Legislator Case Law & Legislation
1531/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against hospital negligence verdict due to insufficient grounds and improper evidentiary review.

Case Number 1531/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the widow and daughter against a second-instance court ruling that found them liable for medical negligence. The appellants argued the lower court failed to consider all evidence, including a settlement attempt and an alleged out-of-court admission, and improperly evaluated witness testimony. The court held that the lower court's assessment of evidence was within its discretion and that the appellants' claims regarding ignored evidence lacked legal basis and proper procedural foundation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 19, Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's re-evaluation of evidence is not manifestly erroneous and the appellant fails to demonstrate that specific facts were ignored without legal justification.

Keywords

AI generated
medical negligence liability appeal admissibility evidence re-evaluation manifest error standard out-of-court admission court costs award procedural grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 180 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP.26/2004
OL. AP.24/1992
AP.463/2004
AP.15/2001
AP.1047/1992
AP.427/1993
AP.70/2008
Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored planning zone facts as they are not legal 'things' under Civil Procedure Code.
OL. AP.30/1997
OL. AP.9/2000
OL. AP.23/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1531/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Μ. χήρας Ι. Κ., το γένος Ν. Ε., κατοίκου ... και 2. Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραγεωργάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάρκο Παπαζήση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39638/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 442/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31-8-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για προβαλλόμενη από μέρος του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου Νοσοκομειακού Ιδρύματος αδικοπραξία, την οποία τέλεσαν σε βάρος του οι ήδη αναιρεσείουσες.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός συντρέχει, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά νόμον, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ. Α.Π.26/2004, Ολ. Α.Π.24/1992, Α.Π.463/2004, Α.Π.15/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης..., των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο πρώτος εναγόμενος ήταν υπάλληλος του ενάγοντος, επιφορτισμένος με την είσπραξη από τις τράπεζες για λογαριασμό αυτού των εμβασμάτων των ασφαλιστικών ταμείων και την εν συνεχεία άμεση κατάθεση των αντίστοιχων χρηματικών ποσών στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, αφού προηγουμένως συνέτασσε το σχετικό διπλότυπο γραμμάτιο είσπραξης του οποίου ένα αντίτυπο είχε την υποχρέωση να παραδίδει στο Γραφείο Νοσηλειών του Νοσοκομείου, ενώ το άλλο αντίτυπο είχε την υποχρέωση να παραδίδει στο Οικονομικό Τμήμα του Νοσοκομείου.

Όμως ο πρώτος εναγόμενος εξέδιδε με τον ίδιο αύξοντα αριθμό, δύο πρωτότυπα γραμμάτια είσπραξης, αντί του ενός διπλοτύπου, και στο γραμμάτιο που παρέδιδε στο τμήμα Νοσηλειών ανέγραφε το ακριβές ποσό που πραγματικά είχε εισπράξει, αλλά στο γραμμάτιο που παρέδιδε στο Οικονομικό Τμήμα, ανέγραφε ποσό μικρότερο του πραγματικά εισπραχθέντος με αιτιολογία εικονική.

Με τον τρόπο αυτό, ο πρώτος εναγόμενος πετύχαινε στο Γραφείο Νοσηλειών, που τηρούσε τις κάρτες των ασφαλιστικών ταμείων να εμφανίζεται ταύτιση των δοσοληψιών, δηλ. τα ποσά των εμβασμάτων των ασφαλιστικών ταμείων συνέπιπταν με τα γραμμάτια είσπραξης που εξέδιδε ο ίδιος πρώτος εναγόμενος, ενώ στο Οικονομικό Τμήμα να εμφανίζεται επίσης ταύτιση των δοσοληψιών, μεταξύ των ποσών που αναγραφόταν στα εικονικά γραμμάτια είσπραξης που εξέδιδε αυτός, και στα ποσά που κατέθετε στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό υπέρ του ενάγοντος νοσοκομείου.

