Supreme Court dismisses appeal on car accident damages, upholding lower court's 5,000 euro compensation for minor injury.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision awarding 5,000 euros in damages for a car accident. The appellant argued the amount was disproportionately low compared to similar cases and violated constitutional principles regarding moral damage compensation. The court rejected these claims, finding the award reasonable given the secondary nature of the physical injury and its lack of impact on the victim's future economic or social life.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a first instance court's award of damages for moral injury is not subject to appeal if it falls within the bounds of judicial discretion and is not manifestly disproportionate to the circumstances of the tort.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 960 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 960/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γαλανόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Π. του Ν., 2) Σ. Σ. του Χ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Αγγελόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2014 εν μέρει οριστική και 301/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 30-5-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 183/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, έχει προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 26, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ' αρ. 11024/28-9-2020 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Ν. Φ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον ίδιο πρώτο αναιρεσίβλητο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο ανωτέρω 1ος των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και οι λοιπές δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες.
Επομένως, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του.
Η κρινόμενη από 30-5-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 27/2019) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 183/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από την επίδοση της ως άνω προσβαλλομενης αποφάσεως (άρθρ. 564 § 1 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Η ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 17-7-2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων (ασφαλιστικής εταιρείας, οδηγού ΔΧΕ αυτοκινήτου ταξί και επιβαίνουσας αυτού), αιτούμενη αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, που υπέστη εξαιτίας του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναφέροντο στην αγωγή.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών εξέδωσε αρχικά την με αριθμό 235/2014 εν μέρει οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο και τρίτη των εναγομένων (οδηγό ταξί και ασφαλιστική εταιρεία), ανέβαλε δε την έκδοση οριστικής αποφάσεως ως προς τα αξιούμενα από την ενάγουσα κονδύλια που αφορούσαν σε απωλεσθέντα εισοδήματα λόγω ανικανότητος για εργασία, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ενώ κατά τα λοιπά δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τη δεύτερη εναγομένη (επιβάτη).
Ακολούθως, μετά τη διεξαγωγή της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, η αγωγή επανήλθε προς συζήτηση και εκδόθηκε η με αριθμό 301/2016 οριστική απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και ως προς τα κονδύλια για τα οποία είχε αναβληθεί η έκδοση της οριστικής απόφασης. Στη συνέχεια, ασκήθηκαν τρεις εφέσεις και δη:
οι από 1-1-2015 και 2-10-2017 δύο εφέσεις από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα, αφενός κατά της εν μέρει οριστικής 235/2014 αποφάσεως κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή της, ως προς τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων, και αφετέρου κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως με αριθμό 301/2016 με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη και τέλος, η από 29-3-2017 έφεση της δεύτερης εναγομένης κατά των ως άνω πρωτοδίκων αποφάσεων ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες ηττήθηκε εν μέρει, με τις οποίες (εφέσεις) οι εκκαλούσες παραπονούντο για τους περιεχόμενους σ' αυτές λόγους.
Ακολούθως, εκδόθηκε η, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 183/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία, συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων τις εφέσεις : 1) Δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 1-1-2015 έφεση της ενάγουσας κατά της 235/2014 εν μέρει οριστικής αποφάσεως, στρεφομένης αυτοτελώς κατά των ως άνω δύο απλών ομοδίκων (πρώτο και τρίτη των εναγομένων) ως προς τους οποίους είχε απορριφθεί η αγωγή της ως αβάσιμη κατ' ουσία. 2) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις λοιπές δύο από 29-3-2017 και 2-10-2017 εφέσεις των εκκαλουσών, δεύτερης εναγομένης και ενάγουσας, αντίστοιχα και, αφού εξαφάνισε τις εκκαλούμενες εν μέρει οριστική και οριστική ως άνω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, μετά την διακράτηση της υποθέσεως και εκδίκαση κατ' ουσία της αγωγής, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως προς τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της.
Την ως άνω εφετειακή απόφαση προσβάλλει η ενάγουσα με την κρινόμενη αναίρεσή της. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1299/2009).
Κατά δε την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ εξάλλου, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδάφ. α' ΑΚ προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του, δηλαδή η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος, κατ' άρθρ. 298 εδάφ. β' ΑΚ, λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, όπως είναι και η αποζημίωση για τη στέρηση στο μέλλον των προσδοκώμενων εισοδημάτων.
Για να δικαιούται τέτοια αποζημίωση εκείνος που προσβλήθηκε στο σώμα ή στην υγεία του πρέπει να αποδείξει ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να ασκεί, αν δεν μεσολαβούσε η βλάβη του σώματος ή της υγείας του και έτσι ζημιώθηκε τουλάχιστον τα ποσά που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία.
