Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague admissibility and inadmissible appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the spouses against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued for admissibility based on procedural defects and raised substantive claims regarding a pre-contractual agreement and facts accepted without proof. The court rejected the appeal because the admissibility arguments were procedurally flawed and the substantive appeal arguments were deemed vague and inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577, 559 §10, 495 §3, 176, 183, 191 §2 of the Civil Procedure Code; An appeal must be admissible and substantiated, and vague arguments regarding facts accepted without proof are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1525 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1525/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Γ. Κ. του Π. και
2) Μ. Μ. του Δ., συζύγου Γ. Κ.,
αμφότερων κατοίκων ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισσάβετ Πούλιου.
Του αναιρεσιβλήτου:
Ε. Χ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάφο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03.05.2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3286/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 2285/2017 μη οριστική και 4452/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20.11.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 4452/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 3286/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί ερήμην τους, δέχθηκε ακολούθως την εναντίον τους από 03.05.2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
[II] Σύμφωνα με το άρθρο 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθορισθεί και υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί. Πρόκειται για τελεία, αυθύπαρκτη και αυτοτελή σύμβαση, που δημιουργεί την υποχρέωση για κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως.
Εφ’ όσον το ως άνω άρθρο δεν διαλαμβάνει ειδικές διατάξεις, που να διέπουν το προσύμφωνο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται αναλογικώς επί των σχέσεων που πηγάζουν από αυτό, οι κανόνες των άρθρων 380-383 ΑΚ, που αφορούν όλες τις συμβάσεις, αλλά και οι διατάξεις της ειδικής κατηγορίας, στην οποία υπάγεται ορισμένη σύμβαση.
Έτσι σε περίπτωση προσυμφώνου πωλήσεως έχουν εφαρμογή τόσο οι γενικές διατάξεις για την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, όσο και οι ειδικές διατάξεις της συγκεκριμένης συμβάσεως, όπως εκείνες που αφορούν στην ευθύνη του πωλητή για νομικά ή πραγματικά ελαττώματα και για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων (ΑΠ 862/2020).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 383 ΑΚ, αν ένας από τους συμβαλλόμενους βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, έχει δικαίωμα ο άλλος να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία ο τελευταίος έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, όχι όμως να απαιτήσει την παροχή.
Η υπαναχώρηση επιφέρει άμεση διάλυση της σύμβασης με αναδρομική ενέργεια και έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων για παροχές, που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές, που έλαβαν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1227/2018).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
[III] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Τον Οκτώβριο του έτους 2003 μεταξύ των διαδίκων ξεκίνησαν συζητήσεις για την αγοραπωλησία δυο αγροτεμαχίων, που βρίσκονται στην θέση ... ή ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... του Νομού Βοιωτίας. Αρχικώς, την 12.10.2003 κατέληξαν στην υπογραφή δύο ιδιωτικών συμφωνητικών αγοραπωλησίας, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, το ένα με συμβαλλόμενους τους διαδίκους και το άλλο με συμβαλλόμενους τους εκκαλούντες πωλητές (ήδη αναιρεσείοντες) και την σύζυγο του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου), Τ. Χ. το γένος Μ., η οποία δεν συμμετέχει στην δίκη αυτή. Μ’ αυτά τα συμφωνητικά οι πωλητές, δηλαδή οι εναγόμενοι - εκκαλούντες υποσχέθηκαν στον ενάγοντα εφεσίβλητο και την ως άνω σύζυγό του, την πώληση των εν λόγω ακινήτων, έναντι τιμήματος 176.082 ευρώ από έκαστο εξ αυτών, τα οποία θα καταβάλονταν ως εξής:
(α) Ως προς την σύζυγο του εφεσιβλήτου: 500 ευρώ καταβλήθηκαν την 12.10.2003 από την πρώτη συμβαλλόμενη αγοράστρια, ως αρραβώνας για την πώληση του ανωτέρου ακινήτου∙ (α1) 2000 ευρώ θα καταβάλει η αγοράστρια στους πωλητές στις 25.10.2003, (α2) Στις 5/11/2003 θα καταβάλλει στους πωλητές και το ποσό των 6.000 ευρώ σε μετρητά, καθώς και μια επιταγή Τράπεζας, ποσού 23.480 Ευρώ, λήξης 30.11.2003, (α3) στις 15.11.2003 θα καταβάλει η αγοράστρια στους πωλητές, το ποσό των 6.000 ευρώ, (α4) το ποσό των 138.102 ευρώ θα καταβληθούν από την αγοράστρια την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου της πωλήσεως με χρήματα που θα αποτελέσουν προϊόν δανείου από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα,
(β) Ως προς τον εφεσίβλητο ενάγοντα: 500 Ευρώ καταβλήθηκαν την 12.10.2003 απ’ αυτόν, ως αρραβώνας για την πώληση του ανωτέρου ακινήτου∙ (β1) Επίσης στις 13.10.2003 συμφώνησαν να παραδώσει στον α’ εναγόμενο μία εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας, ύψους 14.000.000 δραχμών ή 41.085 ευρώ σε διαταγή Γ. και Μ. Κ., πληρωτέα την 20.12.2003 καθώς και το ποσό των 10.000.000 δραχμών ή 29.347 Ευρώ σε μετρητά. (β2) Το υπόλοιπο ποσό των 105.150 ευρώ θα καταβληθεί από τον αγοραστή την ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου της πώλησης, ή κατόπιν νεοτέρας συμφωνίας των εδώ συμβαλλομένων που θα λάβει χώρα την ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου σε νεότερη ημεροχρονολογία που θα ορίσουν τότε.
