Supreme Court partially allows appeal, quashing prosecution for expired checks while remanding sentencing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a conviction for issuing unpaid checks. The court found that specific checks issued in July and September 2011 had expired due to the statute of limitations, necessitating a permanent cessation of criminal prosecution for those acts. Consequently, the case was remanded to a new panel of judges solely for the recalculation of the sentence regarding the remaining outstanding offense.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(3) and 113(3) of the Penal Code; The court established that when specific acts within a series of crimes fall within the statute of limitations, criminal prosecution must cease for those acts, though the case may be remanded for sentencing on the remaining punishable acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1525 / 2019 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1525/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Σταματίκη Μιχαλέτου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτου και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Τ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΘΤ1394/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.7203/25-6-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1025/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής την 20-7-2011, Β) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον η συγκρότησή του είναι εφικτή από άλλους δικαστές, άλλως να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο μόνο για νέα επιμέτρηση της ποινής και Γ) να απορριφθεί η ένδικη αίτηση κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 24-6-2019 (αριθμ. πρωτ.7203/25-6-2019) αίτηση του Δ. Τ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΘΤ 1394/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.
Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Δ" ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ" είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Τοιαύτα στοιχεία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Όμως δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, άρνηση της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την παραπάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του (ΑΠ 94/2014, ΑΠ 196/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρας κατηγορίας και αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων: "... στην …. στους παρακάτω χρόνους ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "..." με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε τις κάτωθι επιταγές:
1)την επιταγή με αριθμό ...2401-2 με ημερομηνία εκδόσεως την 20/7/2011 για να πληρωθεί από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για το χρηματικό ποσό των "16.700"€ σε επιταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
2)την επιταγή με αριθμό ...7461-3 με ημερομηνία εκδόσεως την 15/9/2011 για να πληρωθεί από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για το χρηματικό ποσό των "15.000"€, σε διαταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
3)την επιταγή με αριθμό ...764-6 με ημερομηνία εκδόσεως την 20/10/2011 για να πληρωθεί από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για το χρηματικό ποσό των "15.000"€, σε διαταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
4)την επιταγή με αριθμό ...781-6 με ημερομηνία εκδόσεως την 20/11/2011 για να πληρωθεί από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για το χρηματικό ποσό των "10.000"€, σε διαταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
Και αφού ο νόμιμος κομιστής τις εμφάνισε προς πληρωμή στις 20/7/2011, 21/9/2011, 19/10/2011 και 19/10/2011 αντίστοιχα δεν πληρώθηκε από τις πληρώτριες Τράπεζες γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "ο κατηγορούμενος στην … στους παρακάτω χρόνους ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "..." με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε τις κάτωθι επιταγές:
5)την επιταγή με αριθμό ...2401-2 με ημερομηνία εκδόσεως την 20/7/2011 για να πληρωθεί από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για το χρηματικό ποσό των "16.700"€ σε επιταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
6)την επιταγή με αριθμό ...7461-3 με ημερομηνία εκδόσεως την 15/9/2011 για να πληρωθεί από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για το χρηματικό ποσό των "15.000"€, σε διαταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
7)την επιταγή με αριθμό ...764-6 με ημερομηνία εκδόσεως την 20/10/2011 για να πληρωθεί από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για το χρηματικό ποσό των "15.000"€, σε διαταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
8)την επιταγή με αριθμό ...781-6 με ημερομηνία εκδόσεως την 20/11/2011 για να πληρωθεί από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για το χρηματικό ποσό των "10.000"€, σε διαταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
Και αφού ο νόμιμος κομιστής τις εμφάνισε προς πληρωμή στις 20/7/2011, 21/9/2011, 19/10/2011 και 19/10/2011 αντίστοιχα δεν πληρώθηκε από τις πληρώτριες Τράπεζες γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τις δύο τελευταίες επιταγές (με ημερομηνίες εκδόσεως 20/10 και 20/11/2011) αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98 του ΠΚ και 79 παρ. 1, 3, 4 και 5 του Ν. 5960/1933.
Εξάλλου, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "... ", τις ειδικότερα αναφερόμενες ως άνω τυπικά έγκυρες, τραπεζικές επιταγές, ότι οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντικρίσματος, και ότι αυτός ενήργησε με πρόθεση.
Παρά δε τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της γνώσεως αυτού ως προς τη μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής των ενδίκων επιταγών, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί υποκειμενικά ο απλός δόλος, ο οποίος ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη.
Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Καθ' ο μέρος δε, υπό την επίκληση του άνω λόγου, επιχειρείται διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω από το άρθρο 364 και 362 του ισχύοντος ΚΠΔ συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η ανάγνωση των εγγράφων που δεν ζητήθηκε από τους διαδίκους εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους (ΑΠ 230/1998), όπως και έγγραφα ανεπικύρωτα (ΟλΑΠ 2/2000). Η ανάγνωση εγγράφου, χωρίς να ζητηθεί από διάδικο, δεν επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας (ΑΠ 1023/1989). Επίσης δεν υπάρχει ακυρότητα, αν αναγνωσθεί έγγραφο που προσκομίστηκε από τον μάρτυρα κατηγορίας (ΑΠ 1321/1986). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επήλθε σχετική ακυρότητα, διότι αναγνώσθηκαν έγγραφα που προσκόμισε μάρτυρας, παρά τις αντιρρήσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, ορθώς αναγνώσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο φωτοαντίγραφα των επίμαχων επιταγών εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους έστω και αν προσκομίσθηκαν από την μάρτυρα κατηγορίας.. Ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος, αφού η ανάγνωση των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από μάρτυρα ουδεμία ακυρότητα επιφέρει.