Αναγκαία προϋπόθεση είναι η ζημία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το λόγο ευθύνης του εναγομένου, ενώ η διάρκεια της πιο πάνω αποζημίωσης υπολογίζεται με βάση τη διάρκεια της ανικανότητας προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, αποδιδόμενο στον εναγόμενο, υπαίτιο της αδικοπραξίας, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας του ενάγοντος - παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014).
Περαιτέρω, για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας (που πρέπει, όπως έχει προαναφερθεί, να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός), η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων, χωρίς να εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας, και, συνακόλουθα, η απόδειξή της είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα, συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη.
Ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 298 εδάφ. β' ΑΚ έχει μικτό χαρακτήρα, ήτοι έχει, αφενός μεν, ουσιαστικό χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα παραγωγικά στοιχεία της αξίωσης αποζημιώσεως, αφετέρου δε, δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή την απλή πιθανολόγηση ως προς την ύπαρξη του διαφυγόντος κέρδους (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 1410/2018).
Επομένως, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν συντρέχει ή όχι πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων για την ύπαρξη ή όχι διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξέλιξης των πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1932/2017, ΑΠ 1335/2017, ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 1766/2013).
Ελέγχεται, όμως, αναιρετικά η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή όχι των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξίωσης, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, όπως η συνήθης πορεία των πραγμάτων, οι ειδικές περιστάσεις, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη προσδοκία για το διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 1410/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη (υπ' αριθμ. 183/2019) απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως κατά το ενδιαφέρον τμήμα της -ως προς την υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με την επέλευση του ατυχήματος-, αναφορικά με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-12-2011 και περί ώρα 11.50'π.μ. , η ενάγουσα εκινείτο επί της ..., στην ..., με κατεύθυνση από την ...
προς την ..., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, της αποκλειστικής της κυριότητος. Η ανωτέρω οδός, συνολικού πλάτους 10,30 μέτρων είναι μονόδρομος με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και εκείνη τη χρονική στιγμή η κυκλοφορία των οχημάτων σε αυτήν ήταν πυκνή. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧ ταξί, της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ευρίσκετο ακινητοποιημένος επί της ίδιας οδού στο ύψος της συμβολής της με την ... στο μέσον της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας με επιβάτιδα τη δεύτερη εναγομένη.
Τη στιγμή που η ενάγουσα διερχόταν με χαμηλή ταχύτητα παραπλεύρως του ως άνω αυτοκινήτου, από τη δεξιά πλευρά αυτού, η δεύτερη εναγομένη άνοιξε την οπίσθια δεξιά θύρα αυτού, αιφνιδίως και χωρίς να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς να προκαλείται κίνδυνος στους χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα η θύρα να προσκρούσει στο αριστερό χέρι της ενάγουσας, το οποίο ήταν τοποθετημένο επί του τιμονιού της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας της και να την τραυματίσει.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται, σε αποκλειστική υπαιτιότητα της δεύτερης εναγομένης, η οποία, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1 και 30 του ΚΟΚ, δεν κατέβαλε την προσοχή, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έπραττε υπό παρόμοιες συνθήκες κάθε μέσος συνετός άνθρωπος και την οποία (υπαιτιότητα) η ίδια αναγνώρισε, όπως προκύπτει από την δοθείσα κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας από 16-1-2011 έκθεση ένορκης εξέτασής της το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνει με την δοθείσα στο ίδιο στάδιο από 13-7-2012 ανωμοτί εξέτασή της παρόλο που στα πλαίσια της παρούσας δίκης αρνείται ότι την βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα σχετικά με την πρόκλησή του.
Ειδικότερα, αυτή δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει υπό τις ίδιες περιστάσεις ο μέσος συνετός άνθρωπος, την οποία αν επεδείκνυε, θα μπορούσε να αποφύγει το ένδικο ατύχημα, καθώς επειδή βιαζόταν να αποβιβασθεί από το παραπάνω ταξί, δεν ανέμενε μέχρι ο πρώτος εναγόμενος να ακινητοποιήσει αυτό νομίμως και άνοιξε αιφνιδίως την δεξιά οπίσθια θύρα αυτού και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην οδό, με αποτέλεσμα να προσκρούσει αυτή (η θύρα) στο αριστερό άνω άκρο της διερχόμενης με το δίκυκλο, εκ δεξιών του ως άνω ταξί, ενάγουσας.
Στοιχεία, που να θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου δεν αποδείχθηκαν, καθόσον η δεύτερη εναγομένη με δική της πρωτοβουλία άνοιξε τη θύρα του ταξί, προκειμένου να αποβιβασθεί τη στιγμή που ήταν ακινητοποιημένο, λόγω πυκνής κυκλοφοριακής κίνησης, χωρίς ο πρώτος οδηγός αυτού, να της το επιτρέψει και χωρίς αυτή να αναμείνει, προκειμένου εκείνος να ελέγξει αν μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους άλλους χρήστες της οδού.
Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από την από 16-12-2011 έκθεση ένορκης εξέτασης της δεύτερης εναγομένης, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνει με την από 13-7-2012 ανωμοτί εξέτασή της και από την από 15-12-2011 έκθεση ένορκης εξέτασης του πρώτου εναγομένου το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνει με την από 13-7-2012 ανωμοτί εξέτασή του, που δόθηκαν στο στάδιο της ποινικής προδικασίας στις οποίες η δεύτερη εναγομένη καταθέτει επί λέξει "Την 14-12-2011 και πρωινές ώρες επέβαινα στο υπ' αριθμ. ...
ΔΧ ταξί με προορισμό την ... Λόγω της έντονης κυκλοφοριακής κίνησης αποφάσισα περί ώρα 11.50 να ανοίξω την πόρτα με σκοπό να προλάβω να πάω στη δουλειά μου. Ο οδηγός του ταξί μου είπα να μην ανοίξω, μέχρι να μπορέσει να σταματήσει κάπου νόμιμα, ώστε να να αποβιβαστώ. Εγώ δεν τον άκουσα με αποτέλεσμα ανοίγοντας την πόρτα να πέσει πάνω της ένα δίκυκλο που οδηγούσε μια κυρία....
Ζητώ συγγνώμη για την απερίσκεπτη ενέργειά μου, που είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί ένας συνάνθρωπός μου" , και ο πρώτος εναγόμενος καταθέτει επί λέξει "Στη συμβολή με την ... η επιβάτης λόγω της έντονης κυκλοφοριακής κίνησης άνοιξε την πόρτα παρόλο που της απαγόρευσα να το κάνει". Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι το ως άνω ταξί είχε νομίμως ακινητοποιηθεί με ενεργοποιημένα τα φώτα προσωρινής στάθμευσης "alarm" προκειμένου να αποβιβάσει επιβάτη, αλλά ούτε και ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός και η δεύτερη εναγομένη, επιβάτρια, ήλεγξαν την κυκλοφορία στην οδό, πριν η τελευταία ανοίξει την επίμαχη θύρα, όπως οι εναγόμενοι αβασίμως ισχυρίστηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη.
Ενώ τα όσα αυτοί ισχυρίστηκαν προφορικά στο ακροατήριο, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις τους έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα κατέθεσαν αμέσως μετά το ατύχημα κατά την ποινική προδικασία και δεν ενισχύονται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, κρινομένης μη πειστικής της κατάθεσης της μάρτυρος αυτών.
Εξάλλου, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα της ενάγουσας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα επιχείρησε αντικανονικά από δεξιά προσπέρασμα του ταξί δεν αποδεικνύεται βάσιμος από κανένα αξιόπιστα αποδεικτικό μέσο.
Άλλωστε, και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός το ένδικο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αποδειχθείσα κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, αλλά με το αιφνίδιο, ανέλεγκτο και απροειδοποίητο άνοιγμα της θύρας του ταξί από τη δεύτερη εναγομένη. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι, όπως αποδεικνύεται από προσαγόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες του τόπου του συμβάντος, η κίνηση δικύκλων κατά τον προαναφερόμενο τρόπο διενεργείται κανονικά χωρίς να δημιουργείται δυσλειτουργία στην οδό, μόνη δε η παραβίαση διάταξης του ΚΟΚ δεν αρκεί για την κατάφαση υπαιτιότητας του εμπλεκομένου οδηγού, αλλά απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ενδίκου συμβάντος.
Μετά ταύτα η νομίμως προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ), την οποία η δεύτερη εναγομένη παραδεκτώς επανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με το Εφετήριό της, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως, εφόσον το Πρωτοβάθμιο Δκαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (με αριθμό 235/2014) δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Συνακόλουθα, εφόσον αποδείχθηκε ότι η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της δεύτερης εναγομένης, επιβάτριας του ταξί, η οποία δεν είναι ασφαλισμένο πρόσωπο κατά τον Ν.489/1976 σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ότι ουδεμία αμέλεια στην πρόκλησή του (ατυχήματος) βαρύνει το πρώτο εναγόμενο, οδηγό του ταξί, του οποίου η ευθύνη έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου του καλύπτεται από την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με τη σύμβαση ασφάλισης που κατάρτισε με αυτήν , η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και τρίτης των εναγομένων, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού για τη θεμελίωση υποχρέωσης προς αποζημίωση απαιτείται η συνδρομή υπαιτιότητας στο πρόσωπο του υποχρέου ασφαλισμένου κατά τον Ν. 489/1976, την οποία (υπαιτιότητα) οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ζημιωθείς τρίτος για να θεμελιώσει έναντι αυτού ευθύνη του ασφαλιστή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του (με αριθμό 235/2014) απέρριψε την αγωγή ως προς τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 Α.Κ., ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολίες η έλλειψη οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Σ.
