Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment for failure to consider unproven fraud claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final debt restructuring judgment issued in an ex officio procedure. The appellant argued the lower court failed to consider their claim that the defendant's objection regarding the fraud claim was vague and lacked evidence. The court rejected this, noting the lower court explicitly addressed the vagueness argument and that the appellant's evidence did not constitute a new 'fact' under the relevant procedural code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; The appeal argument based on the lower court's failure to consider unproven facts or evidence is inadmissible in ex officio debt restructuring proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1536 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1536/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Κ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλτσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….." (πρώην "….."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α) για την ίδια, β) ως (οιονεί) καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….." (πρώην "….." - "…..") και γ) ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στην ….. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "….." (…..), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 4ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο …. και συνεκδικάστηκε με την από 28-11-2012 αίτηση της Κ. Γ. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2018 μη οριστική (ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα) και 13/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 428/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 4ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 29-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1/2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 428/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων και ήδη πρώτης, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα με αριθ. 10992Γ'/29-3-2023, 10987Γ'/29-3-2023 και 10990Γ'/29-3-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά Ά.-Μ.Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ'αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 18-12-2013, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.
με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 608/2023, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 42/2020). Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 549/2022). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων-αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις: Α] ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, καθώς και Β] ότι παρά την προβολή σχετικού ισχυρισμού τους, με λόγο έφεσης και με τις προτάσεις τους ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, περί αοριστίας της ένστασης δόλου του εκκαλούντος ΤΠΔ (ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου), το ως άνω δικαστήριο απέρριψε τον περί αοριστίας της εν λόγω ένστασης ισχυρισμό τους και αφού δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ανωτέρω ένσταση, απέρριψε την αίτησή του για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τους καθών η αίτηση πιστωτές.
Ως προς τα ζητήματα αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε ότι: '' .... Ο αιτών, γεννηθείς το έτος 1966, είναι συνταξιούχος αστυνομικός, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.143,33 ευρώ, ήδη δε με συνολικές μηνιαίες αποδοχές 1.176,31 ευρώ.
Είναι διαζευγμένος ήδη από το έτος 2014 και πατέρας δυο ήδη ενήλικων τέκνων (γενν, 1993 και 1996 αντίστοιχα) εκ των οποίων το ένα διαμένει ακόμα με τον αιτούντα, απασχολούμενο σε εποχική εργασία. Μέχρι το έτος 2014 ο αιτών εργαζόταν ως αστυνομικός και εκείνο το έτος, όπως ο ίδιος καταθέτει στην ανωμοτί εξέτασή του, συνταξιοδοτήθηκε.
Άλλη πηγή σταθερού εισοδήματος από εργασία ή περιουσία δεν αποδείχτηκε ότι διαθέτει ο αιτών. Όσον αφορά την περιουσιακή του κατάσταση διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα μια οικία πρώτου ορόφου επιφάνειας 152,18 τ.μ., με ισόγεια αποθήκη επιφάνειας 30,52 τ.μ., ευρισκόμενη στη ….., επί της οδού …. αρ. …, η αντικειμενική αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσά των 117.005,79 ευρώ.
Περαιτέρω, έχει στην κυριότητά του παλαιά αποθήκη επιφάνειας 20,00 τ.μ. στον οικισμό "….." της κτημ. Περιφέρειας Δ.Δ. ... …. Κρήτης δ. …. αντικειμενικής αξίας 4.137 ευρώ. Του ανήκει επιπρόσθετα κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100%, ένα ελαιόφυτο, στο "….." της κτημ. Περιφέρειας Δ.Δ. ... ….. Κρήτης δ. ..., στη θέση "….." εκτάσεως 540,98 τ.μ., κατά πλήρη κυριότητα, σε ποσοστό 50%, αγροτικό ακίνητο με μονοετή καλλιέργεια, εκτάσεως 441,37 τ.μ.
στο "..." της κτημ. Περιφέρειας Δ.Δ. ... …. Κρήτης δ. ..., στη θέση "…..", καθώς και ποσοστό 14,28571% πλήρους κυριότητας επί ελαιοφύτου, εκτάσεως 2.308,06 τ.μ. στο "..." της κτημ. Περιφέρειας Δ.Δ. ... … Κρήτης δ. ..., στη θέση "….." (....). Πέραν αυτών, έχει στη κυριότητά του, δυνάμει της υπ' αρ. …./14-9-2006 πράξης αποδοχής κληρονομιάς συμβολαιογράφου Έ.Σ., κατά ποσοστό 16,67 % εξ αδιαιρέτου, κείμενα εντός της κτημ.