Με τον προεκτεθέντα τρόπο, και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι δύο υπηρεσίες του ενάγοντος (Τμήμα Νοσηλειών και Οικονομικό Τμήμα) δεν πραγματοποιούσαν αντιπαραβολή των γραμματίων, ιδιοποιήθηκε παράνομα, τα χρηματικά ποσά που με τον ανωτέρω τρόπο περιήλθαν στην κατοχή του και συγκεκριμένα κατά τους παρακάτω χρόνους ιδιοποιήθηκε....

από την υπηρεσία του συνολικά το ποσό των 132.223.290 δραχμών και ήδη το ποσό των 388.036 ευρώ. Η ανωτέρω παράνομη δραστηριότητα του διήρκεσε, επί τρία χρόνια, από τον Αύγουστο του 1996 μέχρι τον Αύγουστο του 1999, οπότε και μετακινήθηκε από το ταμείο στο λογιστήριο του ενάγοντος. Τον Αύγουστο του έτους 2001, ανακαλύφθηκε από τους προϊσταμένους του ότι είχε πλαστογραφήσει επιταγές, οπότε με την αποκάλυψη αυτού του γεγονότος διατάχθηκε γενικός διαχειριστικός έλεγχος των παρελθόντων ετών, και έτσι αποκαλύφθηκε η ανωτέρω παράνομη δραστηριότητά του.

Το πόρισμα του ελέγχου διαβιβάστηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ο οποίος άσκησε εναντίον του πρώτου εναγόμενου ποινική δίωξη μεταξύ άλλων και για υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη για την οποία καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 710-711/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε ποινή κάθειρξης 10 ετών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος με την από 17-3-2005 επιστολή του προς το ενάγον αποδέχεται ότι τέλεσε τις άνω αξιόποινες πράξεις σε βάρος του ενάγοντος αλλά και ότι την ανωτέρω παράνομη δραστηριότητά του τη γνώριζαν η δεύτερη εναγομένη με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό ήδη από το έτος 1995, καθώς και η τρίτη εναγομένη, κόρη της δεύτερης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 12-5-1997 ο πρώτος εναγόμενος απέκτησε από κοινού με τη δεύτερη των εναγομένων, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σκύδρας Γεωργίας Κεχαγιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ένα οικόπεδο που βρίσκεται στην περιοχή της Κοινότητας .., αντί τιμήματος 7.400.000 δρχ, το οποίο, όπως και ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος ομολόγησε στην από 11-3-2005 επιστολή του προς το ενάγον, καταβλήθηκε από τα ποσά της υπεξαίρεσης, το ποσό δε που αντιστοιχούσε στο εξ αδιαιρέτου μερίδιο της δεύτερης των εναγομένων, των 3.700.000 δραχμών καταβλήθηκε επίσης από τα υπεξαιρεθέντα χρήματα υπό την μορφή δωρεάς του πρώτου εναγόμενου προς αυτήν.

Μετά την αγορά του οικοπέδου, και δυνάμει της με αριθμό 18/1998 οικοδομικής αδείας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πέλλας, ο πρώτος εναγόμενος, επίσης με τα χρήματα που αποκόμισε από τις υπεξαιρέσεις, ανήγειρε εντός του ανωτέρω οικοπέδου πολυτελή διώροφη κατοικία, εμβαδού 116,57 τμ, διαμορφώνοντας και τον περιβάλλοντα χώρο αυτής πολυτελώς, κατασκευάζοντας ακόμα και πισίνα.

Η όλη δαπάνη για την αγορά του οικοπέδου και την κατασκευή της ανωτέρω κατοικίας μαζί με .τον περιβάλλοντα χώρο αυτής, ανήλθε στο ποσό των 300.000 ευρώ, ποσό το οποίο εξ ολοκλήρου καταβλήθηκε, όπως και ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος ομολογεί στην από 11-3-2005 προαναφερθείσα επιστολή του, από τα χρήματα της υπεξαίρεσης.