Π., οδηγού του ταξί, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, η οποία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της επιβάτιδος, δεύτερης εναγόμενης Σ. Σ., ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα:
α) αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, ως προς τον τόπο, χρόνο και κυκλοφορία οχημάτων, β) προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο όπου ακινητοποιήθηκε προσωρινά και δη λόγω της πυκνής κυκλοφορίας το ΔΧΕ ταξί (επί της ... στο ύψος της συμβολής της με την ..., στο μέσον της δεξιάς λωρίδας), γ) περιγράφεται η πορεία, η ταχύτητα και το σημείο της οδού, που κινείτο η μοτοσικλέτα με επιβάτιδα την παθούσα-αναιρεσείουσα (διερχόταν παραπλεύρως του αυτοκινήτου ταξί, με χαμηλή ταχύτητα, από τη δεξιά πλευρά αυτού), δ) περιγράφεται η υπαίτια συμπεριφορά της επιβάτιδος, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε το ατύχημα (άνοιγμα της οπίσθιας δεξιάς θύρας, στην οποία καθόταν, προκειμένου να κατέβει, αιφνιδίως και χωρίς έλεγχο αν μπορεί να το πράξει χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο για τους χρήστες της οδού, την στιγμή ακριβώς που η αναιρεσείουσα διερχόταν παραπλεύρως του ταξί) και τέλος, ε) το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ήτοι η πρόσκρουση της θύρας στο αριστερό χέρι της παθούσας αναιρεσείουσας, το οποίο ήταν τοποθετημένο επί του τιμονιού της δίκυκλης μοτοσικλέτας της και ο τραυματισμός της τελευταίας.
Τέλος, αιτιολογείται πλήρως η έλλειψη υπαιτιότητας, στην επέλευση του ατυχήματος, του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του αυτοκινήτου ταξί, αφού όπως γίνεται δεκτό η δεύτερη εναγόμενη (επιβάτις), με δική της πρωτοβουλία άνοιξε την θύρα του ταξί, προκειμένου ν' αποβιβασθεί τη στιγμή που αυτό ήταν ακινητοποιημένο, λόγω πυκνής κυκλοφορικής κίνησης, χωρίς ο πρώτος, οδηγός αυτού, να της το επιτρέψει και χωρίς αυτή να αναμείνει, προκειμένου εκείνος να ελέγξει αν μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους άλλους χρήστες της οδού.
Επομένως, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της επιβάτιδος του αυτοκινήτου Σ. Σ. και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτια την ως άνω επιβάτιδα του ταξί, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε η τελευταία για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ουδεμία αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως υπάρχει, επειδή, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται, ενώ αρχικά η απόφαση δέχεται ότι το ταξί "ευρίσκετο ακινητοποιημένο", εν τούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι η επιβάτις "δεν ανέμενε μέχρις ο οδηγός του ταξί ν' ακινητοποιήσει αυτό νομίμως και άνοιξε αιφνιδίως την οπίσθια θύρα αυτού", ενώ τελικά δέχεται ότι "δεν αποδείχθηκε ότι το ως άνω ταξί είχε νομίμως ακινητοποιηθεί με ενεργοποιημένα τα φώτα προσωρινής στάθμευσης "alarm", προκειμένου ν' αποβιβάσει επιβάτη, ούτε ότι είχε ενεργοποιήσει "alarm", αλλά ούτε και ότι ο πρώτος εναγόμενος "οδηγός" και η δεύτερη εναγόμενη, επιβάτρια, ήλεγξαν την κυκλοφορία στην οδό, πριν η τελευταία ανοίξει την επίμαχη θύρα, όπως αβασίμως οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη".
Ούτε, επίσης υφίσταται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, για το λόγο ότι δεν εκτίθεται σαφώς ότι ο οδηγός ταξί δεν γνώριζε την πρόθεση της επιβάτιδος να κατέλθει από το ταξί, αφού κατά τα δεδομένα της κοινής εμπειρίας θα έπρεπε να είχε προηγηθεί η η πληρωμή του κομίστρου ταξί και στη συνέχεια η αποβίβαση.
Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως αντιφάσεις, ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβιάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, κατά τα προαναφερόμενα.
Ακολούθως, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 929 ΑΚ και ειδικότερα, ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανικανότητάς της για εργασία μετά τον τραυματισμό της και την ένδικη αξίωσή της για αποζημίωση από την αδυναμία της για καλλιέργεια ελαιοδένδρων και αμπελιού, αφού το μεν δέχθηκε ότι τουλάχιστον επί επτά μήνες μετά τον τραυματισμό της ήταν αδύνατο να αυτοεξυπηρετηθεί, το δε ότι θα είναι σε θέση να εκτελεί αγροτικές εργασίες για το ίδιο διάστημα με τη χρήση επαγγελματικών γαντιών για την προστασία της πάσχουσας περιοχής του αριστερού δείκτη.
