Supreme Court suspends appeal on public sector salary supplement until Full Bench resolves related constitutional equality issue.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiffs' claim for a salary supplement. The First Instance Court rejected the claim because the employees were hired under private law fixed-term contracts after January 1, 2004, and thus did not qualify for the public sector salary framework. The Court suspended the proceedings because the constitutionality of the salary supplement's eligibility criteria was already pending before the Full Bench, and deciding now would risk contradictory rulings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 § 1 of the Constitution; Article 14 of Law 3016/2002: When a legal issue regarding the scope of a statutory benefit is pending before the Full Bench of the Supreme Court, the Full Court must suspend the appeal to ensure uniformity of jurisprudence and avoid contradictory decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 836 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 836/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... 2.Ε. Γ. του Δ., 3.Ε. Ζ. του Ι., 4. Μ. - Ε. Γ. του Γ., κατοίκου .... 5.Χ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., 6.Ε. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 7.Ε. Γ. του Κ., κατοίκου ... 8.Ε. Τ. του Α., κατοίκου .... 9.Α. Κ. του Γ., κατοίκου .... 10.Ζ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 11.Μ. Χ. του Ι., κατοίκου .... 12.Ε. Ν. του Π., κατοίκου .... 13.Α. Φ. του Β., κατοίκου ....
14.Β. Ν. του Λ., κατοίκου .... 15.Μ. Κ. του Β., κατοίκου ....
16.Α. Τ. του Α., κατοίκου .... 17.Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., 18.Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 19.Φ. Τ. του Φ., κατοίκου ....
20.Δ. Κ. του Α., κατοίκου .... 21.Ε. Τ. του Γ., κατοίκου .... 22.Λ. Π. του Α., κατοίκου ...
23.Δ. Α. του Π., κατοίκου ...
24.Θ. Ν. του Σ., κατοίκου ....
25.Χ. Σ. του Α., κατοίκου .... 26.Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ....
27.A. Δ. του Η., κατοίκου ....
28.Τ. Τ. του Ε., κατοίκου .... 29.Ε. Μ. - Μ. του Χ., κατοίκου ....
30.Μ. Μ. του Ν., κατοίκου .... 31.Μ. Γ. του Γ., κατοίκου .... 32.Λ. Χ. του Δ., κατοίκου .... 33.Μ. Π., κατοίκου ....
34.Δ. Π., κατοίκου ....
35.A. Κ., κατοίκου .... 36.Ε. Γ., κατοίκου ....
37.Δ. Σ., κατοίκου .... 38.Ο. Α. κατοίκου ....
39.Δ. Ν., κατοίκου .... 40.Ε. Ε. του Γ., κατοίκου .... 41.Α. Δ. του Κ., κατοίκου .... 42.Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Μαυραγάνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και έχει υπησέλθει στη θέση του πρώην ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΤΕΚ) ΕΠΑΣ Μακεδονίας", σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4Α Ν.4109/2013, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Αναστασία Ζαφειριάδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6762/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21615/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 20-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε: α) την αναβολή έκδοσης απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Β1'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και β) την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, διότι η απαρίθμηση στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επίδικου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας επί εφέσεως αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 21615/2013 απόφασή του και όπως απ'αυτήν προκύπτει ερμηνεύοντας τις διατάξεις A) του άρθρου 15 του ν. 3016/2002 και με τον τίτλο Επιδόματα Ελληνικού Τουρισμού, έκρινε ότι το ειδικό επίδομα του παραπάνω άρθρου χορηγείται στο μόνιμο και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του ΟΤΕΚ, καθώς και στους υπηρετούντες στον ΟΤΕΚ με έμμισθη εντολή, είναι δε δικαιολογημένη και καθ' όλα και σύμφωνη με το Σύνταγμα η εξαίρεση των με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου υπαλλήλων του εναγόμενου, όπως οι ενάγοντες, από τη λήψη του επίδικου επιδόματος, δεδομένου ότι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία, που, λόγω της διάρκειας των συμβάσεων τους, δεν μπορούν να συντελέσουν στην επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού, για την επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, σε αντίθεση με το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό και συνεπώς απέρριψε το αντίστοιχο αίτημα των εναγόντων και B) . (1) των άρθρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999, 14 ν. 3016/2001, 24 παρ. 2 και 28 παρ. 4 ν . 