Η ως άνω κατοικία ανήκε κατά ποσοστό 1/2 αδιαιρέτου και στην δεύτερη των εναγομένων, η οποία λόγω της ανωτέρω σχέσης της με τον πρώτο των εναγομένων, γνώριζε ότι τα χρήματα με τα οποία αγοράστηκε το οικόπεδο και κτίστηκε η κατοικία εντός αυτού, προέρχονταν από τα χρήματα της υπεξαίρεσης. Από το ανωτέρω ποσό των 300.000 ευρώ το ήμισυ αυτού, ήτοι 150.000 ευρώ, αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο της δεύτερης εναγόμενης, η οποία γνώριζε ότι τα χρήματα για την αγορά και την ανέγερση του προήρχοντο από τις άνω αξιόποινες πράξεις του πρώτου εναγομένου, παρόλα αυτά αποδέχθηκε να περιέλθει αυτό στην συγκυριότητά της, χωρίς να καταβάλει κάποιο αντάλλαγμα, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τον πρώτο εναγόμενο, στη διατήρηση της ζημίας που είχε υποστεί το ενάγον από την ανωτέρω παράνομη δραστηριότητά του, με την έννοια της αδυναμίας αναζητήσεως από το ενάγον του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, με συνέπεια να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδοχής και της ζημίας που έχει υποστεί από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη το ενάγον, οπότε και καθίσταται υπόχρεη προς αποζημίωσή του, λόγω αδικοπραξίας.

Ενόψει αυτών, πρέπει να υποχρεωθεί να αποκαταστήσει την ζημία αυτού, με την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 150.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση. Στη συνέχεια, μετά τον Αύγουστο του 2001 και την ανακάλυψη από το ενάγον της παράνομης δραστηριότητας του πρώτου εναγόμενου σε βάρος της περιουσίας του, και συγκεκριμένα στις 10 Νοεμβρίου 2001, δυνάμει του με αριθμό .../2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Σαφραλή Μαρμαρίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Κασσάνδρας, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε με πώληση, στην τρίτη εναγόμενη, θυγατέρα της δεύτερης εναγόμενης, κατά πλήρη κυριότητα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου, μίας αυτοτελούς και διηρημένης οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο, με στοιχείο "2", εμβαδού καθαρού 37,60 τ.μ.

με αναλογία στο οικόπεδο 6,28%, που βρίσκεται στην οικοδομή με αριθμό "1" κτισμένη σε οικόπεδο του οικισμού ... του Δήμου …Ως τίμημα της σύμβασης αυτής φέρεται με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο το ποσό της αντικειμενικής αξίας αυτού των 4.000.000 δραχμών, ολοσχερώς καταβεβλημένο. Επίσης στις 17-11-2001 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2001 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σκύδρας Θωμά Γιάτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στην τρίτη εναγομένη κατά πλήρη κυριότητα το ιδανικό μερίδιό του (50%) στο αναφερόμενο παραπάνω ακίνητο του στο .., με φερόμενο τίμημα το ποσό των 7.339.817 δρχ., ολοσχερώς καταβεβλημένο.

Από τα ανωτέρω όμως αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η πραγματική αξία των άνω ιδανικών μεριδίων που μεταβιβάσθηκαν στην τρίτη εναγομένη ήταν 60.000 και 150.000 ευρώ αντίστοιχα. Η τρίτη εναγόμενη... γνώριζε, ότι τα ανωτέρω ακίνητα τα είχε αποκτήσει αυτός με τα χρήματα που είχε υπεξαιρέσει από την περιουσία του ενάγοντος και συνεπώς με το να δεχθεί να αποκτήσει και αυτή με τη σειρά της, χωρίς αξιόχρεο αντάλλαγμα, το 1/2 αδιαιρέτου επ' αυτών, βοήθησε τον πρώτο εναγόμενο, να διατηρήσει την ζημία την οποία είχε υποστεί το ενάγον, από την πράξη της υπεξαίρεσης, με συνεπεία να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδοχής και της ζημίας που έχει υποστεί από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη το ενάγον, οπότε και καθίσταται υπόχρεη προς αποζημίωσή του, λόγω αδικοπραξίας.