Το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη (υπ' αριθμ. 183/2019) απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως κατά το ενδιαφέρον τμήμα της, αναφορικά με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, επακριβώς, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά το ατύχημα ο πρώτος εναγόμενος μετέφερε την ενάγουσα στο πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όπου εξετάστηκε στο Επείγον Εξωτερικό Ιατρείο της Ορθοπεδικής Κλινικής και διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συνθλιπτικό κάταγμα ονυχοφόρου φάλαγγας (αρ.) δείκτη, ημιακρωτηριασμό, βλάβη η οποία αντιμετωπίστηκε με καθαρισμό και συρραφή του θλαστικού τραύματος και για την ανάταξη και σταθεροποίηση του κατάγματος ετέθη βελόνα και της συνεστήθη η λήψη αναρρωτικής άδειας για επτά ημέρες από την ημέρα του ατυχήματος και εντεύθεν (βλ.
την από 14-12-2011 ιατρική γνωμάτευση και το υπ' αριθμ. πρωτ. .../21-12-2011 πιστοποιητικό του ως άνω νοσοκομείου). Η ενάγουσα επανεξετάστηκε στις 4-4-2012 στο εξωτερικό ιατρείο της ίδιας κλινικής, οπότε διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε φάση ομαλής πώρωσης του κατάγματος, με εγκατεστημένη δυσκαμψία εγγύς και άνω φαλαγγοφαλαγγικών αρθρώσεων λόγω ακινητοποίησης και διαταραχή αισθητικότητας δέρματος περιφερικότερα της εγγύς φαλαγγοφαλαγγικής άρθρωσης (βλ.
το με αρ. πρωτ. .../4-4-2012 πιστοποιητικό του ως άνω νοσοκομείου). Στις 28-2-2012 και στις 16-5-2012 η ενάγουσα εξετάστηκε από τον ιδιώτη χειρουργό ορθοπεδικό Γ. Β., ο οποίος διαπίστωσε ότι η μετεγχειρητική της πορεία ήταν ομαλή, με καθημερινές αλλαγές υπό αντιβιοτική αλοιφή, με αφαίρεση ραμμάτων στις 3 εβδομάδες και αφαίρεση της βελόνας συγκράτησης στον ένα μήνα, ότι η ενάγουσα έκτοτε και μέχρι την ημέρα της τελευταίας εξέτασης ακολούθησε πρόγραμμα ήπιας κινησιοθεραπείας, ωστόσο εμφανίζει σημαντική δυσκαμψία της ονυχοφόρου φάλαγγας του (αρ.) δείκτη και σημαντική υπαισθησία της ίδιας περιοχής ενώ το νύχι της εν λόγω περιοχής έχει νεκρωθεί μετά την πλήρη απόπτωσή του, δεν έχει βγει καινούργιο.
Κατά την τελευταία εξέταση στις 16-5-2012, διαπίστωσε ότι υπάρχουν μόνιμες βλάβες και αναπηρίες από την εν λόγω κάκωση, που αφορούν σημαντικού βαθμού μόνιμη δυσκαμψία και υπαισθησία της ονυχοφόρου φάλαγγας του αρ. δείκτη, που δύσκολα θα αποκατασταθεί, ότι υπάρχει οστική και δερματική απώλεια στην περιοχή της κακώσεως και ρίκνωση του δέρματος με παραμορφωτική ουλή.
Επιπλέον εκτιμά ότι η ενάγουσα θα είναι αδύνατο να εργαστεί για 6 μήνες από την ημέρα του ατυχήματος και ότι μετά το διάστημα αυτό, θα υπάρχει μόνιμη δυσλειτουργία του δείκτη της, λόγω των προαναφερθεισών σοβαρών μόνιμων επιπλοκών. Πέραν αυτών αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξετάσθηκε την 18-11-2014 από τον διορισθέντα με την υπ' αριθμ. 235/2014 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Πραγματογνώμονα Χειρουργό-Ορθοπεδικό, Γ.
Π., ο οποίος διαπίστωσε ότι η ενάγουσα εμφανίζει παραμόρφωση ονυχοφόρου φάλαγγας αριστερού δείκτη με βράχυνση συνολικού μήκους 1 εκατοστού, εμφάνιση ρικνωτικής ουλής και συνοδό απώλεια νυχιού, μεγάλου βαθμού δυσκαμψία της άπω φαλαγγοφαλαγγικής άρθρωσης. Εμφανίζει ευαισθησία κατά την ψηλάφηση της ονυχοφόρου φάλαγγας στο ύψος της κάκωσης, μη πώρωση του κατάγματος της ονυχοφόρου φάλαγγας του αριστερού δείκτη (ψευδάρθρωση).