Περιφέρειας δ.δ. ... δ. ...: α) εντός ορίων οικισμού "…..", οικόπεδο, συνολικής εκτάσεως 60,00 τ.μ., β) εκτός ορίων οικισμών και εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση “…..'', βοσκότοπο μη αρδευόμενο, επιφάνειας 30 στρεμμάτων, γ) εκτός ορίων οικισμών και εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση "…..", βοσκότοπο μη αρδευόμενο, επιφάνειας 18.268,71 τ.μ., δ) εκτός ορίων οικισμού "...", στη θέση "…..", αγρό, 20 στρεμμάτων με 50 ελαιόδεντρα, ε) εκτός ορίων οικισμού "...", στη θέση "…..", αγρό, επιφάνειας 15 στρεμμάτων, στ) εκτός ορίων οικισμού "...", στη θέση "…..'', αγρό επιφάνειας 4 στρεμμάτων, ζ) εκτός ορίων οικισμού "...", στη θέση “…..", αγρό, επιφάνειας 7,5 στρεμμάτων, η) εκτός ορίων οικισμού "...", στη θέση "....", ελαιόφυτο, επιφάνειας 1 στρέμματος, θ) εκτός ορίων οικισμών στη θέση "…..", ελαιόφυτο, επιφάνειας 100 τ.μ., ι) εκτός ορίων οικισμού "...", αγρό, με μονοετείς καλλιέργειες, επιφάνειας 30,00 τ.μ..
Επιπλέον του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, το με αρ. κυκλοφορίας ΑΝΗ ….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, 1.600 κ.εκ., παλαιότητας κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης πρωτοδίκως 12 ετών. Πέραν τούτων δεν αποδείχτηκε ότι διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία που να μπορούν να εκποιηθούν και να αποφέρουν κάποιο τίμημα.
Οι απαιτούμενες μηνιαίες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος- πρώτου εφεσιβλήτου, ενόψει του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής καθώς αμφότερα τα τέκνα του είναι ενήλικα, ενώ και το δεύτερο τέκνο του είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ήδη κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης πρωτοδίκως στον τουριστικό τομέα (....) περιορίζονται, με βάση τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και της ηλικίας του, μόνο στη κάλυψη των στοιχειωδών του αναγκών, ήτοι στις δαπάνες που απαιτούνται για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, κίνηση, συντήρηση, επισκευή και ασφάλιση αυτοκινήτου, λειτουργικά έξοδα οικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, θέρμανση, επισκευών και συντήρησης), υπηρεσίες τηλεφωνίας, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και υποχρεώσεις του στο Δημόσιο, οι οποίες προσδιορίζονταν στο ποσό των 820,00 ευρώ.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες συμβάσεις, ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος είχε αναλάβει τις παρακάτω δανειακές υποχρεώσεις προς τις καθ' ων πιστώτριες, οι οποίες κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα χρέη που είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένα, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010).
Συγκεκριμένα ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος ενέχεται: α) Προς την πρώτη των καθ' ων- ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4792763458536015 σύμβασης πιστωτικής κάρτας, στην οποία έχει συμβληθεί ως οφειλέτης για το συνολικό ποσό των 13.493,61 ευρώ, (....), η οποίο απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, β) προς τη δεύτερη καθ'ής-τρίτη εφεσίβλητη, το ποσό των: 1) 35.246,60 ευρώ δυνάμει της υπ' αρ. 4153354287/27-6-2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου, η οποία είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, 2) το ποσό των 140.358,43 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 4154017985/28-6-2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου, η οποία είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, 3) το ποσό των 10.195,13 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 4161734182/7-8-2006 σύμβάσης στεγαστικού δανείου, η οποία είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, στις οποίες συμβλήθηκε ως οφειλέτης, 4) το ποσό των 7.524,34 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 4224680262/3-11-2010 σύμβασης καταναλωτικής πίστης, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυητής, 5) το ποσό των 12.388,41 ευρώ δυνάμει της υπ' αρ. 43130025943/8-4-2003 σύμβασης καταναλωτικής πίστης.
Προς την τρίτη των καθ'ών και ήδη τέταρτη εφεσίβλητη: 1) το ποσό των 2.469,08 ευρώ δυνάμει της υπ' αρ. 00201301105368 σύμβασης δανείου και 2) το ποσό των 5.395,99 ευρώ δυνάμει της υπ' αρ. 2618855820 σύμβασης δανείου στις οποίες συμβλήθηκε ως εγγυητής. Προς την τέταρτη των καθ'ών και ήδη πέμπτη εφεσίβλητη, το ποσό των 5.517,54 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 4451-542-0 σύμβασης δανείου.