Ενόψει αυτών, πρέπει να υποχρεωθεί να αποκαταστήσει τη ζημία αυτού, με την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 210.000 (60.000 - 150.000) ευρώ με τον νόμιμο τόκο, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση. Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων το ενάγον υπέστη βλάβη στο κύρος και στη φήμη του ως δημοσίου νοσοκομείου, αφού έγινε γνωστό σε ευρύ κοινό, κυρίως λόγω του ότι είχε και ποινικές διαστάσεις η υπόθεση, ότι υπάλληλος του ταμείου του υπεξαίρεσε ένα αρκετά, μεγάλο ποσό, προξενώντας σ' αυτό ζημία την οποία με τη βοήθεια των λοιπών εναγομένων τη διατήρησε, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει εικόνα, τουλάχιστον η οικονομική του υπηρεσία, κακής λειτουργίας και οργάνωσης και πλημμελούς ελέγχου.

Συνεπώς, ανακύπτει εις ολόκληρο ευθύνη των εναγομένων, για την αποκατάσταση και της ηθικής βλάβης που υπέστη το ενάγον. Ενόψει δε των ανωτέρω αποδειχθέντων και λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων (δόλος), του είδους της προσβολής, της έκτασης της ζημίας και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, πρέπει να υποχρεωθούν οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, εις ολόκληρον η καθεμία και με τον πρώτο των εναγομένων, να καταβάλουν στο ενάγον για την άνω αιτία το εύλογο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ η κάθε μία".

Με τις παραπάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε, επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν, χωρίς αμφιβολία το διατακτικό της. Ειδικότερα: α) Οι αναιρεσείουσες ως προς το ακίνητο στο ... του Νομού …αναφέρουν, πως υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας, αφού δεν μνημονεύονται στην απόφαση του Εφετείου τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, ότι το ακίνητο αυτό προήλθε από χρήματα που υπεξήγαγε ο αρχικά εναγόμενος Κ.

Τ. από το αναιρεσίβλητο. Όμως κατά τα προπαρατεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με σειρά λογικών σκέψεων, συναφών αιτιολογιών και μη αντιφατικών παραδοχών, άγεται στο ποιο πάνω, μη ελεγχόμενο από το παρόν Δικαστήριο, αποδεικτικό πόρισμα το ότι δεν αναφέρονται εκτενώς, τα περιστατικά, που, κατά την εκτίμηση των αναρεσειουσών, έπρεπε να αναφερθούν τα οποία, άλλωστε, δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη παραδοχή, αφού δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται αναλυτικά, η εκτίμηση των αποδείξεων, και, πως, για κάθε συγκεκριμένη παραδοχή του, για την ουσία της υπόθεσης, το δικαστήριο συνήγαγε το ανάλογο συμπέρασμα, με αναφορά λεπτομερή και αναλυτική σε κάθε αποδεικτικό στοιχείο, αφού στην κρινόμενη υπόθεση υπάρχει σαφές συμπέρασμα.

Άλλωστε, γίνεται στην απόφαση σαφής λόγος για γνώση από τις αναιρεσείουσες, της αδικοπραξίας του πιο πάνω, αρχικού διαδίκου και για αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπεξαίρεσης, της αποδοχής του προϊόντος αυτής και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, β) ασαφής, ελλειπτική ή αντιφατική αιτιολογία, δεν υπάρχει, επίσης, ως προς το προβαλλόμενο θέμα του μη προσδιορισμού του τρόπου της θετικής ζημίας, δηλαδή της αξίας των πιο πάνω ακινήτων και τον χρόνο υπολογισμού της ζημίας, το ύψος της ζημίας, πως αυτή αξιολογείται και αν ταυτίζεται ή όχι με την αξία των ακινήτων.