Περαιτέρω, και στα δύο ως άνω συμφωνητικά οι εκεί αγοραστές ανέλαβαν την υποχρέωση να εξαλείψουν τα εξής υφιστάμενα, επί των ακινήτων αυτών βάρη, όπως προέκυπταν από το από 07.10.2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Θηβών:
(1) Υποθήκη υπέρ της Τράπεζας «EUROBANK Εργασίας», για το ποσόν των 150.000 Δρχ. ήδη Ευρώ 44.020,54 δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... Διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
(2) Ύποθήκη υπέρ της Τράπεζας «EUROBANK Εργασίας», για το ποσόν των 13.000.000 Δρχ. ήδη Ευρώ 38.151 δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... Διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Προσημείωση υποθήκης υπέρ της εταιρείας «ΑΦΟΙ … ΑΕ» για το ποσόν των 4.000.000 δραχμών ήδη Ευρώ 11.738,80.
Επίσης, με το ίδιο πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Θηβών φέρονταν εγγεγραμμένες στα επίδικα ακίνητα και οι εξής κατασχέσεις:
(1) Η από 28.03.2001 αναγκαστική κατάσχεση υπέρ της Τραπέζης «EUROBANK Εργασίας», για το ποσόν των 12.000.000 Δρχ. ήδη Ευρώ 35.216,40 όπως και η από 07.05.2001 αναγγελία της εταιρείας «ΑΦΟΙ … ΑΕ» για το ποσόν των 5.740.000 Δρχ. και ήδη Ευρώ 16.845,19.
(2) Αναγκαστική κατάσχεση υπέρ Δ.Ο.Υ. Αχαρνών, για το ποσόν των 1.884,43 Δρχ. ήδη Ευρώ 5,53 κατόπιν της υπ’ αριθμ. 25739/2002 παραγγελίας της.
Κατόπιν, την 19η Δεκεμβρίου 2003 στην … της Αττικής ο εφεσίβλητος Ε. Χ. με τον α’ εκκαλούντα, Γ.Κ. που ενεργούσε για τον εαυτό του και για λογαριασμό της συζύγου του, β’ εκκαλούσας, Μ. Κ., συνήψαν το υπ’ αρθμ. 1588/2003 προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτων, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ι. Μ.. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες είχαν την συγκυριότητα σε ποσοστό 1/2 έκαστος εξ αυτών, εξ αδιαιρέτου επί δυο αγροτεμαχίων, που βρίσκονται στην θέση ... ή ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... του Νομού Βοιωτίας, εκτός σχεδίου πόλεως, άρτια και οικοδομήσιμα και ειδικότερα: α/ ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 11.931,91 τ.μ. (ή όσο αυτό είναι) επί του οποίου έχει ανεγερθεί οικοδομή (μονοκατοικία) 148,40 τ.μ., βάσει οικοδομικής αδείας και β/ ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 13.616,50 τ.μ. ή όσο αυτό είναι, τα οποία απέκτησαν σύμφωνα με τα αναφερόμενα επιμέρους στοιχεία στο ως άνω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, με το οποίο ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν, παραχωρήσουν και παραδώσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, έναντι συνολικού τιμήματος, διακοσίων πέντε χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και είκοσι λεπτών (205.429,20 ευρώ) κάτω από ειδικότερους όρους και συμφωνίες. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε να καταβληθεί το ποσό του ως άνω τιμήματος τμηματικά σε επτά ισόποσες χρηματικές δόσεις ως εξής:
(1) ποσό 29.347 ευρώ στις 31.12.2004,
(2) ποσό 29.347 ευρώ στις 30.12.2005,
(3) ποσό 29.347 ευρώ στις 30.12.2006,
(4) ποσό 29.347 ευρώ στις 30.12.2007,
(5) ποσό 29.347 ευρώ στις 30.12.2008.
(6) ποσό 29.347 ευρώ στις 30.12.2009.
Για τον λόγο αυτό εκδόθηκαν από την εταιρεία, «Ε. Χ. & ΣΙΑ ΟΕ», της οποίας ομόρρυθμος εταίρος είναι ο εφεσίβλητος, έξι ισόποσες μεταχρονολογημένες επιταγές της «Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας», με ημερομηνία εκδόσεως την 30η Δεκεμβρίου των ετών 2004, 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009 διαδοχικά εις διαταγήν του πρώτου των εναγόμενων εκκαλούντων Γ. Κ., όπως αυτές συμπεριλήφθηκαν στο ως άνω προσύμφωνο, τις οποίες και παρέλαβε ο πρώτος των εναγομένων για λογαριασμό και της δεύτερης εξ αυτών. Συγκεκριμένα, εκδόθηκαν και παραδόθηκαν οι εξής επιταγές:
(α) Η με αριθμό ... ποσού € 29.347 και λήξης 30.12.2004.
(β) Η με αριθμό ... ποσού € 29.347 και λήξης 30.12.2005.
(γ) Η με αριθμό ... ποσού € 29.347 και λήξης 30.12.2006.
(δ) Η με αριθμό ... ποσού € 29.347 και λήξης 30.12.2007.
(ε) Η με αριθμό ... ποσού € 29.347 και λήξης 30.12.2008.
(στ) Η με αριθμό ... ποσού € 29.347 και λήξης 30.12.2009 προς διασφάλιση της πληρωμής των ως άνω δόσεων.
Το δε υπόλοιπο ποσό εκ 29.347,20 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί στους πωλητές εκκαλούντες εντός έτους από την υπογραφή του προσυμφώνου.