Οι παραπάνω βλάβες θεωρούνται μόνιμες και δεν αναμένεται λόγω της φύσεως και της θέσεως της βλάβης καμία περαιτέρω βελτίωση τόσο των συμπτωμάτων όσο και της λειτουργικότητας του δείκτη. Λόγω του μόνιμου και μη αναστρέψιμου χαρακτήρα των παραπάνω βλαβών και της δυσλειτουργίας του αριστερού δείκτη η ενάγουσα αναμένεται να παρουσιάσει δυσχρησία της αριστερής άκρας χειρός ειδικά σε εργασίες που απαιτούν εξειδικευμένες και επαναλαμβανόμενες κινήσεις των δακτύλων του ενός ή και των δύο χεριών σε συντονισμό.
Ειδικότερα, ο συνδυασμός της παραμόρφωσης, της βράχυνσης και της ευαισθησίας της ονυχοφόρου φάλαγγας του αριστερού δείκτη, της δυσκαμψίας της άπω φαλαγγοφαλαγγικής άρθρωσης και της υπαισθησίας του περιφερειακού ήμισυ του αριστερού δείκτη, έχουν ως αποτέλεσμα τον μεγάλο περιορισμό του εύρους κινήσεων του αριστερού δείκτη και την αδυναμία εκ μέρους της ασθενούς ικανοποιητικού χειρισμού μηχανής ραψίματος στα πλαίσια επαγγελματικής χρήσης.
Επίσης, στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη βεβαιώθηκε ότι αναφορικά με τις αγροτικές εργασίες και στην περίπτωση που δεν απαιτούν εξειδικευμένες κινήσεις του αριστερού δείκτη, όπως είναι η καλλιέργεια και συλλογή ελαιοκάρπου και αμπέλου, πέραν της εμφανίσεως εύκολης κόπωσης της αριστερής άκρας χειρός λόγω της υπαισθησίας και ευαισθησίας του αριστερού δείκτη, μπορούν να εκτελεσθούν με μόνο περιορισμό την χρήση επαγγελματικών γαντιών για προστασία της πάσχουσας περιοχής.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι λόγω της φύσεως της αρχικής κάκωσης (ημιακρωτηριαστικό τραύμα), της θέσεως της βλάβης (ονυχοφόρος φάλαγγα) και του χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τον τραυματισμό (τρία έτη) δεν αναμένεται καμία περαιτέρω βελτίωση τόσο των συμπτωμάτων όσο και της λειτουργικότητας του αριστερού δείκτη και η κατάσταση της ενάγουσας να θεωρείται μόνιμη, ενώ προσπάθειες χειρουργικής αποκατάστασης της βλάβης με σκοπό την βελτίωση της κινητικότητας του δείκτη δεν αναμένεται να έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, διότι πρόκειται για δύσκολες τεχνικά επεμβάσεις και ειδικά, όταν εφαρμόζονται στις μικρές αρθρώσεις των δακτύλων του χεριού, συνοδεύονται αφενός από υψηλό ποσοστό μετεγχειρητικών επιπλοκών και αφετέρου έχουν αμφίβολο τελικό αποτέλεσμα μετά από μακροχρόνιο και επίμονο πρόγραμμα φυσικής αποκατάστασης που ακολουθεί την επέμβαση.
Συμπερασματικά ο ως άνω πραγματογνώμονας έκρινε ότι η βλάβη στην λειτουργικότητα του αριστερού δείκτη της ενάγουσας είναι μόνιμη με ανάλογες συνέπειες. Η ενάγουσα, λόγω της φύσης και της έκτασης του τραυματισμού της, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτή ιατρικές γνωματεύσεις σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ.
Σ .../28-9-2012 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ δυνάμει της οποίας επιδοτήθηκε από 14-12-2011 έως την 15-5-2012 από τον ασφαλιστικό της φορέα (ΙΚΑ) συνεπεία αυτού και λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας για διάστημα επτά μηνών από την ημέρα επέλευσής του (τραυματισμού) δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου.
Τις υπηρεσίες αυτές τις παρείχαν εκ περιτροπής άτομα του στενού συγγενικού της περιβάλλοντος και δη οι δύο υιοί της και η μητέρα της. Εαν αντί αυτών προσλάμβανε και απασχολούσε τρίτο πρόσωπο θα αναγκαζόταν να καταβάλλει 500 ευρώ ανά μήνα και συνολικά 3.500 ευρώ (7 μήνες Χ 500 ευρώ). Το ποσό αυτό συνιστά ζημία της ενάγουσας την οποία δικαιούται να αξιώσει κατ' άρθρο 930 παρ.3 ΑΚ...
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι λόγω του τραυματισμού της δεν ήταν σε θέση να ασκεί αγροτικές εργασίες και ειδικότερα να ασχολείται με την καλλιέργεια ελαιοδένρων και αμπέλου και τη συγκομιδή των καρπών αυτών και ότι θα αναγκαστεί να προσλαμβάνει επ' αμοιβή υποκατάστατη δύναμη δαπανώντας έως το 2028 το ποσό των 48.000 ευρώ, τούτος αποδεικνύεται ο ουσιαστικά αβάσιμος.