Τούτο, αποτελεί ζήτημα ουσίας, μη ελεγχόμενο εν προκειμένω. Ο χρόνος της ζημίας αναφέρεται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, αφού γίνεται αναφορά στα σ' αυτή μνημονευόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα. Το αν οι αναιρεσείουσες, περαιτέρω, θεωρούν πως ο υπολογισμός της ζημίας, η αποτίμηση της αξίας του οικοπέδου στην περιοχή " ..., και ο υπολογισμός της αξίας της ανεγερθείσας σ' αυτό οικίας δεν είναι ορθός.

Αυτό, επίσης, ανάγεται στην περί την ουσία κρίση του Εφετείου. Ο έλεγχος του, υποτιθέμενου και εκτιμώμενου από τις αναιρεσείουσες τρόπου υπολογισμού της αξίας των ακινήτων, και η παρατιθέμενη, διαφορετική εκτίμηση αυτών (διαδίκων), δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας, ή ασάφειας αυτής, αλλά επανεκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον μάλιστα γίνεται αναφορά σε αποσπάσματα μαρτυρικών καταθέσεων, επανεκτίμηση τούτων και εξαγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος αντίθετου προς τις, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στις ίδιες παραδοχές αναφέρεται και: α) Η συμβιβαστική πρόταση που έγινε προς το αναιρεσίβλητο, β) η περιγραφή του τρόπου ζωής του Ν. Τ., η φυγοδικία του στις ΗΠΑ και η εκτίμηση της πολυδάπανης διαβίωσής του σε σχέση με το υπεξαιρεθέν ποσό, γ) το ότι η αξία των δύο ακινήτων (εμπορική προδήλως), είναι μεγαλύτερη του υπεξαιρεθέντος ποσού, δεν αποτελεί αντιφατική αιτιολογία, εν όψει των προεκτεθέντων, δ) το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβη, το οποίο επιδικασε, υπέρ του αναιρεσίβλητου το Εφετείο, είναι ανέλεγκτο από τον Άρειο Πάγο, αφού δεν προκύπτει, ούτε αναλύεται ειδικώς πως υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας (σχ.

Α.Π.196/2007, Α.Π.634/2007, Α.Π.1485/2005, Α.Π.132/2006, Α.Π.674/2004, Α.Π.1255/2007). Κατά ταύτα, οι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι προβάλουν τα αντίθετα, και προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους με την, από τον οφειλέτη, απολλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικά, από τα άρθρα 939 επ. του Α.Κ., δεν αποτελεί και αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ γιατί, είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, εφ' όσον απαγορεύεται, ως συνέπειά της, όμως, τάσσεται με το νόμο, όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης.

Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση εκπληρώνει την αντικειμενική υπόστασή του, κατ' άρθρον 397 Π.Κ. εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη. Μόνο όταν ο οφειλέτης τελεί, το υπαλλακτικώς μικτό και αποβλέπον στην προστασία και του ατομικού συμφέροντος έγκλημα του άρθρου 397 Π.Κ.

με τους προβλεπόμενους με αυτό άλλους, εκτός από την απαλλοτριωτική πράξη τρόπους, οπότε δεν ανακύπτει η περίπτωση διάρρηξης, τίθεται, ενδεχόμενα, ζήτημα αποζημίωσης (Α.Π. 84/2004). Αδικοπραξία, όμως αποτελεί, η προβλεπόμενη από το άρθρο 394 Π.Κ. αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, η τέλεση της οποίας συνεπάγεται υποχρέωση αποζημίωσης.

Άλλωστε, προστατευόμενο αγαθό στην καταδολίευση είναι η προστασία του δικαιώματος του δανειστή από την κακόπιστη δράση του οφειλέτη, που επιζητεί τη ματαίωση της ικανοποίησής του (Ηλ. Γάφος. Ποιν. Δίκαιο τ.Ζ' 23), ενώ, στην αποδοχή προστατευόμενο αγαθό είναι η περιουσία (βλ. και Α.Π.413/1979, Α.Π.1118/1986 και Α.Π.1747/1987).