Περαιτέρω, ως προς τον χρόνο υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, αυτό συμφωνήθηκε να υπογραφεί οποτεδήποτε θελήσουν οι συμβαλλόμενοι, υπό την προϋπόθεση ότι οι εκκαλούντες πωλητές θα προσκομίσουν τα απαραίτητα έγγραφα, βεβαιώσεις και πιστοποιητικά που ήταν απαραίτητα για την νομότυπη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μετά από πρόσκληση των πωλητών από τον αγοραστή, στην οποία θα αναγράφεται η ημερομηνία και η ώρα υπογραφής και η οποία θα επιδοθεί στους πωλητές με δικαστικό επιμελητή τουλάχιστον πέντε πλήρεις ημέρες προ της υπογραφής του, πρόσκληση η οποία δεν θα κοινοποιηθεί στους πωλητές αν αυτοί προσέλθουν μετά από συνεννόηση με τον αγοραστή.
Επίσης, ορίστηκε ότι ο εφεσίβλητος αγοραστής έχει το δικαίωμα να υπογράψει μόνος του το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση (άρθρο 235 ΑΚ) με την προϋπόθεση ότι θα προσκομισθεί και θα κατατεθεί στον συμβολαιογράφο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του κάθε έγγραφο, το οποίο θα αποδεικνύει την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Για την περίπτωση της αυτοσυμβάσεως οι πωλητές έδωσαν στον αγοραστή την σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα ανέκκλητα, επειδή αφορούσε το συμφέρον του εντολοδόχου αγοραστή και ισχύει για τις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 ΑΚ. Επίσης, του έδωσαν την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να απευθυνθεί στις διάφορες Αρχές και Υπηρεσίες και ειδικότερα στην αρμόδια ΔΟΥ για έκδοση και παραλαβή των κάθε είδους απαραίτητων πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και εγγράφων, όπως βεβαιώσεων φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, βεβαιώσεων καταβολής τέλους ακίνητης περιουσίας, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λπ.
Ενώ, οι εκκαλούντες πωλητές υποσχέθηκαν ότι τα υπό πώληση ακίνητα ελεύθερα και απαλλαγμένα από κάθε γενικά βάρος, χρέος, υποθήκη κ.λπ., καθώς και ότι για οποιαδήποτε διαφορά που τυχόν θα προκύψει μεταξύ τους από το προσύμφωνο αυτό, θα είναι αρμόδια τα δικαστήρια των Αθηνών. Από την αρχική συμφωνία τους (12.10.2003), κατόπιν νεώτερης προφορικής συμφωνίας, απεχώρησε η σύζυγος του ενάγοντος και παρέμεινε ο ενάγων, ως μόνος αντισυμβαλλόμενος (αγοραστής ), απορριπτομένου του ισχυρισμού των εκκαλούντων για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, για τον λόγο ότι δεν συνενάγεται η σύζυγός του ως ουσία αβασίμου, άλλωστε και σε κάθε περίπτωση το αιτηθέν με την αγωγή ποσό ανάγεται σε καταβολές του ενάγοντος και μόνο.
Επίσης παρέμεινε η υποχρέωση του ενάγοντος αγοραστή προς καταβολή του τιμήματος εκ 205.429 ευρώ και η υποχρέωση του προς εξάλειψη των στο πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Θηβών, αναφερομένων βαρών. Επίσης, ο ενάγων με νέα προφορική συμφωνία με τους εναγομένους ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει, μη εμπραγμάτως ασφαλισμένες, απαιτήσεις τρίτου ιδιώτη (Β.
Κ.) κατά των εναγομένων, ύψους κατά τον τότε χρόνο 52.752,40 ευρώ πλέον τόκων, ως εξής:
(α) Δυνάμει του από 3.11.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ του πρώτου των εναγομένων και του ως άνω δανειστή του Β. Κ., η προαναφερόμενη οφειλή διακανονίσθηκε να καταβληθεί σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 900 ευρώ μέχρις εξοφλήσεως. Παράλληλα, συμφωνήθηκε ότι εφόσον η ως άνω οφειλή εξοφλείτο μέχρι την 30.08.04, αυτή θα περιοριζόταν δια της αφέσεως χρέους στο ποσόν των 30.560 ευρώ. Κατόπιν της ανωτέρω συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων προέκυψε ότι ο εφεσίβλητος αγοραστής κατέβαλε στους εκκαλούντες πωλητές τα εξής ποσά:
[Α] Σε εκτέλεση του επιδίκου προσυμφώνου, δηλαδή των συμφωνημένων χρηματικών δόσεων, κατέβαλε συνολικά τα εξής ποσά: α) Για τις χρηματικές δόσεις με στοιχεία (α) έως (γ) κατά τον χρόνο πληρωμής των ως άνω επιταγών το ποσό των Ευρώ 88.041 (€ 29.347 x 3). β) Για την χρηματική δόση με στοιχείο (δ), της οποίας η πληρωμή είχε διασφαλιστεί με την υπ’ αριθμ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, λόγω της από τους εναγόμενους μη εμφανίσεως και κατ' επέκταση εισπράξεώς της, παρακατέθεσε, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../26.03.2008 γραμματίου παρακαταθέσεως το ποσόν της ως άνω δόσεως εκ 29.347 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών, προς πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της, γνωστοποιώντας παράλληλα στους εναγομένους τις ως άνω ενέργειές του δια της από 26.03.08 (κοινοποιηθείσας στους εναγομένους την 02.04.2008) εξώδικης δηλώσεώς του, με την οποία επιπλέον τους γνωστοποιήθηκε η ανάκληση της επιταγής διασφάλισης από την προαναφερόμενη εκδότρια εταιρεία της οποίας είναι ομόρρυθμος εταίρος. [γ] Για τις χρηματικές δόσεις με στοιχεία (ε) και (στ) συνολικού ποσού 58.694 (€ 29.347 x 2) ευρώ των οποίων η πληρωμή είχε διασφαλιστεί με τις υπ’ αριθμ. ...
