πλαίσιο της ανοιγείσας ένδικης δίκης, αλλά στα πλαίσιο ανοιγείσας άλλης δίκης, σχέσης έχουσας με την πλημμύρα που έλαβε χώρα την 11.9.2010, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να πρέπει ειδικά να μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά περιλαμβάνεται στα έγγραφα εν γένει της δίκης.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της εισροής των όμβριων υδάτων στις αποθήκες και το υφαντουργικό εργοστάσιο υπέστη ζημία ο μηχανολογικός εξοπλισμός του λαναροκλωστηρίου της επιχείρησης, ο αποτελούμενος από ένα ανοικτικό - αναμικτικό χάρτζι, μια συσκευή αντιστατικής λίπανσης (λίπανσης και ψεκασμού), ένα λαναριστικό συγκρότημα 2 χάρτζιων, μια κλώστρια παραγωγής νημάτων 192 αδραχτιών, ένα μπομπινουάρ 15 κεφαλών και ένα μηχάνημα ατμίσεως νημάτων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 15-7-2009 τεχνική πραγματογνωμοσύνη του βιομηχανικού εμπειρογνώμονα Δ. Γ., 1) το ανοικτικό - αναμικτικό χάρτζι υπέστη εσωτερική και εξωτερική γενική οξείδωση, καταστράφηκε από την υγρασία ο ηλεκτροκινητήρας, οι διακόπτες και τα ηλεκτρικά εξαρτήματα στον ηλεκτροπίνακα εντολών λειτουργίας και σκούριασαν τα γρανάζια, οι άξονες, αλυσίδες, τα κουζινέτα και η οδόντωση των τυμπάνων και ανοικτικών κυλίνδρων οξειδώθηκε σε βάθος ενώ η ανέμη εξόδου σκέβρωσε. 2) η συσκευή αντιστατικής λίπανσης (λίπανσης και ψεκασμού), υπέστη μερική οξείδωση, μπορεί όμως να επισκευαστεί όπως ο κινητήρας και η αντλία λίπανσης, 3) το λαναριστικό συγκρότημα 2 χάρτζιων, καταστράφηκε, διότι οξειδώθηκαν σε βάθος οι από χάλυβα άκαμπτες και εύκαμπτες βελονοεπενδύσεις σε όλα τα τύμπανα και τους κυλίνδρους του, λόγω της σκουριάς μπλόκαραν πολλά γρανάζια με αλυσίδες κίνησης, άξονες των τυμπάνων και κυλίνδρων, δεν λειτουργεί λόγω σκουριάς ο ηλεκτροπίνακας ελέγχου, οξειδώθηκαν και μπλόκαραν οι σχάρες προστασίας των τυμπάνων, τα κάλυπτρα των πλίνδρων, τα πλευρικά κάλυπτρα και οι βάσεις τους, όλα τα μεταλλικά στηρίγματα των περιστρεφόμενων τυμπάνων, κυλίνδρων, σκέβρωσαν οι ξύλινες επιφάνειες των ράβδων του αυτόματου μεταφορέα και καταστράφηκε στο κάτω μέρος του ο χαλύβδινος εκκεντροφόρος άξονας του διαιρέτη του μηχανήματος που κινεί την παλινδρόμηση των μανσόν ψευδόστριψης, 4) η κλώστρια 192 ατράκτων, υπέστη οξείδωση στο κάτω μέρος της, καταστράφηκαν οι 2 ηλεκτροκινητήρες της, οξειδώθηκαν και μπλόκαραν οι δύο άξονες μετάδοσης κίνησης από τους κινητήρες στην περιστροφή των ατράκτων, λόγω σκουριάς μπλόκαραν τα στηρίγματα και οι βάσεις τους και καταστράφηκαν όλες οι φωλιές των αδραχτιών και οι 192 ιμάντες κίνησης των τελευταίων, 5) το μπομπινουάρ 15 κεφαλών, καταστράφηκε ο ηλεκτροκινητήρας και σκούριασε σε βάθος το κάτω τμήμα του μπομπινουάρ και 6) το μηχάνημα ατμίσεως νημάτων, καταστράφηκε ο ηλεκτροκινητήρας του, μπορεί όμως αντικατασταθεί οπότε το μηχάνημα καθίσταται λειτουργικό.
Από την ίδια ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι για την επισκευή των προαναφερόμενων μηχανημάτων απαιτείται το συνολικό ποσό των 738.000,00€ με 855.000,00€. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η συνολική αξία των ανωτέρω στις 03-11-2007 ανερχόταν στο ποσό 600.000,00€, όση ήταν και κατά το χρόνο αγοράς τους, το έτος 1977.