Και αυτό, διότι, όπως βεβαίωσε ο διορισθείς πραγματογνώμονας με την έκθεσή του, η ενάγουσα θα είναι σε θέση να εκτελεί τις ανωτέρω αγροτικές εργασίες με τη χρήση αγροτικών γαντιών για προστασία της πάσχουσας περιοχής του αριστερού δείκτη. Συνακόλουθα, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το σχετικό αγωγικό κονδύλιο εκ 48.000 ευρώ που αξιώνει η ενάγουσα ως απώλεια εισοδήματος από την αιτία αυτή." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, απεφάνθη για ανικανότητα της αναιρεσείουσας αφορώσα διαφορετικά χρονικά διαστήματα, ήτοι το μεν για αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεώς της επί επτάμηνο μετά τον τραυματισμό της, ήτοι από 14-12-2011 έως την 15-5-2012, το δε για ανικανότητα αυτής για αγροτικές εργασίες, που δεν απαιτούν εξειδικευμένες κινήσεις του αριστερού δείκτη, όπως είναι η καλλιέργεια και συλλογή ελαιοκάρπου και αμπέλου, για τα επόμενα δεκαέξι έτη ήτοι από το 2012 έως και το 2028.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το θέμα της ανικανότητας της αναιρεσείουσας για εργασία. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις, που ανάγονται στην πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και γενικά στην κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο, το οποίο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, που εκτίθεται σαφώς, στις ιατρικές γνωματεύσεις και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νομίμως διορισθέντος με την 235/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί και ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις των άρθρων 929 εδάφ.
α' και 298 ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το αν πράγματι αυτή εργαζόταν με ειδικότητα ράφτρα, πριν από το ατύχημα, ενώ επιπλέον στη συνέχεια, έκρινε αντιφάσκοντας ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι θα διατηρούσε τη θέση αυτή τόσα χρόνια στην αγορά εργασίας. Το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, επακριβώς, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Εξάλλου, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι πριν από τον τραυματισμό της εργαζόταν ως υπάλληλος στο επί της οδού ...
στην ... κατάστημα "..." ασχολούμενη με την προσαρμογή των προς πώληση ετοίμων ενδυμάτων στις διαστάσεις των αγοραστών με μηνιαίο μισθό 500 ευρώ, παράλληλα αναλάμβανε και ιδιωτικές εργασίες ραφής και επιδιόρθωσης ενδυμάτων με μέσο μηνιαίο εισόδημα 900 ευρώ και ότι, λόγω του τραυματισμού της, περιήλθε σε αδυναμία άσκησης της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός της, για τα επόμενα 18 έτη και ότι πρόκειται να απολέσει το ποσό των 302.400 (18 έτη Χ16.800 ετήσιο εισόδημα) ευρώ, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε αν δεν τραυματιζόταν.
Ο ισχυρισμός της ότι πριν από το ατύχημα εργαζόταν ως υπάλληλος στην προαναφερόμενη επιχείρηση και παράλληλα ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα (επιδιορθώσεις ενδυμάτων) αποκομίζοντας από τις δραστηριότητες αυτές εισόδημα 1.400 (500+900) ευρώ το μήνα και ότι με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβολυσε ο τραυματισμός της, θα μπορούσε να εργάζεται ως ράφτρα τα επόμενα 18 έτη με μηνιαίες αποδοχές 1400 ευρώ, κερδίζοντας αντίστοιχα εισόδημα, δεν αποδεικνύεται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο και για το λόγο αυτό είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα, η υπέρ του ισχυρισμού αυτού κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, η οποία στηρίζει τη γνώση της σχετικά με την επαγγελματική δραστηριότητα της ενάγουσας - μητέρας της και τον πορισμό εισοδημάτων από αυτή σε όσα τελευταία της έχει πει, δεν κρίνεται ασφαλής και αξιόπιστη, αφού δεν επιβεβαιώνεται από άλλα στοιχεία (έγγραφα).
Ενώ μόνο οι δύο εξοφλητικές αποδείξεις της μισθοδοσίας της εταιρείας "..." των μηνών Αυγούστου και Οκτωβρίου 2011 βάσει των οποίων η ενάγουσα εμφαίνεται ως εργαζόμενη στην εν λόγω εταιρεία με ειδικότητα ράφτρα και μηνιαίες αποδοχές 515,31 ευρώ και ένα αντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος του οικονομικού έτους 2011 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-2010 έως την 31-1-2010) στο οποίο η τελευταία εμφαίνεται να δηλώνει εισοδήματα από "μισθωτές υπηρεσίες" δεν επαρκούν για τη θεμελίωση της απαιτούμενης δικανικής πεποίθησης και την ευδοκίμηση του εν λόγω ισχυρισμού.