Η διάταξη του άρθρου 504 ΚΠΔ ορίζει τη φύση των αποφάσεων που είναι προσβλητές με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Με την επιφύλαξη ότι δεν ορίζεται ειδικά σε άλλη διάταξη κάτι διαφορετικό, η παρούσα διάταξη περιορίζει την αναίρεση στις τελειωτικές, αρχικά ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν από δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθώς αυτές περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας. Κατά πρώτον δεν είναι παραδεκτή η αναίρεση, αν δεν προσβάλλεται απόφαση δικαστηρίου.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει αιτιολογία, διότι η πρόταση του Εισαγγελέα να γίνει δεκτό το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ' ΠΚ και να απορριφθεί το αντίστοιχο του 84 παρ. 2δ' ΠΚ είναι αντιφατική. Ο σχετικός λόγος απορριπτέος κρίνεται ως απαράδεκτος, αφού στρέφεται κατά των πρακτικών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που περιέχουν πρόταση του Εισαγγελέα επί των ελαφρυντικών περιστάσεων και όχι κατά της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης (ΑΠ 320/1996).
Κατά το άρθρο 511 του ισχύοντος ΚΠΔ -Λόγοι αναίρεσης που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως. "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.
Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της".
Η φύση της διατάξεως αυτής ως δικονομικού δικαίου και της εντεύθεν εφαρμογής της, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 590 του ΚΠΔ, κατά την οποία "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιοδήποτε βαθμό, συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας" (πράγμα που πρέπει να γίνει δεκτό και για τις τροποποιήσεις του ΚΠΔ, εφαρμοζόμενες κατ' αρχήν και επί των εκκρεμών υποθέσεων, κατά τον χρόνο της ισχύος τους),από τη δημοσίευση του νόμου και στις εκκρεμείς (κατά τον χρόνο ισχύος της) ποινικές υποθέσεις, έστω και αν οι διατάξεις για τον θεσμό και τον χρόνο της παραγραφής είναι ουσιαστικού δικαίου, καθώς και της συζητήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ1673/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση για την πράξη της έκδοσης των επιταγών με αριθμό ...2401-2 και ...7461-3 με ημερομηνίες εκδόσεως την 20/7/2011 και 15/9/2011 για να πληρωθούν από την ... ΤΡΑΠΕΖΑ για τα χρηματικά ποσά των 16.700 και "15.000"€ αντίστοιχα, σε διαταγή "Κ. Δ." νομίμως περιελθούσες εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία "..." που είναι νόμιμη κομίστρια αυτών οι οποίες εμφανίστηκαν στις 20/7 και 21/9/2011 και είναι ο χρόνος τέλεσης της πράξης (ΑΠ 836/2015) έχει παρέλθει χρόνος πέραν της οκταετίας και το αξιόποινο αυτών έχει υποπέσει σε παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 3 και 113 παρ. 3 ΠΚ) και συνεπώς πρέπει να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής για τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, κατ'εξακολούθηση από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο.
Μετά από αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει και να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη, για τις μερικότερες πράξεις της έκδοσης των επιταγών με αριθμούς ...2401-2 και ...7461-3 και με ημερομηνίες εμφανίσεως την 20/7/2011 και 21/9/2011 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον είναι εφικτό, προκειμένου αυτό, με αμετάκλητη πλέον την απόφαση περί ενοχής του εν λόγω κατηγορουμένου, ως προς την προαναφερθείσα μερικότερη κατ'εξακολούθηση πράξη, που τελέστηκε το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011, να κρίνει μόνο για την επιμέτρηση της νέας ποινής, που θα του επιβληθεί (άρθρο 519 ΚΠΔ). Επιπλέον η αναγκαιότητα για νέα επιμέτρηση της ποινής προκύπτει και εκ του λόγου το Δικαστήριο αναγνώρισε δύο ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2β' και δ' ΠΚ και επομένως το άρθρο 85 του ισχύοντος ΠΚ είναι επιεικέστερο του προηγουμένου, καθόσον προβλέπει ευνοϊκότερο τρόπο επιμέτρησης της ποινής επί συνδρομής πλειόνων ελαφρυντικών. Κατά τα λοιπά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ.1349/2019 απόφαση του Θ'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για τις μερικότερες πράξεις της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, με χρόνο τέλεσης της πράξεως την 20/7/2011 και 21/9/2011.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον είναι εφικτό, μόνο για την επιβολή (επιμέτρηση) της προσήκουσας στον αναιρεσείοντα ποινής.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 24-6-2019 (αριθμ. πρωτ.7203/25-6-2019) αίτηση του Δ. Τ. του Π. για αναίρεση της υπ. αριθμ. ΘΤ1394/2019 απόφασης του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