Αυτός δεν προσκομίζει τιμολόγια αγοράς και ο Ν. Π., ενόρκως βεβαίωσε ότι η αξία τους το έτος 2007 ανερχόταν στο ποσό των 600.000,00€ λόγω καλής συντήρησης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα κοινής πείρας, την παλαιότητα των μηχανημάτων, το γεγονός ότι αυτά ήταν λειτουργικά μέχρι και το χρόνο της άδικης πράξης, όπως βεβαίωσε ο προαναφερόμενος και κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης, οπότε και θα είχαν υποστεί τη συνήθη φθορά παρά την συντήρησή τους κρίνει ότι η συνολική αξία αυτών το έτος 2007 ανερχόταν στο ποσό των 300.000,00€.
Επομένως, αυτά υπέστησαν ολοσχερή καταστροφή εφόσον η επισκευή τους είναι οικονομικά ασύμφορη. Το ποσό αυτό πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλουν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο έκαστος για την άνω αιτία στον ενάγοντα... ". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αξίας του μηχανολογικού εξοπλισμού του λαναροκλωστηρίου της επιχείρησης και συνακόλουθα της επελθούσας ζημίας από την γενόμενη δεκτή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, καθόσον, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός αποτελείτο από έξι (6) διαφορετικά μηχανήματα, εντούτοις δεν προσδιορίζεται η αξία ενός εκάστου χωριστά σε συνδυασμό με τον τύπο, το μέγεθος και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του καθενός, ώστε να κριθεί αν η τιμή αντικατάστασής τους ανταποκρίνεται στο ύψος της ζημίας που υπέστη ο ιδιοκτήτης τους εξ αιτίας της καταστροφής τους, αλλά παρατίθεται συλλήβδην το συνολικό ποσό 300.000 ευρώ, ως συνολική αξία τους.
Επομένως, ο έκτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, με το οποίο σκέλος οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της αξίας των άνω μηχανημάτων και πραγμάτων και συνακόλουθα της επιδικασθείσης για την αιτία αυτή αποζημίωσης, αφού προσδιόρισε συνολικά την αξία όλων των μηχανημάτων δίχως να επιμερίζει την αξία κάθε μηχανήματος, είναι βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 933 του ΑΚ η αξίωση του προηγούμενου άρθρου δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ επιδικαζόμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποτελεί αυστηρά προσωπική απαίτηση του αμέσως από την αδικοπραξία υποστάντος την ηθική βλάβη, η οποία δε μπορεί να εκχωρηθεί ή να κληρονομηθεί παρά μόνο στην περίπτωση που αυτή αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή ασκήθηκε γι` αυτή αγωγή (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 835/2005, ΑΠ 804/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καταστράφηκαν ολοσχερώς έτοιμα προϊόντα παραγωγής του ενάγοντος που ήταν αποθηκευμένα σε ξύλινες παλέτες...
αξίας 53.344,00 ευρώ... Ακολούθως το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το ύψος της ζημίας, την ψυχική ταλαιπωρία του ενάγοντος, την αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι για την ηθική βλάβη που υπέστη o ενάγων από την ανωτέρω αδικοπραξία, πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 8.000,00€, το οποίο κρίνεται εύλογο, απορριπτομένης της αγωγής ως προς το επιπλέον αιτούμενο ποσό ως αβασίμου... ".
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στον αναιρεσίβλητο, λόγω ηθικής του βλάβης, έλαβε υπόψη του, πλην άλλων, το σύνολο της ζημίας που δέχθηκε ότι προκλήθηκε στη βιοτεχνική μονάδα του αναιρεσίβλητου, δηλαδή τόσο το ποσό των 300.000 ευρώ για την ολική καταστροφή του μηχανολογικού εξοπλισμού του λαναροκλωστηρίου της επιχείρησής του, που ανήκε στον αδερφό του, όσο και το ποσό των 53.344 ευρώ, για την καταστροφή των ετοίμων προϊόντων παραγωγής του ιδίου, με βάση δε το ύψος της ζημίας αυτής επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το άνω ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση.
Καθόσον όμως αφορά το μέρος της ζημίας που αφορά την καταστροφή του μηχανολογικού εξοπλισμού, αμέσως ζημιωθείς και συνεπώς δικαιούχος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι ο αδερφός του ενάγοντος, Α. Π., αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, τα άνω μηχανήματα ανήκουν κατά κυριότητα στον τελευταίο.