Προς την πέμπτη των καθ'ών και ήδη έκτη εφεσίβλητη το ποσό των 2.886,69 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 4161734182 σύμβασης πιστωτικής κάρτας και προς το έκτο των καθ'ών ήδη εκκαλούν το ποσό των 16.151,62 ευρώ δυνάμει της υπ' αρ. 21/100986/00/01/17-12-2010 σύμβασης δανείου, η οποία είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη. Ήτοι, το σύνολο των οφειλών του ανέρχεται στο ποσό των 251.627,44 ευρώ.
Από το σύνολο δε των προσκομισθέντων εγγράφων που αφορούν στην εισοδηματική του κατάσταση προέκυψε ότι το συνολικό ετήσιο οικογενειακό του εισόδημα του οικονομικού έτους 2007 (χρήση 2006) διαμορφώθηκε στο ποσό των (22.477,67 ατομικό+7.926,84 συζύγου) 30.404, 51 ευρώ, το 2008 (χρήση 2007) στο ποσό των (23.455,77 ατομικό + 3.120,84 συζύγου) 26.576,61 ευρώ, το 2009 (χρήση 2008), στο ποσό των (26.050,29 ατομικό+5.897,79 συζύγου) 31.948,08 ευρώ, το 2010 (χρήση 2009) στο ποσό των (27.467,89 ατομικό+2.297,90 συζύγου) 29.765,79 ευρώ, το έτος 2011 (χρήση 2010) στο ποσό των (24.589,93 ατομικό+8.113,06 συζύγου) 32.702,99 ευρώ, το έτος 2012 (χρήση 2011) στο ποσό των (23.657,75 ατομικό+1.006,01 συζύγου) 24.663,76 ευρώ, το έτος 2013 (χρήση 2012) στο ποσό των (22.415,11 ατομικό+28,07 συζύγου) 22.443,18 ευρώ.
Ήδη δε από το έτος 2009, το προστιθέμενο στο δικό του, εισόδημα της συζύγου του, ήταν, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις εισοδήματος, από την εμπορική επιχείρηση που λειτούργησε υπηρεσιών αισθητικής έως και το 2012 οπότε και έκανε διακοπή εργασιών. Για τα επόμενα έτη, τα οποία επακολούθησαν της κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης, υποβλήθηκε χωριστή δήλωση των συζύγων και ως εκ τούτου ως οικογενειακό θεωρείται το εισόδημα του αιτούντος.
Το οικον. έτος 2014 (χρήση 2013) το συνολικό ετήσιο εισόδημα του διαμορφώθηκε στο ποσό των 20.814,75 ευρώ, το έτος 2014 (χρήση ομοίως) διαμορφώθηκε στο ποσό των 21,652,42 ευρώ + 52,47 από αγροτική δραστηριότητα = 21.704,89 ευρώ. Το έτος 2015 (χρήση ομοίως), οπότε και είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί το συνολικό εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των (110,90+11.929,08+2.589,11) 14.629,09 ευρώ και το έτος 2018 (χρήση ομοίως) το συνολικό ετήσιο εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των (13.205,11+2.108,28+2.300,20) 17.613,59 ευρώ.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης πρωτοδίκως, το μηνιαίο δοσολόγιο του για την εξυπηρέτηση των άνω δανειακών προϊόντων ανερχόταν στο ποσό των 1.943,81 ευρώ (όπως προκύπτει από το ποσό του 10% της ενήμερης οφειλής για κάθε δανειακή σύμβαση)....... Όπως αποδείχθηκε τα ανωτέρω δάνεια ο αιτών τα έλαβε τα έτη 2001 έως και το 2010 δηλαδή σε διάστημα 9 ετών, συμβαλλόμενος ιδίως ατομικώς ως οφειλέτης ενώ τα ανωτέρω τραπεζικά προϊόντα, είναι τόσο στεγαστικής πίστης, καταναλωτικά προϊόντα όσο και τοκοχρεωλυτικά δάνεια.
Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του πρώτου εφεσίβλητου που ανέρχονται στο ποσό των 251.627,44 ευρώ (το αρχικό ύψος των δανείων δεν προέκυψε αλλά ούτε και ο ακριβής χρόνος ανάληψης εκάστου χρέους), καθίσταται σαφές ότι τα εισοδήματά του, ακόμη και στο υψηλότερο επίπεδο τους, ποτέ δεν θα του επέτρεπαν να καλύπτει τις δαπάνες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του όπως αναλύθηκαν ανωτέρω και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στην εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ο πρώτος εφεσίβλητος είχε ως μέγιστο μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα, το ποσό των 2.725,25 ευρώ [...], Αντιστοίχως, το άθροισμα των μηνιαίων δόσεων των δανείων πάσης φύσεως που έλαβε, όπως αθροίζονται κατά τα ειδικώς ανωτέρω αναφερόμενα, στο ποσό των 1.943,81 ευρώ.
Ο ίδιος δε, ο αιτών, με την κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, σε σχετική ερώτηση του πληρεξουσίου του δικηγόρου για την ανάληψη των στεγαστικών δανείων απάντησε "τα χρησιμοποιήσαμε για την ανέγερση του σπιτιού μας, στη συνέχεια δεν έφταναν, πήραμε και άλλα και άλλα και..", σε αμέσως επόμενη ερώτηση της δικάζουσας δικαστή για το πότε ελήφθη το δάνειο απάντησε "στην ουσία αρχίσαμε να φτιάχνουμε το σπίτι γύρω στο 2001, αλλά το είχαμε πάρει από άλλο κατάστημα το δάνειο και μετά το 2005-2006 νομίζω τα μεταφέραμε όλα στην Εθνική, με πρόταση της τράπεζας για να πληρώνουμε σε μία τράπεζα όλα μαζί." Σε άλλο σημείο, σε ερώτηση της δικάζουσας για την αιτία δανειοδότησης και αν αφορούσαν μόνο στεγαστικές ανάγκες απαντά: " υπήρχαν και άλλες ανάγκες στην πορεία, άνοιξε την επιχείρηση η πρώην σύζυγος μου, μετά δεν πήγαινε καλά και την έκλεισε.
Είχαν μαζευτεί διάφορα χρέη, έπρεπε με κάποιο τρόπο να εξοφλήσουμε και αναγκαστήκαμε και παίρναμε κάποια δάνεια για να τα εξοφλήσουμε."...... Ως εκ τούτου, με τα εκτιμώμενα και αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, δεν είχε ποτέ επαρκές εισόδημα που να του επιτρέπει αφενός να εξυπηρετεί τις προαναφερθείσες δανειακές υποχρεώσεις του με συνέπεια, αφετέρου τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειας του, δεδομένου ότι μέχρι το 2011 αμφότερα τα τέκνα του ήταν ανήλικα και συνακόλουθα οι βιοτικές ανάγκες υψηλότερες.
Το ανωτέρω συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι πέραν από τα δάνεια που βάρυναν τον ίδιο, υφίσταντο και αυτοτελείς δανειακές υποχρεώσεις της (ήδη πρώην) συζύγου του, στην εξυπηρέτηση των οποίων, έστω και μερικώς συμμετείχε και ο ίδιος ....... Η πρώην σύζυγός του δε, είχε ανέκαθεν χαμηλά εισοδήματα, τα οποία ήταν ιδιαιτέρως κυμαινόμενα και ασταθή και εν τοις πράγμασι δεν αύξαναν ιδιαίτερα το συνολικό οικογενειακό εισόδημα, ακόμα και τα πρώτα έτη της δανειοδότησης του αιτούντος, ενώ το υψηλότερο ετήσιο εισόδημά της ανήλθε περί τα 8.000 ευρώ ετησίως και αυτό μονάχα για δύο έτη.
Πράγματι, ο πρώτος εφεσίβλητος δεν κατόρθωσε να ανταπεξέλθει στις ως άνω δανειακές του υποχρεώσεις και έχει περιέλθει σε κατάσταση γενικευμένης αδυναμίας πληρωμών τουλάχιστον από το έτος 2011. Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο πρώτος εφεσίβλητος ενήργησε δολίως, αφού με την εν γένει συμπεριφορά του συνέβαλε στη πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, καθόσον τα εισοδήματά του ανέρχονταν καθ' όλα αυτά τα έτη δανεισμού του το μέγιστο σε 32.702,99 ευρώ ετησίως, με βάση τα προσκομιζόμενα φορολογικά στοιχεία.