Η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε, πως δεν τελέστηκε αδικοπραξία με βάση την καταδολίευση δανειστών εστίασε την υπαιτιότητα των αναιρεσειουσών, στα πλαίσια των οριζόμενων στην διάταξη του άρθρου 394 Π.Κ. (σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 297, 298 Α.Κ.). Οι σκέψεις και οι παραδοχές, σχετικά, της εφετειακής απόφασης διαλαμβάνουν, όπως προπαρατέθηκαν, όλα τα από τις πιο πάνω διατάξεις απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειουσών.

Οι τελευταίες, με επανεκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων, θεωρούν πως, ειδικά, για την δεύτερη εξ αυτών, η απόφαση "κατέφυγε στο άρθρο 394 παρ. 1 Π.Κ.", χωρίς τούτο να προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά. Όμως, τα ανέλεγκτα κριθέντα από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούν, ήδη, να επανεκτιμηθούν, με σύγκριση, εκ νέου, αποδεικτικών στοιχείων, συμβολαίων, επανεκτίμηση μαρτυρικών καταθέσεων, επαναξιολόγηση της αξίας των ακινήτων, σύνδεση ή μη τούτων με αδικοπρακτικές ή μη συμπεριφορές των διαδίκων αυτών, ώστε να κριθεί η μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων στα πλαίσια μάλιστα της θεσπιζόμενης από το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

απαγόρευσης. Άρα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με τα σ' αυτή διαλαμβανόμενα, ουδόλως παραβίασε ή δεν εφήρμοσε σωστά τις πιο πάνω διατάξεις, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. που αποδίδεται σ' αυτή, είναι αβάσιμος.

IV. Κατά την έννοιαν του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση των ασκούμενου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. Α.Π.3/1993, Α.Π.1530/2001, Α.Π.511/2003, Α.Π.1255/2004). "Πράγματα" είναι, επίσης, οι λόγοι της έφεσης (Ολ. Α.Π.11/1996) υπό την προϋπόθεση του παραδεκτού τους (Α.Π.1000/2005, Α.Π.66/1999).

Στην παρούσα περίπτωση, οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ακόμη, ότι: α) Εσφαλμένα το Εφετείο, ως προς το διαμέρισμα της …δέχτηκε, πως αυτό αποκτήθηκε από τα υπεξαιρεθέντα χρήματα, αφού ουδόλως αναγράφεται, ούτε προτάθηκε κάτι σχετικό στην αγωγή του αναιρεσίβλητου, β) η αγωγή ήταν αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονταν ο τρόπος υπολογισμού της αξίας των ακινήτων (αντικειμενικός προσδιορισμός ή εμπορική αξία), γ) είχε προταθεί, η από το άρθρο 281 Α.Κ.

ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, η οποία δεν εξετάστηκε. Επ' αυτών πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ι) Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει, πως υπάρχει σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ως προς το ακίνητο της .., εφ' όσον (σελ. 25 της αγωγής) αναφέρεται πως και η τότε, τρίτη, εναγόμενη, και ως προς το διαμέρισμα της .., οφείλει αποζημίωση για τις διαδοχικές υπεξαιρέσεις του Κ.

Τ. και την "... αποδοχή προϊόντων εγκλήματος...", β) η αγωγή, ως αγωγή από αδικοπραξία, περιέχει άπαντα τα απαιτούμενα στοιχεία, δηλαδή την αδικοπρακτική συμπεριφορά, υπαιτιότητα των εναγομένων και ύψος αποζημίωσης που ζητείται. Το πώς προκύπτει το ύψος της ζημίας, και πως, θα υπολογιστεί με ακρίβεια, αφορά την, ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνακόλουθα, ουδόλως ήταν αόριστη η ένδικη αγωγή και ορθώς το Εφετείο, δεν έκρινε σχετικά, γ) οι αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι, "ενώπιον του Εφετείου προτείναμε παραδεκτά και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ...". Όμως, το σχετικό παράπονο των αναιρεσειουσών εκτίθεται εντελώς, αόριστα, εφ' όσον τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης, σχετικά (μακροχρόνια αδράνεια του αναιρεσίβλητου, επί τέσσερα έτη, δυσκολία στην προσκόμιση αποδείξεων) δεν συνιστούν νόμιμη προβολή της από το άρθρο 281 Α.Κ.