Η αξίωση όμως αυτή είναι ανεκχώρητη και συνεπώς δεν δικαιούται ο ενάγων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για το μέρος αυτό της ζημίας, αφού δεν υφίσταται παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η συγκεκριμένη αξίωση αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή ότι ασκήθηκε γι` αυτήν αγωγή από τον Α. Π..
Συνεπώς, κρίνοντας το Εφετείο ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται ενιαίας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για το σύνολο της επιδικασθείσης σ' αυτόν αποζημίωσης, δηλαδή και για το ποσό της αξίας του άνω μηχανολογικού εξοπλισμού, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 932 εδ. α' και 933 ΑΚ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον σχετικό τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το σκέλος αυτό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των κριθέντων ως βασίμων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που εκδίκασε την άνω κύρια αγωγή και δη κατά τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία α, γ και στ κονδύλια αυτής.
Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση προϋποθέτει εκτέλεση της ίδιας της αναιρεθείσας απόφασης και όχι άλλου εκτελεστού τίτλου, όπως η διαταγή πληρωμής, ακόμη και αν η έκδοσή της βασίσθηκε στην αναιρεθείσα απόφαση, όπως συμβαίνει όταν σε συνέχεια αναγνωριστικής απόφασης εκδίδεται διαταγή πληρωμής για το αυτό ποσό που αφορά και η αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 17/2021, ΑΠ 420/2017, ΑΠ 789/2011, ΑΠ 1631/2010, ΑΠ 1659/2007, ΑΠ 716/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με τις από 20.8.2021 έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν αυθημερόν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, ότι ο αναιρεσίβλητος, αφού πέτυχε με βάση την προσβαλλόμενη αναγνωριστική εφετειακή απόφαση να εκδοθεί σε βάρος τους η υπ` αριθ. 108/2020 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
για το ποσό των 100.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, τους επέδωσε, στις 14.10.2020, αντίγραφο απογράφου της διαταγής αυτής πληρωμής, επιτάσσοντάς τους να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 108.713,17 ευρώ και, ακολούθως, προέβη σε μετατροπή της υφιστάμενης συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική για το ως άνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης από αυτούς στην ..., εισπράττοντας την 17.12.2020 το ποσό των 109.171,97 ευρώ, όπως προκύπτει από το σχετικό παραστατικό της ....
Με βάση τα εκτιθέμενα αυτά περιστατικά ζητούν να υποχρεωθεί ο αντίδικός τους να τους αποδώσει το ποσό αυτό στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έμμεση κατά τον ως άνω τρόπο εκτέλεση της εφετειακής απόφασης που ήδη αναιρέθηκε. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο και απορριπτέο, αφού, αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, η καταβολή του παραπάνω ποσού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε απ` αυτούς σε εκτέλεση της εφετειακής απόφασης, η οποία ως αναγνωριστική δεν είναι δεκτική εκτέλεσης αλλά πρόκειται για καταβολή σε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος τους, δηλαδή σε εκτέλεση άλλου εκτελεστού τίτλου και όχι της ίδιας της αναιρεθείσας απόφασης.
Τέλος, το υποβληθέν με τις ίδιες προτάσεις των αναιρεσειόντων αίτημα να ανακληθεί ολικώς, κατ' άρθρο 724 παρ. 2 ΚΠολΔ, και η επιβληθείσα, δυνάμει της 88/2020 αναγνωριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας, με το από 12.6.2020 κατασχετήριο συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτου για το συνολικό ποσό των 769.196,51 ευρώ και δη επί των αναφερομένων τραπεζικών λογαριασμών τους, αναρμοδίως εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 724 παρ. 2 ΚΠολΔ, αρμόδιο για την αιτούμενη ανάκληση είναι το Εφετείο Λάρισας, ενόψει του ότι με την αναίρεση της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί εκ νέου το Δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1184/2015), δηλαδή εν προκειμένω το Εφετείο Λάρισας, στο οποίο και μπορούν να ασκήσουν τη σχετική αίτηση οι αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 88/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α) την αίτηση των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και β) το αίτημα των αναιρεσειόντων περί ολικής ανακλήσεως της επιβληθείσας με το από 12.6.2020 κατασχετήριο συντηρητικής κατάσχεσης επί των αναφερομένων τραπεζικών λογαριασμών τους. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