Συνεπώς, δεδομένου ότι η μηνιαία ενήμερη δόση για την αποπληρωμή τους υπερέβαινε το ποσό των 1.943,81 ευρώ κατά τον ανωτέρω υπολογισμό, ο πρώτος εφεσίβλητος αποδεχόταν πλήρως ως-πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους, αψηφώντας τις συνέπειες. Χαρακτηριστικό δε αυτού είναι και η ανάληψη νέου χρέους κατά το τέλος του έτους 2010, από το εκκαλούν, όπως προεκτέθηκε, ενώ είχε ήδη διαφανεί η κατιούσα πορεία της νεοπαγούς πλην όμως ζημιογόνου επιχείρησης της συζύγου του (λειτουργούσας από το 2009) και κυρίως ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι θα συνταξιοδοτηθεί σύντομα και δη σε διάστημα μικρότερο της πενταετίας, αναντίστοιχο με την υπολογιζόμενη αποπληρωμή των δανείων.
Η συνταξιοδότησή του, συνέχεται με την αναμενόμενη από πλευράς του μείωση των εισοδημάτων του, η οποία του ήταν μεν γνωστή πλην όμως ήλπιζε ότι θα κάλυπτε τις ήδη αναληφθείσες δανειακές υποχρεώσεις του με τα μελλοντικά κέρδη που θα αποκέρδαινε από την επιχείρησή της η σύζυγος του. Εξάλλου, ο ίδιος ο αιτών τόσο στην αίτηση του όσο και στις προτάσεις του, δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει, οποιαδήποτε αιτία λόγω της οποίας υπέστη μείωση στα εισοδήματά του, πέραν της αφηρημένης επίκλησης της γενικότερης οικονομικής κρίσης που ενέσκυψε στη χώρα μας μετά τα έτη 2010.
Η οικονομική ύφεση της χώρας, σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται να επηρέασε ιδιαίτερα το ατομικό εισόδημά του, το οποίο πέραν των ετών 2008 και 2009 που ανήλθε σε περίπου 26.000 ευρώ και 27.000 αντίστοιχα, τα υπόλοιπα έτη [προ και κατά τη διάρκεια της κρίσης] κυμαινόταν μεταξύ 21.000 και 23.000 περίπου ετησίως, ενώ ακολούθως συνταξιοδοτήθηκε Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται αφενός από τη διαπίστωση ότι κατά τη μεγάλη χρονική περίοδο των 9 ετών, κατά την οποία εκδηλώθηκε η κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά του πρώτου εφεσιβλήτου, δεν υφίστατο κανένας εμφανής λόγος διόγκωσης του δανεισμού του, με εισοδήματα που δεν δικαιολογούσαν την ανάληψη υποχρεώσεων αυτού του ύψους, σύμφωνα και προς τα οικονομικά δεδομένα που αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω και αφετέρου από το γεγονός ότι από κανένα από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αποδείχτηκε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος αντιμετώπισε οποιαδήποτε έκτακτη προσωπική ή οικογενειακή ανάγκη, η οποία να δικαιολογεί την προσφυγή του σε τόσο εκτεταμένο δανεισμό Τέτοιο φυσικά, δεν αποτελεί η απόφασή του να συνδράμει οικονομικά δια της προσωπικής λήψεως δανεισμού στο αναληφθέν επιχειρηματικό ρίσκο της συζύγου του, σε.
ατυχές ενδεχομένως χρονικό σημείο, όταν είχε ήδη διαφανεί η οικονομική κρίση στη χώρα μας και ενώ ο ίδιος ανέμενε τη συνταξιοδότησή του, δεδομένου και του ότι η δημιουργία μιας επιχείρησης απαιτεί κεφάλαιο, η οποία συνδρομή ηθικώς μεν είναι ευκταίο να υπάρχει μεταξύ συζύγων, δεν αναιρεί ωστόσο την ύπαρξη του δόλου στο πρόσωπό του.
Λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ύψους των οφειλών του, της φύσεως των δανείων που έλαβε, εκ των οποίων και καταναλωτικής πίστης, της διάρκειας και της συχνότητας προσφυγής του στις τράπεζες, κρίνεται ότι ο δανεισμός του υπερβαίνει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το μέτρο του συνετού καταναλωτή.
Σημειώνεται δε, ότι δεν απαιτείται για την κατάφαση του δόλου η προσθήκη και έτερων αντικειμενικών στοιχείων ως υποχρεωτικών ενδεικτών του δόλου, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος κατά τη χορήγηση της πίστωσης σχετικά με το αξιόχρεο του οφειλέτη και την εν γένει οικονομική του κατάσταση.
Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι είχε ενδεχόμενο δόλο υπερχρέωσης, καθώς συμφώνησε με διάφορα πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, ενώ μπορούσε να προβλέψει ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ενόψει των ανωτέρω, η κατάφαση της υποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης του πρώτου εφεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του αναιρεί την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και επομένως πρέπει, δεκτής γενομένης της ενστάσεως δολιότητας που προτείνει παραδεκτά και νόμιμα το εκκαλούν με την έφεση του και είχε προτείνει και με τις προτάσεις του πρωτοδίκως, ένσταση η οποία ωφελεί και τις λοιπές εφεσίβλητες-πιστώτριες (ΚΠολΔ 76 παρ. 1), αφού αποτελούν οιονεί αναγκαίους ομοδίκους, ως πιστωτές του αιτούντος (...), ως ουσιαστικά βάσιμης, η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη......''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (χάριν συντόμευσης ΤΠΔ) και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου, ότι ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και δέχθηκε και ως κατ' ουσία βάσιμη την από 17-9-2020 έφεση αυτού (πιστωτή) κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου ...
που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη, από 17-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 374/2013), αίτηση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένστασης του τότε εκκαλούντος ΤΠΔ και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής (όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας), καθώς και ότι για την παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω του αναιρεσείοντος περιορίζεται στη πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από τη πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 545/2021, ΑΠ 153/2017).
Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη, αλλά και μεταγενέστερα, των δανειακών του υποχρεώσεων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του εν λόγω αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων και μεταγενέστερα), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, το οποίο ανέρχεται στο ως άνω ποσό των 251.627,44 ευρώ, προερχόμενο από έντεκα τραπεζικά προϊόντα (δάνεια, καταναλωτικά προϊόντα), από έξι πιστώτριες, β) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος και της συζύγου του (πριν το διαζύγιο, αλλά και μεταγενέστερα), κατά το χρονικό διάστημα των οικονομικών ετών 2007 έως 2013 (και της συζύγου του πριν το διαζύγιο) και στη συνέχεια του ιδίου μέχρι το οικονομικό έτος 2018, με τις κατά μήνα αποδοχές του, καθώς και το ετήσιο εισόδημά του, γ) την ηλικία του αιτούντος, την οικογενειακή του κατάσταση και τη συνταξιοδότησή του το έτος 2014, δ) ότι τα δάνεια λήφθησαν τα έτη 2001 έως 2010, δηλ.
σε χρονικό διάστημα εννέα ετών, από δε το ΤΠΔ στο τέλος του έτους 2010 όταν το μέγιστο μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος ανήλθε σε 2.725,25 ευρώ, ενώ για την εξυπηρέτηση των δανείων απαιτούνταν το ποσό των 1.943,81 ευρώ και απέμενε για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών το ποσό των 820,00 ευρώ, ε) ότι, προέβαινε αυτός, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην εξόφλησή τους (δανείων) καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση, η οποία ήταν φθίνουσα και ότι ήταν αδύνατον να τα εξυπηρετήσει συνολικά, δεδομένου ότι, κατά τα παραπάνω, το μόνο σταθερό εισόδημά του ήταν ο μισθός του και στ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών του, υπερέβαιναν τις δυνατότητές του, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει του ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής του θέσης ή προσωπικής του κατάστασης, ενόψει και της επερχόμενης συνταξιοδότησής του και της μείωσης του κατά μήνα εισοδήματός του, ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη του.
Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε αιτιολογία για: α) το ύψος των δόσεων που έπρεπε να καταβάλει για κάθε δάνειο, β) τις βιοτικές δαπάνες του, γ) το αρχικό και τελικό ύψος καθενός των τραπεζικών προϊόντων, δ) το χρόνο λήψης των δανείων, ε) το κατά μήνα εισόδημά του κατά το χρόνο λήψης των δανείων και στ) τις αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότηες, αποτελούν επιχειρήματα αυτού (αναιρεσείοντος) για την πληρέστερη κατά την άποψή του ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1446/2018), πέραν του ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύονται αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις και τα πιστωτικά ιδρύματα, με τα οποία είχαν συναφθεί αυτές, το χρόνο λήψης των δανείων (2001-2010), το συνολικό ποσό των κατά μήνα δόσεων των δανείων, το ύψος των βιοτικών αναγκών του αναιρεσείοντος, το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημά του κατά το χρονικό διάστημα 2007-2018, όπως και την οικογενειακή του κατάσταση και την περιουσία του, καθώς και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτός συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες (ενόψει και της συνταξιοδότησής του), σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η ως άνω επικαλούμενη, στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, αιτίαση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές σχετικώς με τις βασικές βιοτικές ανάγκες του αναιρεσείοντος, προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν ο αναιρεσείων - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, κρίνεται απορριπτέα και ως στερούμενη, εν προκειμένω, έννομης επιρροής, εφόσον η ένδικη αίτηση απορρίφθηκε, λόγω δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών και όχι γιατί κρίθηκε ότι αυτός δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, οπότε η ως άνω ανεπάρκεια θα είχε πράγματι ως αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 1208 /2017).