και ... αντίστοιχα επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας και συμφωνηθεί για την 30.12.2008 και 30.12.2009 αντίστοιχα, για λόγους επισπεύσεως της καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου, παρακατέθεσε με το υπ’ αριθμ. .../06.05.08 γραμμάτιο παρακαταθέσεως το ως άνω ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προς πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή τους, γνωστοποιώντας παράλληλα στους εναγομένους τις ως άνω ενέργειές του με την από 20.05.2008 (κοινοποιηθείσας στους εναγομένους την 09.06.2008) εξωδίκου δηλώσεώς του, με την οποία επιπλέον τους γνωστοποιήθηκε η ανάκληση των ως άνω επιταγών διασφαλίσεως από την προαναφερόμενη εταιρεία.
Συνολικά, με βάση το προσύμφωνο κατέβαλε στους εναγομένους το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι χιλιάδων ογδόντα δύο ευρώ (176.082) δηλαδή 29.347 x 6. Επίσης, στα πλαίσια των προηγηθεισών μεταξύ τους συμφωνιών, ο ενάγων κατέβαλε στους εναγόμενους τα εξής ποσά : α) Την 12.10.2003 το ποσόν των Ευρώ 1.000 (ως αρραβώνα). β) Την 13.10.2003 το ποσόν των ευρώ 29.347 (που είναι η έβδομη δόση που είχε συμφωνηθεί με το προσύμφωνο, άρα έχει καταβάλει όλο το ποσό που συμφωνήθηκε με το ως άνω προσύμφωνο, ως τίμημα της αγοραπωλησίας, δηλαδή 205.429,20 ευρώ (29.347 x 7).
Επίσης, εξόφλησε τα εξής χρέη των εκκαλούντων που περιλαμβάνονταν στο ως άνω αναφερόμενο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πιστοποιητικό του υποθηκοφυλακείου Θηβών: α) Την 29.01.2004 εξάλειψε και ήρε τις προς εξασφάλιση απαιτήσεων της εταιρείας «ΑΦΟΙ Γ. Δ. Α.Ε.» κατά των εναγομένων, προσημείωση ύψους 4.000.000 δρχ.
και ήδη 11.738,80 ευρώ και αναγγελία ύψους 5,740.000 δρχ. και ήδη 16.845,19 ευρώ, άνευ καταβολής οιουδήποτε ποσού λόγω ήδη αποσβέσεως των σχετικών απαιτήσεων εις βάρος των εναγομένων. β) Την 13.01.2004 το ποσόν των 1.162,8 ευρώ, το οποίο συνιστούσε οφειλή των εναγομένων προς την Δ.Ο.Υ. Αχαρνών, όταν και ήρθη η κατάσχεση που είχε στο μεταξύ επιβάλλει στο επίδικο ακίνητο.
γ) Την 12.02.2004 το ποσόν των 43.000 ευρώ, το οποίο συνιστούσε οφειλή των εναγομένων προς την τράπεζα «EUROBANK Εργασίας», όταν και ήρθη κατόπιν της συναινέσεως της Τράπεζας και της συντάξεως των σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων η κατάσχεση που είχε στο μεταξύ επιβάλλει η τελευταία στο επίδικο ακίνητο, όπως και η σχετική αναγγελία της.
δ) Την 3.11.03 κατά την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού διακανονισμού οφειλής μεταξύ του πρώτου των εναγομένων και του δανειστή του Β. Κ., κατέβαλε στον τελευταίο το ποσόν των 3.000 ευρώ, προς τον σκοπό της εκτελέσεως της ως άνω συμφωνίας. ε) Προς τον σκοπό της πλήρους εξοφλήσεως των λοιπών οφειλών των εναγομένων προς την Τράπεζα «EUROBANK Εργασίας» και άρση των ως άνω βαρών κατέβαλε τα εξής ποσά στις παρακάτω ημερομηνίες:
Την 14.10.03 το ποσόν των Ευρώ 2.388,68 την 14.10.03 το ποσόν των Ευρώ 8.000, την 14.10.03 το ποσό των 7.044,22 ευρώ, την 16.10.03 το ποσόν των 12.000 ευρώ και συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα δύο και ενενήντα λεπτών (€ 29.432,9) ευρώ. Τέλος, για την εξόφληση του ως άνω δανειστή του πρώτου των εναγομένων (Β.
Κ.), κατέβαλε τα εξής ποσά στις παρακάτω ημερομηνίες: Την 05.12.03 το ποσόν των 1.070 ευρώ, την 06.09.04 το ποσόν των 9.500 ευρώ, την 05.01.04 το ποσόν των 1.070 ευρώ, την 03.02.04 το ποσόν των 1.070 ευρώ, την 08.03.04 το ποσόν των 1.070 ευρώ, την 05.04.04 το ποσόν των 1.070 ευρώ, την 04.05.04 το ποσό των 1.070 ευρώ, την 08.06.04 το ποσό των 1.070 ευρώ, την 07.07.04 το ποσόν των 1.070 ευρώ και συνολικά για την ως άνω αιτία το ποσό των τριάντα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα (30.560) ευρώ.