Άλλωστε, η κρίση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν προσκομίζει βεβαίωση της Εργοδότριας Εταιρείας που την απασχολούσε ούτε φορολογικές δηλώσεις των προηγούμενων χρόνων το περιεχόμενο των οποίων θα λαμβανόταν ως βάση για τον προσδιορισμό των εισοδημάτων της από την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος για τον μεταγενέστερο (κρίσιμο στην υπόθεση) χρόνο.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως λαμβάνοντας υπόψη την υπάρχουσα οικονομική κρίση, την εν γένει κατάσταση της αγοράς εργασίας στον ιδιωτικό τομέα με τους χιλιάδες ανέργους, τις επαγγελματικές ικανότητες της ενάγουσας και την ηλικία της (γεν. 1963), δεν πιθανολογείται ότι θα μπορούσε να διατηρήσει τόσα χρόνια μια τέτοια θέση στην αγορά εργασίας.
Συνακόλουθα, απορριπτέο ως αβάσιμο είναι και το αγωγικό κονδύλιο εκ 302.400 ευρώ που η ενάγουσα αξιώνει ως απώλεια εισοδήματος από τις παραπάνω αιτίες." Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως που πλήττει το συγκεκριμένο κεφάλαιο της αποφάσεως, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον, υπό την επίκληση των αιτιάσεων αυτών, πλήττεται η εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη πιθανότητας για την ύπαρξη του επικαλούμενου με την αγωγή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, διαφυγόντος κέρδους της αναιρεσείουσας, ως υπαλλήλου (ράφτρας) και ελεύθερου επαγγελματία (επιδιορθώσεις ενδυμάτων), η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις (που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών) για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Πρέπει επομένως, ν'απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τα προαναφερόμενα.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...".
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1414/2019, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1414/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του.
Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας. Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς τα κεφάλαια της επιδίκασης του εύλογου χρηματικού ποσού, κατ' άρθρ. 931 ΑΚ και της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρ. 932 του ίδιου Κώδικα: " Ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της δεύτερης εναγομένης στην πρόκληση του ατυχήματος, της φύσης και της έκτασης της σωματικής βλάβης της ενάγουσας, του σωματικού άλγους και της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε, των μόνιμων βλαβών που εντοπίζονται αναφορικά με τη λειτουργία του αριστερού δείκτη της αριστερής άκρας χειρός, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση (με αριθμό 301/2016) επιδίκασε στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 4.000 ευρώ, έσφαλε και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας να γίνει εν μέρει δεκτός και ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής λόγος της έφεσης της δεύτερης εναγομένης.
Τέλος, όσον αφορά στην παραμόρφωση και τις λοιπές βλάβες που σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης εντοπίζονται στον αριστερό δείκτη της αριστερής άκρας χειρός της ενάγουσας, δεν προέκυψε η δυσμενής επιρροή αυτών στην κοινωνική και οικονομική εξέλιξη του προσώπου της υπό την έννοια ότι θα επιδράσει δυσμενώς στις μελλοντικές κοινωνικές και λοιπές συναναστροφές της και στην εν γένει κοινωνική και οικονομική της εξέλιξη, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ήδη έγγαμη, με δύο τέκνα και μέσω του γάμου που είχε τελέσει και της οικογένειας που είχε δημιουργήσει, είχε καταλάβει τη θέση της στην κοινωνία.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το σχετικό κονδύλιο που αξιώνει η ενάγουσα ως αποζημίωση κατ'άρθρο 931 ΑΚ. ". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει, ως προς την αναιρεσείουσα τη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο ως άνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το επιδικασθέν ποσό των 5.000 ευρώ, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός τέταρτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 25 παρ.1 του Συντάγματος, επιδίκασε σε αυτήν εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό της, το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο όμως, είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό του.
Τέλος, έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, όσον αφορά την απορρέουσα απ' αυτή αυτοτελής αξίωση για ιδιαίτερη χρηματική παροχή από το παραπάνω άρθρο, η οποία επιδικάζεται όχι μόνο όταν προκαλείται στον παθόντα περιουσιακή ζημία, λόγω αδυναμίας πορισμού οικονομικών ωφελημάτων, αλλά και όταν η αναπηρία ή η παραμόρφωση έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή εξέλιξη αυτού (παθόντα).
Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία, δεχόμενο ότι η σωματική βλάβη της ενάγουσας, ήταν δευτερεύουσας σημασίας και δεν θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς το μέλλον της και την οικονομική και κοινωνική της ζωή. Επομένως, και ο τελευταίος, πέμπτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη. Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρασταθεισών δεύτερης και τρίτης αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο λόγω της ήττας της κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 27/2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 183/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