ένστασης, και, συνακόλουθα, δεν ασκούσε αυτή ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, οι τρίτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι υποστηρίζουν τα αντίθετα και προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι επίσης αβάσιμοι.

V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχτηκε αυτοτελείς ισχυρισμούς, χωρίς απόδειξη, ή, όταν δεν εκθέτει καθόλου, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π.379/2006).

Δεν ιδρύεται, όμως, αν με την εκτίμηση των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων, κατέληξε σε εσφαλμένη, περί των πραγμάτων κρίση, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.356/2002). Δεν είναι, ωσαύτως, ανάγκη, να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στηρίζεται καθεμιά από τις πραγματικές παραδοχές (Α.Π.1614/2002, Α.Π.259/2007).

Οι αναιρεσείουσες εκθέτουν, ήδη, ότι: α) Οι ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου, ως προς το διαμέρισμα της .., ήταν αναπόδεικτοι, και αναφέρονται, ως προς αυτό, σε έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία, β) η αξία των ακινήτων, ήταν μεγαλύτερη από το υπεξαιρεθέν ποσό, γ) κακώς η απόφαση του Εφετείου κατέληξε στην διατυπωθείσα ουσιαστική κρίση της, αφού τα όσα δέχτηκε δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Αυτά, όμως, δεν συνιστούν το πραγματικό του παραπάνω αναιρετικού λόγου, εφ' όσον: 1) Το Εφετείο, κατά τα παραπάνω, αναφέρει ρητά τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε, 2) η προβαλλόμενη, ως εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του, δεν ελέγχεται αναιρετικά και 3) η διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση των αναιρεσειουσών, δεν έχει την έννοια και της μη ύπαρξης αποδείξεων, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά ταύτα, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης που προσάπτει στην απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.

VI. Η από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια υπάρχει, πλην άλλων, και αν το δικαστήριο έλαβε, υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ καθιδρύεται αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 12, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο τελευταίος, αυτός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτά, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει το δικαίωμα από το νόμο (άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (Α.Π.17/2003, Α.Π.150/2003).

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες εκθέτουν, πως το Εφετείο, για να υπολογίσει την αξία των επίδικων ακινήτων, έλαβε, παράτυπα, υπ' οψιν μαρτυρικές καταθέσεις και μάλιστα εναντίον των όσων αναφέρονται στα μνημονευόμενα στην απόφαση συμβολαιογραφικό έγγραφο, μη προσκομιζόμενα στην παρούσα διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης (παράβαση διατάξεων των άρθρων 343 παρ. 2, 394, 438, 441 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προσδίδοντας μάλιστα στις μαρτυρικές καταθέσεις, παράτυπα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, έναντι των πιο πάνω εγγράφων.

Και, βέβαια, τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, αποτελούν δημόσια έγγραφα (Α.Π.488/1977), τα γεγονότα, όμως, που αναφέρονται σ' αυτά αποτελούν, πλήρη απόδειξη, εφ' όσον βεβαιώνεται ότι έγιναν από τον συντάκτη του εγγράφου ή ενώπιόν του (Α.Π.47/2003, Α.Π.796/2006, Α.Π.11/2004, Α.Π.1108/1991, Α.Π.572/1979 βλ. ειδικά για την δικαιοπραξία, κατ' άρθρο 441 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

και Α.Π.239/1977). Επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη, ως προς το ύψος και τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, αν υπάρχει δήλωση πως το τίμημα κατεβλήθη εν όλω ή εν μέρει εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, και με μάρτυρες, χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 394 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και χωρίς την προσβολή του εγγράφου, ως πλαστού (Α.Π.848/1992).