Κατά συνέπειαν για τα εκτός προσυμφώνου μεταξύ τους συμφωνηθέντα, κατέβαλε το ποσό των 134.502,7 ευρώ ( = 1.000 + 29.347 + 1.162,8 + 43.000 + 30.560 + 29.432,9). Άρα για το σύνολο της συμφωνίας τους έχει καταβάλει στους εναγομένους το ποσόν των 310.584,7 ( = 134.502,7 + 176.082) ευρώ.
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της παρούσας δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανήρχετο στις 642.891 ευρώ, ως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, καθώς και ότι ο ενάγων ανέλαβε υποχρέωση να εξοφλήσει και άλλες, οικονομικής φύσεως, υποχρεώσεις των εναγομένων, πέραν των ανωτέρω αναφερομένων.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων εκκαλούντων, ότι εκτός των ανωτέρω, συμφωνήθηκε επιπλέον ο ενάγων να τους μεταβιβάσει: ένα τροχόσπιτο CITY, ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο 4X4 Σουζούκι με αρθμ. κυκλοφ. ..., ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο Χιουντάι με αριθμό κυκλοφ. ... και ένα ΙΧΕ Μερσεντες, με αριθμ. Κυκλοφορίας ...
με κάποια ανταλλακτικά αυτού. Η ως άνω περιγραφόμενη συμφωνία δεν εξελίχθηκε ομαλώς και οι εναγόμενοι δεν προσήρχοντο για την σύναψη της οριστικής συμφωνίας, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις του ενάγοντα εφεσιβλήτου, απαιτώντας την εξόφληση από τον ενάγοντα και άλλων χρεών και παράλληλα μη εκπληρώνοντας την – από το προσύμφωνο αναληφθείσα υποχρέωσή τους – προς συγκέντρωση των απαραίτητων εγγράφων για την ολοκλήρωση της συμφωνίας μεταβιβάσεως των ακινήτων με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.
Ακολούθησε δε η μεταξύ τους ανταλλαγή εξωδίκων. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος τους απηύθυνε τις από 19.04.2004 και 24.06.2004 εξώδικες διαμαρτυρίες, με τις οποίες τους κάλεσε να προσέλθουν για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου σε συγκεκριμένη ημερομηνία, χωρίς ανταπόκριση.
Κατόπιν, ο ενάγων, κατέθεσε εναντίον τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, την από 27.04.2004 αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως, η οποία έγινε δεκτή και διετάχθη η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των εκκαλούντων μέχρι του ποσού των 120.000 ευρώ, πιθανολογουμένης της – εκ των ανωτέρω συμφωνιών – απαιτήσεως του εφεσιβλήτου.
Δεν αποδείχθηκε ότι επεβλήθη εκ μέρους του εφεσιβλήτου το ως άνω μέτρο της συντηρητικής κατασχέσεως. Κατόπιν, οι εκκαλούντες, την 30.09.2005 του κοινοποίησαν την από 29.09.2005 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία ανακάλεσαν το δικαίωμα εγκαταστάσεως στο ακίνητο που του είχαν παραχωρήσει, επικαλούμενοι μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο ενάγων, είχε αναλάβει απέναντί τους.
Περαιτέρω, την 12.01.2006 του κοινοποίησαν την από 05.01.2006 εξώδικη δήλωσή τους, σύμφωνα με την οποία, αφενός μεν ισχυρίστηκαν ότι η προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 281/2005 απόφαση του Μον. Πρωτ. Θηβών, με την οποία διετάχθη εις βάρος τους συντηρητική κατάσχεση, «υποχρέωνε τον ενάγοντα αγοραστή να εξοφλήσει τις εξής οικονομικές υποχρεώσεις των εναγόμενων:
α) αρχική οφειλή του πρώτου των εναγόμενων ποσού € 8.106,30 προς την Δ.Ο.Υ. Θηβών, το οποίο τελικώς ανήλθε στο ποσό των € 29.500, β) οφειλή της δεύτερης των εναγόμενων ποσού € 4.530 προς τη Δ.Ο.Υ. Σάμου, γ) οφειλή του πρώτου των εναγόμενων ποσού € 4.000 προς την Δ.Ο.Υ. Αχαρνών, δ) οφειλή του πρώτου των εναγόμενων ποσού € 30.000 προς το Ι.Κ.Α.
Αχαρνών, ε) οφειλή της δεύτερης των εναγόμενων ποσού € 2.000 προς το Ι.Κ.Α. Ελευσίνας και στ) οφειλές του πρώτου των εναγομένων ποσού 30.000 ευρώ προς τον Β. Κ., τις οποίες τον καλούσαν να εξοφλήσει άμεσα, αφετέρου αξίωναν επιπλέον την καταβολή του ποσού των 19.500 ευρώ, το οποίο αφορούσε προσαυξήσεις επί των εκκρεμών χρεών τους έναντι των προαναφερόμενων Δ.Ο.Υ.
και Ι.Κ.Α. Περαιτέρω, την 31.12.2007 του κοινοποίησαν την από 24.12.2007 εξώδικη δήλωση, σύμφωνα με την οποία αξίωναν απ’ αυτόν την καταβολή νέων οικονομικών υποχρεώσεών τους όπως: α) το ποσό των 45.000, ευρώ β) το ποσό των 42.000 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. Θηβών, γ) το ποσό των 12.500 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. Σάμου, δ) το ποσό των Ευρώ 29.500 προς τη Δ.Ο.Υ.