Τέλος και η εμπεριεχόμενη στο πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας [της από 15-9-2020 έφεσης του εκκαλούντος ΤΠΔ, τις από 24-11-2021 προτάσεις αυτού ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου (προτάσεις των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προσκομίζονται), την με αριθ. 13/2020 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ...
Λασιθίου και τα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά συνεδρίασης], προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από τη δεύτερη (...) και έκτο των καθών η αίτηση (ΤΠΔ) και ήδη δεύτερη και τέταρτο των αναιρεσίβλητων-πιστωτών, αντίστοιχα και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, επαναφέρθηκε παραδεκτά με την από 15-9-2020 έφεση του εκκαλούντος ΤΠΔ, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).
Ειδικότερα, την ως άνω ένσταση το τέταρτο των αναιρεσίβλητων (ΤΠΔ) επανέφερε με την από 15-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 112/2020) έφεσή του ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, αναφέροντας τα ακόλουθα '' ...... ο πρώτος εφεσίβλητος-αιτών και η πρώην σύζυγος του έλαβαν τα ένδικα δάνεια, δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση, αφού το εισόδημα του πρώτου εφεσίβλητου κατά το χρόνο δανεισμού ήταν σταθερό, προέρχονταν αποκλειστικά από το μηνιαίο μισθό του ως δημοσίου υπαλλήλου και πλέον συνταξιούχου, ενώ η σύζυγος του, η οποία διατηρούσε προσωρινά επιχείρηση αισθητικής στη ..., είχε πάντα χαμηλό εισόδημα αναλογικά με τον υψηλό δανεισμό τους ....
Μάλιστα οι ίδιοι ήταν επιφορτισμένοι και με τις ανάγκες ανατροφής των δύο ανήλικων παιδιών τους κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεών τους. Ο πρώτος εφεσίβλητος ανέλαβε τη δανειακή του υποχρέωση, ποσού κεφαλαίου 20.000 ευρώ από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 17.12.2010, ενώ δηλαδή είχε ξεκινήσει η παγκόσμια οικονομική ύφεση, η συρρίκνωση του οικογενειακού εισοδήματος και η μείωση των μισθών και ενώ είχαν ήδη συνάψει συμβάσεις δανείου ιδιαίτερα μεγάλου για την οικονομική τους κατάσταση ποσού, πιστωτικής κάρτας και καταναλωτικών δανείων σε προηγούμενο χρόνο.
Ενδεικτικά ο πρώτος εφεσίβλητος έλαβε από τη δεύτερη εφεσίβλητη δάνειο ποσού 13.493,61 ευρώ, από το οποίο το ανεξόφλητο υπόλοιπο την 18.12.2013 ανέρχονταν σε 12.273,34 ευρώ, δάνειο ποσού 34.399,57 ευρώ, από το οποίο το ανεξόφλητο υπόλοιπο την 18.12.2013 ανέρχονταν σε 32.230,72 ευρώ, δάνειο ποσού 38.074,31 ευρώ, από το οποίο το ανεξόφλητο υπόλοιπο την 18.12.2013 ανέρχονταν σε 129.119,18 ευρώ, καταναλωτικό δάνειο ποσού 7.420,70 ευρώ, από το οποίο το ανεξόφλητο υπόλοιπο την 18.12.2013, ανέρχονταν σε 5.967,04 ευρώ, καταναλωτικό δάνειο ποσού 12.448,97 ευρώ, από το οποίο το ανεξόφλητο υπόλοιπο την 18.12.2013 ανέρχονταν σε 10.113,98 ευρώ κλπ.