Και τούτο, διότι, ο συμβολαιογράφος, στην περίπτωση αυτή, δεν ήταν αρμόδιος να ελέγξει την ακρίβεια των δηλώσεων (Α.Π. 848/1992). Πρόκειται, δηλαδή, για τα αναφερόμενα "αφηγηματικά" στο έγγραφο (πρβλ και Α.Π.195/1995, Α.Π. 1628/1997). Οι αναιρεσείουσες, δεν εκθέτουν, τι ακριβώς διαλαμβάνεται στα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δηλαδή, αν το τίμημα κατεβλήθη ολικά ή ενώπιον του Συμβολαιογράφου, ή εκτός του Γραφείου του, ώστε να κριθεί, η νομιμότης ή μη του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

Ούτε εκθέτουν, πως τα ήδη υπ' αυτών υποστηριζόμενα, επικαλέστηκαν νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, και μάλιστα, ότι επικαλέστηκαν νόμιμα στο δικαστήριο αυτό τα περιστατικά εκείνα που το υποχρέωναν να μη λάβει υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, εφ' όσον δεν συντρέχει, εν προκειμένω, περίπτωση της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.1047/1992, Α.Π.427/1993).

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νόμιμα λήφθηκαν υπ' όψιν τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, και ουδόλως προσδόθηκε σε κάποια αποδεικτικά μέσα, αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι άλλων, κατά τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Συνακόλουθα, οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης που προσάπτουν στην εφετειακή απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθούν για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

VII. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προπαρατέθηκε, έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε, όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, για τη συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος. Η επανεκτίμηση των μαρτυρικών αποδείξεων, που επιχειρούν και παραθέτουν στο αναιρετήριο οι αναιρεσείουσες, προκειμένου να εξαχθεί, το, κατ' αυτές, ορθό αποδεικτικό συμπέρασμα, δεν επιτρέπει, αυτό και μόνο, την αποδοχή του αναιρετικού ισχυρισμού για μη λήψη υπ' όψη όλων των αποδεικτικών στοιχείων.

Το ότι δεν εκτιμήθηκε η απόπειρα συμβιβασμού, και η, κατά τις αναιρεσείουσες, "εξώδικη ομολογία" του αναιρεσίβλητου, η οποία οριοθετείται ως τοιαύτη, σε σχέση και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν συνιστά πρόδηλα, αποδοχή ισχυρισμού χωρίς απόδειξη, και δη εκείνου για την αξία των ακινήτων. Οι αναιρεσείουσες βασίζουν τον σχετικό ισχυρισμό τους σε αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων που αυτές προσήγαγαν και εκτιμούν, πράγμα, όμως, που αποκλείεται (άρθρ. 561 παρ. 1Κ.Πολ.Δ.) από τον αναιρετικό έλεγχο.

Άλλωστε, δεν εκθέτουν, πως έγινε από μέρους τους επίκληση της ομολογίας (κατ' αυτές), σαφής και ορισμένη, η οποία, παρά ταύτα, αγνοήθηκε, ούτε ότι το είχαν επικαλεσθεί και οι ίδιες, (Α.Π.70/2008 βλ. και Ολ. Α.Π.30/1997 και Ολ. Α.Π.9/2000, Ολ. Α.Π.23/2008). Το αν δε ο μάρτυς αναφέρθηκε σε πληροφορίες που είχε από τρίτους (ειδικούς), που δεν προσκομίστηκαν, δεν έχει πρόδηλα την έννοια, πως αυτές λήφθηκαν υπ' όψιν χωρίς να προσκομιστούν.

Κατά ταύτα, ο τα αντίθετα εκθέτων ένατος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την απόφαση του Εφετείου για τις από το άρθρο 559 αρ. 10 και 11 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. του οποίου η δικαστική εκπροσώπηση δεν έλαβε χώρα μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και το οποίο κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-8-2009 αίτηση των Μ. χήρας Ι. Κ. και Α. Κ. προς αναίρεση της με αριθμό 442/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