Αθηνών, ε) το ποσό των 2.500 ευρώ προς την Δ.Ο.Υ. Αχαρνών, στ) το ποσό των 1.500 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. Ελευσίνας και ζ) την μεταβίβαση στο όνομά τους ενός αυτοκινήτου IX Mercedes Τύπου Ε200. Τέλος, του κοινοποίησαν την 17.01.08 την από 09.01.08 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία οι εκκαλούντες, ανακάλεσαν με την υπ’ αριθμ. …/08/01/08 πράξη του Συμβολαιογράφου Καλλιθέας, Ιωάννη Αλεξάνδρου Μαγγίπα και της υπ’ αριθμ.
…/09.01.08 πράξεως του Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αχιλλέα Γκουλιάκου, τις εντολές και εξουσιοδοτήσεις, που του είχαν δοθεί με το επίδικο ως άνω προσύμφωνο, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αυτοσυμβάσεως ως άνω. Κατόπιν, ο ενάγων τους απέστειλε την από 10.02.08 εξώδικο δήλωσή του, όπως αυτή κοινοποιήθηκε στους εναγομένους την 25.02.08, με την οποία εναντιώθηκε στην ως άνω ανάκληση.
Ακολουθούν:
(1) η από 26.03.2008 εξώδικη δήλωση που κοινοποιήθηκε στους εκκαλούντες την 02.04.2008 με την οποία ο ενάγων αναφέρθηκε στην υπ’ αριθμ. (δ) χρηματική δόση του επίδικου προσυμφώνου (€ 29.347) γνωστοποιούσε στους εναγομένους την παρακατάθεση του ποσού υπέρ αυτών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών, προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της ως άνω χρηματικής δόσης και
(2) η από 07.04.2008 εξώδικη δήλωσή του, όπως αυτή κοινοποιήθηκε στους εναγομένους την 10.04.2008, με την οποία προς αντίκρουση της από 24.12.2007 εξώδικης δηλώσεως των εναγομένων αναφέρθηκε στον όρο υπ’ αρθμ. 7 του επίδικου προσυμφώνου, βάσει του οποίου περιγράφεται η υποχρέωσή του να καταβάλει τους φόρους που συνδέονται και αφορούν τα ακίνητα κατά την μεταβίβαση, όχι όμως και τις προσωπικές οφειλές των εναγομένων προς το Δημόσιο, όπως απαιτούσαν οι εναγόμενοι, όπως επίσης και παράλειψη των τελευταίων ως προς την συγκέντρωση των αναγκαίων πιστοποιητικών, για την μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων.
Τέλος, ο ενάγων κοινοποίησε την από 20.05.2008 εξώδικο δήλωσή του, στους εναγόμενους την 09.06.2008, με την οποία αναφέρθηκε στις υπ’ αριθμ. (ε) και (στ) χρηματικές δόσεις (€ 58.694) του επίδικου προσυμφώνου και συγκεκριμένα στην πλήρη και ολοσχερή προεξόφλησή τους με την από 06.06.08 παρακατάθεση του ποσού, υπέρ των εναγομένων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών.
Με την αυτή ως άνω εξώδικη, γνωστοποίησε στους εναγομένους ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με την επίδικη συμφωνία και ως εκ τούτου δεν απέμενε για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου παρά μόνο η εκτέλεση των υποχρεώσεων των εναγομένων, τους καλούσε δε στην κατάρτιση της οριστικής συμφωνίας, εντός δύο (2) ημερών από τη λήψη του εξωδίκου, διαφορετικά ότι αποκρούει την παροχή μη έχοντας πλέον κανένα συμφέρον στην εκπλήρωση της συμβάσεως, επιφυλασσόμενος των δικαιωμάτων του για την δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεών του.
Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην ως άνω πρόσκλησή του, κατόπιν δε ο ενάγων ανέλαβε τα χρήματα που είχε παρακαταθέσει, υπέρ των εκκαλούντων προς εξόφληση των υπ’ αριθμ. (δ), (ε) και (στ) χρηματικών δόσεων και συνολικά € 88.041 (€ 29.347 x 3) και άσκησε την κρινόμενη αγωγή, με την οποία ρητώς πλέον υπαναχωρεί από την ανωτέρω περιγραφόμενη συμφωνία, αφού παρά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από την συμφωνία, οι εναγόμενοι υπαιτίως δεν εκπληρώνουν την δική τους παροχή, περιορίζοντας αναλόγως τις χρηματικές απαιτήσεις του εις βάρος των εναγομένων σε (310.584,7 – 88.041 = ) 222.543,7 ευρώ.
Κατόπιν αυτής της υπαναχωρήσεως λύεται η σύμβαση αναδρομικά και οι εναγόμενοι υποχρεούνται σε απόδοση του ληφθέντος ποσού εκ 222.543,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού δεν επακολούθησε η αιτία, για την οποία η άνω παροχή καταβλήθηκε στους εναγόμενους, με αποτέλεσμα η κατακράτηση του αιτούμενου ποσού εκ μέρους τους να είναι αδικαιολόγητη και παράνομη.
Τα στην έφεσή τους διηγηματικώς αναφερόμενα περί καταδίκης του ενάγοντος εφεσιβλήτου, για ψευδή μήνυση και ψευδορκία εναντίον τους, δυνάμει της με αριθμό 6688/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την οποία του επεβλήθη συνολική ποινή φυλάκισης 13 μηνών, περί του ότι την 14.07. 2004, ενώ είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν στο γραφείο του Ι.
