1534/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Νοεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1341/2002 μη οριστική, 3045/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4915/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1534/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του. όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι αγρότης, καλλιεργούσε περί τα 35 ιδιόκτητα στρέμματα με αγροτικά προϊόντα και συγκεκριμένα με καπνά, καρπούζι, πεπόνι και ντομάτα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1534 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1534/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Τσαμολιά.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ...... , ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTEΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καμπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Νοεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1341/2002 μη οριστική, 3045/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4915/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 1ου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με την εισήγησή του και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση 758β/2-7-2007 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αγρινίου, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, κατ' αυτή έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων ..... , ο οποίος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 315, 316, 319 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι επί ασκήσεως αναιρέσεως κατά τελεσίδικης αποφάσεως, που έχει διορθωθεί, δεν είναι αναγκαίο η αίτηση αναιρέσεως να στρέφεται και κατά της αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση διορθώσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφού η διόρθωση των γραφικών ή λογιστικών λαθών της αποφάσεως δεν άπτεται της ουσίας της υποθέσεως, ούτε την αλλοιώνει (ΑΠ 194/1998). Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο, όταν έχει απορριφθεί η αίτηση διορθώσεως της αναιρεσιβαλλομένης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται καμιά απολύτως μεταβολή στην απόφαση αυτή. Κατά συνέπεια, η ένσταση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας περί απαραδέκτου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, διότι αυτή δεν στρέφεται και κατά της αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αναιρεσείοντος για διόρθωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδ. α΄ ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή στην υγεία του και εξαιτίας αυτής κατέστη ανίκανος προς εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και κάθε τι που στο μέλλον με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της σωματικής του βλάβης, ανίκανος προς εργασία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του. όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι αγρότης, καλλιεργούσε περί τα 35 ιδιόκτητα στρέμματα με αγροτικά προϊόντα και συγκεκριμένα με καπνά, καρπούζι, πεπόνι και ντομάτα.
Από την εκμετάλλευση των παραπάνω κτημάτων του, με την καλλιέργεια των αγροτικών αυτών προϊόντων αποκέρδαινε ετησίως, μετά την αφαίρεση των εξόδων καλλιέργειας, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, 6.000.000 δραχμές περίπου. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, ο ενάγων ήταν ανίκανος προς εργασία και κατά την τριετία 1999, 2000 και 2001, με συνέπεια να απωλέσει τα εισοδήματα που θα αποκέρδαινε από την ως άνω εργασία του, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του και η εξ αυτού ανικανότητά του προς εργασία, τα οποία (εισοδήματα), με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ανέρχονταν και κατά την τριετία 1999, 2000 και 2001 στο ίδιο, κατά μέσο όρο, ποσό των 6.000.000 δραχμών ετησίως.
Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 713.628 δραχμών, που αντιστοιχεί στην ετήσια σύνταξη αναπηρίας, που έλαβε ο ενάγων από τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 (59.469 δρχ. μηνιαίως Χ 12 μήνες), αφαίρεση στην οποία προβαίνει, άλλωστε, και ο ίδιος ο ενάγων. Επομένως, ο ενάγων κατά την τριετία 1999, 2000 και 2001 απώλεσε καθαρά εισοδήματα, ύψους 15.859.116 δραχμών, ήδη δε 46541,79 ΕΥΡΩ (6.000.000 - 713.628 = 5.286.372 δρχ.
ετησίως Χ 3 έτη), όπως ορθά έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων εξαιτίας του τραυματισμού του θα είναι ανάπηρος κατά ποσοστό τουλάχιστον 67% και ανίκανος προς εργασία και μετά το έτος 2001 και συνεπώς θα απωλέσει τα εισοδήματα, που θα αποκέρδαινε από την κατά τ' άνω εργασία του από το έτος 2002 έως και το έτος 2006 που θα συμπλήρωνε το 65ο έτος της ηλικίας του και θα είχε την δυνατότητα και ικανότητα να ασχολείται με αγροτικές εργασίες.
Τα εισοδήματα που θα αποκέρδαινε κατά το χρονικό αυτό διάστημα των πέντε (5) ετών (2002 έως και 2006) θα ανέρχονταν, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά μέσο όρο, στο ως άνω ποσό των 6.000.000 δραχμών, ήδη δε σε 17608,21 ΕΥΡΩ ετησίως. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 842.376 δραχμών, δηλαδή 2472,12 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχεί στην ετήσια σύνταξη αναπηρίας, που λαμβάνει ο ενάγων από το έτος 2002 από τον ΟΓΑ....
Έτσι, ο ενάγων κατά τα έτη 2002 έως και το 2006 θα απωλέσει καθαρά εισοδήματα, ανερχόμενα στο ποσό των 15.136,09 ΕΥΡΩ ετησίως...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς την αναγνωριστική διάταξή της, με την οποία είχε αναγνωρίσει απαίτηση αποζημιώσεως του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος για μελλοντική αποθετική ζημία- διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του για το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 και για μία δεκαετία, και, δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την εν λόγω απαίτηση, αναγνώρισε την απαίτηση αυτή για το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως το έτος 2006.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, ήτοι της απαιτήσεως αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος για μελλοντική αποθετική ζημία. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται ποιά ήταν η κατάσταση της υγείας του παθόντος αναιρεσείοντος πριν από το αυτοκινητικό ατύχημα και τον τραυματισμό του και γιατί αυτός δεν θα είχε τη δυνατότητα και την ικανότητα με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να ασχολείται με αγροτικές εργασίες και κατά τα επόμενα του έτους 2006, κατά το οποίο φέρεται ότι συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του, έως και το 2012 έτη, ούτε εξηγείται, γιατί ο ίδιος δεν θα μπορούσε να εκμεταλλεύεται τους αγρούς του και μετά το ανωτέρω έτος, καλλιεργώντας αυτούς με τρίτους (εργάτες κλπ) και ούτε, εν πάση περιπτώσει, καθορίζεται ο λόγος, για τον οποίο με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα έπαυε ο αναιρεσείων μετά το έτος 2006 να ασκεί την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα.
Ενόψει δε των ελλείψεων αυτών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους, έτσι, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική διάταξή της αναφορικώς με το αναγνωριστικό αγωγικό αίτημα για μελλοντική αποθετική ζημία από το έτος 2007 έως και το έτος 2012, να παραπεμφθεί, η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή, η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 4915/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