3205/2003 δέχθηκε ότι α) η επίδικη παροχή των 176 ευρώ, που προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπερ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων που δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, έχοντας, όμως, χορηγηθεί με πολλές ΚΥΑ σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και οι οποίοι αποδεδειγμένα δεν πληρούσαν την παραπάνω προϋπόθεση και βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές σχέσεις, και έχοντας διατηρηθεί, σύμφωνα με τα άρθ. 28 § 4 και 24 § 2 ν. 3205/2003 (παρά την κατάργηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ), ως προσωπική διαφορά και μετά την 1-1-2004 (μειούμενη ανάλογα με τις μελλοντικές αυξήσεις τους), απέκτησε (η ένδικη παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως) το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και έτσι κάθε υπάλληλος, αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτήν (την οποία μόνο από 1-1-2004 και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με το άρθ. 14 ν. 3016/2002, ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης) και β) προϋπόθεση όμως για τη διατήρηση της ειδικής παροχής, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματικά λήψη, είτε η ύπαρξη ενεργού αξίωσης για τη λήψη αυτής κατά την 31-12-2003, διότι, εάν δεν είχε ενεργό αξίωση, κατά την 31-12-2003, χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτού δεν θα μπορούσε να επέλθει την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότησή του και, που δικαιολογούσαν τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική του θέση και (2) με βάση την ως άνω ερμηνεία έκρινε, ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι υπηρετούσαν ως υπάλληλοι του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ, τα έτη 2008, 2009 και 2010, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προσέφεραν δε και προσφέρουν σ' αυτό την εργασία τους, σε κατηγορίες και με ειδικότητες που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και υπάγονται μισθολογικά στο ενιαίο πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, τους Ο.Τ.Α και τα Ν.Π.Δ.Δ, όπως ορίζεται ρητά στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, που συνήψαν με το εναγόμενο, δεν δικαιούνται την παραπάνω παροχή, διότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου σε χρόνο μεταγενέστερο της 1-1-2004 και δεν έχουν ενεργό αξίωση, με τις παραδοχές δε αυτές απέρριψε την αγωγή, κατά το αντίστοιχο αίτημα της.
Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες, με τρείς λόγους αναίρεσης, από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999, 24 § 2 και 28 § 4 ν. 3205/2003 και δη του άρθ. 14 και 15 ν. 3016/2002. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναίρεσης, για παραβίαση του άρθρου 14 του ν 3016/2002. η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού εξαρτάται από το ζήτημα της, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος), επέκτασης της χορήγησης της επίδικης παροχής (176 ευρώ) σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για τη χορήγησή της, εξομοιουμένης (της παροχής αυτής) με προσαύξηση του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή, μικρότερη, ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγησή της εξαρτάται και από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 24 § 2 ν. 3205/2003, μη εξομοιουμένης με μισθό, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος και συζητήθηκε κατά την προσδιορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 23-4-2015 κατά την οποία και συζητήθηκε, χωρίς να έχει εκδοθεί εισέτι απόφαση.
Συνεπώς συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής (αναστολής) κατ' άρθ. 249 ΚΠολΔ έκδοσης απόφασης για την ένδικη αίτηση, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Επίσης, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και για τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, που συνδέονται με το άρθρο 15 ν. 3016/2002, και αφορούν την για τους ίδιους λόγους παραβίαση του προηγουμένου άρθρου καθώς και των αρθρ. 8 παρ. 7 του ν. 3270/2004, 43 του ν. 3498/2006, 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος και 4 του ΠΔ 164/2004, δεδομένου ότι αφορά τις ίδιες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου η ένδικη υπόθεση, να κριθεί ενιαία και προς αποφυγή δημιουργίας πρόσθετου κόπου, δαπανών και εξόδων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση αποφάσεως επί της από 20-5-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 21615/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έως ότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