Μ., συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής, προκειμένου να προχωρήσουν στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, την ώρα του ραντεβού τους, στην είσοδο της πολυκατοικίας, όπου διατηρεί το γραφείο του ο ανωτέρω συμβολαιογράφος, τον περίμεναν δύο αστυνομικοί με πολιτικά, οι οποίοι τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στη φυλακή, επειδή ήταν φυγόποινος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η εκεί παρουσία του γνωστοποιήθηκε στην Αστυνομία από τον ενάγοντα, καθώς και ότι την εποχή που ο πρώτος εκκαλών ήταν κρατούμενος στις φυλακές Τρικάλων, ο ενάγων προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την δυσχερή του θέση, αποστέλλοντας στην φυλακή με συμβολαιογράφο, καινούργιο ιδιωτικό συμφωνητικό, προκειμένου να το υπογράψει στο οποίο αναφερόταν ως τίμημα πωλήσεως των επιδίκων ακινήτων, ποσό εξευτελιστικό και κατά πολύ μικρότερο του προγενεστέρως συμφωνηθέντος, και αληθείς υποτιθέμενοι, αλυσιτελώς προβάλλονται, δεδομένου του ότι αίτημα της κρινόμενης αγωγής είναι η επιστροφή του ποσού των 222.543,70 ευρώ που τους έχει ήδη καταβάλει ο ενάγων και το οποίο συνομολογούν ότι έχουν λάβει κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτού, ήτοι 204.763,70 ευρώ, λόγω του αδικαιολόγητου πλουτισμού τους εν όψει της λύσεως της μεταξύ τους συμβάσεως, λόγω της ασκηθείσας υπαναχωρήσεως|».
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί ερήμην των αναιρεσειόντων, δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη κατ’ ουσίαν. Έτσι που έκρινε το εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166 σε συνδ. με 513, 361, 380-383, 389, 390 και 904 ΑΚ, καθόσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, λόγω υπαναχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου από το προσύμφωνο πωλήσεως των ένδικων ακινήτων εξ αιτίας της υπερημερίας των αναιρεσειόντων και της άπρακτης παρόδου της ταχθείσας σ’ αυτούς προθεσμίας προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, και της συνεπεία της υπαναχώρησης αυτής απορρέουσας υποχρεώσεως των αναιρεσειόντων να αποδώσουν στον αναιρεσίβλητο το καταβληθέν μέρος του τιμήματος με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως, ο έκτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, καθ’ ό μέρος με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος νομίμως υπαναχώρησε από τη σύμβαση λόγω δικής τους υπαιτιότητας, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 383 ΑΚ, καθόσον έπρεπε να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε δικαίωμα υπαναχώρησης, γιατί ο ίδιος δεν ήταν συνεπής στην υποχρέωσή του να τους προκαταβάλει το τίμημα της πώλησης, το οποίο είχε πραγματικά συμφωνηθεί και ήταν μεγαλύτερο του αναφερόμενου στην αγωγή, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες με τις ανωτέρω αιτιάσεις προσβάλλουν την ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν υπήρχε υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να καταβάλει μεγαλύτερο τίμημα για την πώληση από αυτό που αναφέρεται στην αγωγή και ότι με την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων των τριών τελευταίων δόσεων συνολικού ποσού 88.041 ευρώ και τη γνωστοποίηση της κατάθεσης αυτής στους αναιρεσείοντες, εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση και συνεπώς οι αναιρεσείοντες, που αρνούντο να προβούν στην πώληση των ακινήτων, είναι αυτοί που κατέστησαν υπερήμεροι.
Όσον αφορά στην παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200ΑΚ, ο παραπάνω λόγος είναι, επίσης, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρονται καθόλου οι αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή ασαφή έννοια και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς ή προσέφυγε παρότι διαπίστωσε σαφή έννοια ή ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς και ποιο είναι το συγκεκριμένο σφάλμα (ΑΠ 617/2019).
[V] Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί συνδρομής των προϋποθέσεων προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου από το προσύμφωνο πωλήσεως και της συνακόλουθης υποχρεώσεως των αναιρεσειόντων προς απόδοση του πιο πάνω τιμήματος λόγω λύσεως με την υπαναχώρηση αυτή της σύμβασης.
Οι παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος είχε εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις, που είχε αναλάβει από τη σύμβαση, έχοντας παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τις τρεις τελευταίες δόσεις του τιμήματος συνολικού ποσού 88.041 ευρώ, που οι αναιρεσείοντες αρνούνταν να εισπράξουν και ότι αυτοί είχαν καταστεί υπερήμεροι, αφού απαιτούσαν μεγαλύτερο τίμημα του συμφωνηθέντος για να μεταβιβάσουν τα ακίνητα, δεν είναι αντιφατικές με τις παραδοχές ότι είχε συμφωνηθεί η δυνατότητα του αναιρεσίβλητου να συνάψει τη σύμβαση με αυτοσύμβαση, αφού μάλιστα το Εφετείο δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες είχαν ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα του αναιρεσίβλητου να προβεί σε σύναψη της σύμβασης πώλησης με αυτοσύμβαση και ότι η σύναψη του οριστικού συμβολαίου πώλησης με αυτοσύμβαση είχε χορηγηθεί με το προσύμφωνο ως δικαίωμα και όχι ως υποχρέωση του αναιρεσίβλητου.
Επομένως, ο πέμπτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις προβαλλόμενες με αυτόν λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος αφού με αυτές, υπό την επίφαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ).