Πλήθος δε από τα ληφθέντα δάνεια τους ήταν και καταναλωτικά δάνεια καθώς και πιστωτικές κάρτες, μολονότι το εισόδημα του αιτούντα πρώτου εφεσίβλητου ήταν σταθερό και διαρκώς μειούμενο λόγω της οικονομικής κρίσης, ενώ η επιχείρηση της συζύγου του δεν απέφερε κέρδος ..... Παρά ταύτα όμως έλαβαν τα επίδικα δάνεια, μολονότι από κανένα στοιχείο το χρόνο αυτό δεν φαίνονταν προοπτική βελτίωσης του οικογενειακού εισοδήματός τους ώστε να είναι δυνατή η εξυπηρέτηση του δανείου.
Μάλιστα είχε προηγηθεί ήδη η ανάληψη των περισσότερων δανειακών τους υποχρεώσεων με τη σύναψη συμβάσεων στεγαστικού δανείου καθώς και καταναλωτικών δανείων και πιστωτικής κάρτας. Επιπλέον, μολονότι είχαν ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 32.000-33.000 ευρώ περίπου μέχρι το έτος 2011-2012 .... ουσιαστικά αυτό δεν επαρκούσε για την κάλυψη των αναγκών τους γι' αυτό είχαν πάρει και καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες κλπ.
Παρά ταύτα, και ενώ είχαν ήδη αναλάβει πλήθος δανειακών υποχρεώσεων, στις οποίες δε μπορούσαν να αναταποκριθούν και μολονότι η επιχείρηση της συζύγου του αντιδίκου ήταν ζημιογόνα, ο πρώτος εφεσίβλητος στις 17.12.2010 πήρε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μη ενυπόθηκο δάνειο μικροεπισκευών-μικροβελτιώσεων ποσού 20.000 ευρώ, χωρίς η ενέργεια του αυτή να συνάδει με το ετήσιο οικογενειακό τους εισόδημα και τις αυξημένες οικογενειακές τους υποχρεώσεις λόγω των δύο παιδιών τους, τα οποία κατά το χρόνο σύναψης των σχετικών δανειακών συμβάσεων ήταν ανήλικα και οι εφεσίβλητοι έπρεπε να καλύπτουν τις μηνιαίες βιοτικές ανάγκες τετραμελούς οικογένειας και παράλληλα να φροντίζουν για την καταβολή δόσεων για τα υπέρογκα δάνεια που είχαν λάβει.
Αποδέχτηκαν έτσι ως πιθανή την αδυναμία πληρωμής των χρεών τους σε περίπτωση απρόβλεπτων καταστάσεων, όπως το κλείσιμο της επιχείρησης της συζύγου του πρώτου εφεσίβλητου. Ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτό.
Ο πρώτος εφεσίβλητος και η πρώην σύζυγος του αιτούντες δημιούργησαν με τον τρόπο αυτό χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, μολονότι γνώριζαν ότι στο μέλλον θα αδυνατούσαν να καλύψουν ή, τουλάχιστον, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα του αιτούντα-πρώτου εφεσίβλητου είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δε δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.
Ειδικότερα ο αιτών και πρώτος εφεσίβλητος έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη δανείων αψηφώντας τις συνέπειες. Κατά συνέπεια υφίσταται δόλια αδυναμία πληρωμής του πρώτου εφεσίβλητου ....''. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι ο αιτών συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Σε ακολουθία των παραπάνω, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5α', β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).
Δεν ιδρύεται, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το τρίτο αναιρετικό λόγο, προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. α' και β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" που προτάθηκε, δηλ.
ότι δεν έλαβε υπόψη "... τον ισχυρισμό του (αντένσταση) περί αοριστίας της προτεινόμενης από το εκκαλούν-αναιρεσίβλητο ΤΠΔ ένστασης δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών καθόσον λείπουν τα στοιχεία ορισμένου της ένστασης" και έλαβε υπόψη και "θεμελίωσε το ορισμένο, παραδεκτό και εν τέλει βάσιμο του λόγου της έφεσης του αντιδίκου-αναιρεσίβλητου ΤΠΔ σε πραγματικά περιστατικά τα οποία ούτε επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε, ούτε απέδειξε με προσκόμιση και επικληση σχετικών εγγράφων".
Από τη προσβαλλόμενη απόφαση όμως, προκύπτει ότι: α) το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της ένστασης δόλου και τον απέρριψε ρητώς αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή αντίθετων εκείνων που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό όπως αναφέρθηκε στον αμέσως παραπάνω αναιρετικό λόγο και β) κατά το μέρος που προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ.
α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον στη παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 625/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδ.
α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 651/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), πλέον του ότι η αιτίαση του αναιρεσείοντος αφορά έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ (ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1543/2017).
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 29-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1/2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 428/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