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 269/2018 ). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Δεν ιδρύεται όμως αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλαδή αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 701/2008). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 591/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 93-96 του Συντάγματος και 57 ΚΠΔ συνάγεται ότι από τις διακριτές δικαιοδοσίες που προβλέπει το Σύνταγμα για την εκδίκαση διοικητικών, πολιτικών και ποινικών διαφορών προκύπτει και το διακριτό δεδικασμένο κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας και συνεπώς οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων εμποδίζουν μεν κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ την άσκηση κατά του κατηγορουμένου νέας δίωξης για την αυτή πράξη και κατ' αυτή την έννοια αποτελούν δεδικασμένο, όμως το δεδικασμένο αυτό δεν εκτείνεται και στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, συνεπώς, δεν δεσμεύονται, σε αστικής φύσεως θέματα, από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής που άσκησε κατά το άρθρο 63 ΚΠΔ ο παθών από το έγκλημα (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 535/2016, ΑΠ 1735/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε εμμέσως ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις δύο προαναφερθείσες ποινικές αποφάσεις με αριθμούς 852/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών και 6688/2011 του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, αφού δεν έλαβε υπόψη τα γεγονότα που αποδείχθηκαν από αυτές, χωρίς, ωστόσο, να γίνεται παράλληλη μνεία ότι η ύπαρξη δεδικασμένου είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, αφού κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το δεδικασμένο από ποινική απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο σε συναφή πολιτική δίκη.
[VII] Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας.
γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και,
ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά τη νοηματική του εκτίμηση), οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που αυτοί προσκόμισαν με τις προτάσεις τους και αποδεικνύουν άλλα γεγονότα από αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα έγγραφα που δεν ελήφθησαν υπόψη, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, καθώς και το περιεχόμενο κάθε εγγράφου, ούτε ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτά στο εφετείο ούτε, επίσης, προσδιορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου προσκόμισαν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την αδιάστικτη διατύπωση της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με την αναφορά πληθώρας εγγράφων από αυτά στις ανωτέρω παραδοχές της, αποδεικνύεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
[VIII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο από 12/10/2003 ιδιωτικών συμφωνητικών, με το πρώτο των οποίων ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση λόγω της αγοράς ακινήτων να καταβάλει στους ίδιους πέραν των αναφερομένων στο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και το ποσό των 176.082 ευρώ, ενώ με το δεύτερο τούτων ίδια υποχρέωση ανέλαβε και η σύζυγος του αναιρεσίβλητου Τ. Χ. - Μ. και έτσι δέχθηκε ότι με νεότερη συμφωνία τα δύο αυτά συμφωνητικά καταργήθηκαν και δεν ισχύουν και συνεπώς ο αναιρεσίβλητος και η σύζυγός του δεν έχουν υποχρέωση να τους καταβάλουν τα ποσά αυτά. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό του, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται σφάλμα ανάγνωσης των δύο συμφωνητικών από το Εφετείο, αλλά πλήττουν την ουσιαστική κρίση του ότι τα συμφωνητικά αυτά καταργήθηκαν με νεώτερη συμφωνία των διαδίκων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
[IX] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της νομιμοποιήσεως πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010 ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008). Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1157/2017) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 94/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση (όπως εκτιμάται) πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι μόνο ο αναιρεσίβλητος νομιμοποιείτο ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι συμβαλλόμενη στην ένδικη σύμβαση ήταν και η σύζυγός του, που υπέγραψε το ένα από τα δύο από 12/10/2003 ιδιωτικά συμφωνητικά, και ως εκ τούτου αυτός δεν νομιμοποιείτο όσον αφορά τις αξιώσεις που ανήκουν στη σύζυγό του. Από την παραδεκτή επισκόπηση της επίδικης αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν ο μοναδικός συμβληθείς ως αγοραστής στο προσύμφωνο πώλησης των δύο ακινήτων και συνεπώς αυτός ήταν ο μόνος που νομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει την αγωγή ,αφού το από 12/10/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο είχε συμβληθεί και η σύζυγός του, καταργήθηκε με νεότερη συμφωνία.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα, αναφορικά με την νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος να ασκήσει την ένδικη αγωγή:
«| Κατόπιν, την 19 Δεκεμβρίου 2003... ο εφεσίβλητος Ε. Χ. με τον α' εκκαλούντα Γ. Κ., που ενεργούσε για τον εαυτό του και για λογαριασμό της συζύγου του, β' εκκαλούσας, Μ. Κ., συνήψαν το υπ’ αριθμ. 1588/2003 προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτων... Από την αρχική συμφωνία τους (12.10.2003), κατόπιν νεότερης προφορικής συμφωνίας, απεχώρησε η σύζυγος του ενάγοντος και παρέμεινε ο ενάγων, ως μόνος αντισυμβαλλόμενος (αγοραστής).... Άλλωστε και σε κάθε περίπτωση το αιτηθέν με την αγωγή ποσό ανάγεται σε καταβολές του ενάγοντος και μόνο|».
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής για απόδοση του καταβληθέντος από αυτόν τιμήματος. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πιο πάνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
[Χ] Ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος «πράγματα» είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λπ., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 486/2017). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η απόφαση είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 παρ. 10 γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως παντελώς αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν καθόλου τα περιστατικά που συνιστούν πράγμα, κατά την πιο πάνω έννοια, και τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, ούτε και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1020/2019).
[XI] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 20.11.2019 αίτηση των 1) Γ. Κ. και 2) Μ. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4452/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο. Και –
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