Legislator Case Law & Legislation
1523/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against defamation judgment due to procedural defect regarding public information rights.

Case Number 1523/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by Egnatia Television against a defamation judgment, while dismissing it regarding a third defendant who had withdrawn their claim. The court found a procedural flaw because the lower court failed to sufficiently analyze whether the public's right to information was exhausted by the defendants' rights and fundamental freedoms. Consequently, the appeal was accepted, the case remitted for further hearing by a different judge, and the appellants were awarded costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a procedural defect exists in a defamation case if the lower court fails to explicitly determine whether the public's right to information is exhausted by the subject's rights and fundamental freedoms before declaring the public interest prevailing.

Keywords

AI generated
defamation appeal public information rights procedural defect fundamental freedoms remittal for hearing costs of appeal privacy vs public interest

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1523 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1523/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤV", που εδρεύει στα Γιαννιτσά και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί δε υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη και 2) Α. Ο. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ισίδωρο Σαρίδη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Κ. Α. του Μ., κατοίκου ... και 3) Β. Α. του Κ., κατοίκου .... Οι πρώτος και τρίτη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Ευστρατιάδη, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3579/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου διαδίκου (ΑΠ 2/2017, ΑΠ 219/2012), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, ή με δήλωση που περιλαμβάνεται στις προτάσεις και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/2012, ΟλΑΠ 20/1999 ΑΠ 570/2023). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη (ΑΠ 1915/2017, ΑΠ 308/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωσή τους που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι αναιρεσείοντες δήλωσαν ότι παραιτούνται της κρινόμενης αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Κ. Α. και επομένως ως προς αυτόν η δίκη θεωρείται καταργημένη.

Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). 'Ετσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015).

Κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό.

Απλές, όμως, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί, που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός), είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης και όχι το έγκλημα της δυσφήμησης (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 1069/2019).

Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση κατ' άρθρο 362 του ΠΚ, που προσβάλλει επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 - 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016).

Ειδικότερα, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1, ότι, ''δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις... καθώς και, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον...'' και στην παρ. 2 ότι η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.

Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 972/2020, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 343/2016).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 792/2020, 2049/2017).

Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος καίτοι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 972/2020).

Εξάλλου, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 14 Συντάγματος, ''καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους'', κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, ''ο τύπος είναι ελεύθερος και η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται''.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίστανται στην πληροφόρηση και στη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί, όμως, αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται χωρίς άλλο τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τήρησης των νόμων του Κράτους, οι οποίοι αποτελούν και το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.

Επομένως, με νόμο μπορεί να περιορισθεί η ελευθερία διάδοσης των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφόρησης, αρκεί αυτοί οι περιορισμοί να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Άλλωστε, από το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρο 25 παρ. 3 Συντάγματος και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι, το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας υπόκειται σε περιορισμούς και ασκείται εντός των ορίων που χαράσσουν οι νόμοι του κράτους, οι οποίοι επιδιώκουν όχι τη, με οποιονδήποτε τρόπο, παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά την προστασία των πολιτών και του κοινωνικού συνόλου από την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της, με τον τύπο, ελεύθερης έκφρασης γνώμης ή διάδοσης πληροφοριών ή άσκησης κριτικής.

Τα δυσδιάκριτα όρια του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας από την εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προσδιορίζονται από το ημεδαπό δίκαιο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ. Επίσης, το άρθρο 10 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο (ν.δ. 53/1974), καθιερώνει με την παρ. 1 αυτού, την ελευθερία της γνώμης και της μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, όμως, με την παρ. 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 520/2018, ΑΠ 697/2017, ΑΠ 1565/2012).

Από το πλέγμα των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας, που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα.

Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, και γι' αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παράνομου της προσβολής, κατ' άρθρο 367 ΠΚ (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 574/2019, ΑΠ 632/2015).

Ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια των όλων δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης, εάν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 158/2020, ΑΠ 574/2019, ΑΠ 1587/2017).

Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου μόνου ν. 1178/1981, ''περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων'', όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994 και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995 (''Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας...''), προκειμένου για προσβολές της προσωπικότητας κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 ΑΚ υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Η ευθύνη δηλαδή του ιδιοκτήτη του εντύπου είναι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γνήσια αντικειμενική, η οποία έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη αντίστοιχης υποκειμενικής ευθύνης του συντάκτη ή αναλόγως του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου, με τους οποίους συνευθύνεται κατά το άρθρο 926 ΑΚ εις ολόκληρον.

Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής σύνταξης ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ (ΑΠ 387/2005).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 περ. α' και β', 5 παρ.1, 2 περ. ε' Ν.2472/1997 (Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων) συνάγεται, ότι α) η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρος επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει την συγκατάθεσή του, β) ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, απαγορεύεται κατά κανόνα και κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στις αναφερόμενες από τον νόμο περιπτώσεις.

Επίσης, κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρος και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων μεταξύ άλλων και εάν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.

Από την διάταξη δε του άρθρου 23 παρ.1 Ν.2472/1997 η οποία ορίζει: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 Α.Κ.

συνάγεται, ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν.2472/1977 ή (και) των κατ'εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.

Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 509/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 293/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο το οποίο δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος ενάγων είναι ψυχίατρος διευθυντής της Α' πανεπιστημιακής ψυχιατρικής κλινικής του νοσοκομείου Π. από το έτος 2007 και τακτικός καθηγητής στην ιατρική σχολή του ΑΠΘ, ο δεύτερος συνταξιούχος γιατρός με την ειδικότητα του γυναικολόγου - μαιευτήρα και επιμελητή στο δημόσιο μαιευτήριο Θεσσαλονίκης και στο νοσοκομείο Αγία Σοφία και η τρίτη απόφοιτη της γερμανικής φιλολογίας και είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αγχιστείας και ειδικότερα οι δεύτερος και τρίτη είναι πεθερικά του πρώτου.

Η πρώτη εναγόμενη (πρώτη αναιρεσείουσα) είναι ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού με τον διακριτικό τίτλο ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ". Ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσείων) είναι δημοσιογράφος της πρώτης εναγόμενης, παρουσιαστής και κεντρικός σχολιαστής της ενημερωτικής εκπομπής με θέματα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου ΕΔΩ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ' που μεταδίδεται καθημερινά από 16.00 έως 18 00 σε απευθείας μετάδοση.

Κατά τη διάρκεια της παραπάνω εκπομπής που μεταδόθηκε την 10-5-2016, ο δεύτερος εναγόμενος σε συζήτηση με άλλους δημοσιογράφους που τον πλαισίωναν ανέφερε τα εξής: "έχω μια άλλη καταγγελία για ένα διευθυντή μιας κλινικής στο νοσοκομείο Π. που βολεύει λέει συγγενικά του πρόσωπα εκεί στο νοσοκομείο αλλά και το άλλο με το γιατρό που το σόι του το φιλοξενεί μέσα στο νοσοκομείο λες και είναι του παππού του το χωράφι...αύριο μεθαύριο να δώσουμε και ονοματάκια"' Την 11-5-2016 συνομιλήτρια του ανέφερε κάθε φορά που χρειάζεται ιατρική περίθαλψη διακομίζεται στο νοσοκομείο...Αντί να πηγαίνει σε κάποιο κέντρο αποκατάστασης...για να μην πληρώνει" και ο δεύτερος εναγόμενος συνέχισε "δεν το κατάλαβες το κάνει επειδή εκεί είναι το σόι...

και στη συνέχεια ο πεθερούλης ο πατέρας..μαζί του μένει και η γυναικούλα του θα υποχρεωθούμε να αναφέρουμε ονόματα", ο δε συνομιλητής του δημοσιογράφος ανέφερε "...μας είπαν πως ο διευθυντής είναι ο Φ....το συγκεκριμένο περιστατικό έχει επαναληφθεί τα τελευταία εννέα (9) χρονιά πολλές φορές πολλάκις", ο δε δεύτερος εναγόμενος συνέχισε "...μην τρελαθούμε το πρόβλημα είναι αλλού τον κρατάνε...σε βάρος άλλων ασθενών, τον ταΐζουν, τον ποτίζουν και πιθανότατα δεν πρέπει να μένει στο νοσοκομείο...

η Ελλάδα δεν θα σωθεί από έναν γιατρό που νοσηλεύει παρατύπως τον πεθερό του. πως μπορεί κάποιος που έχει εξουσία...να κάνει ότι γουστάρει για πάρτη του..". Την 12-5-2016 συνέχισε η αναφορά στο ίδιο θέμα'...υπάρχει θέμα αν ο άνθρωπος χρήζει νοσηλείας., στο νοσοκομείο τζάμπα είναι...άλλος φίλος επανέρχεται στο θέμα Π.

λέει ότι έχει κάνει απόπειρα αυτοκτονίας...ο γιατρός του έχει δικό του δωμάτιο και μάλιστα φιλοξενεί και τη σύζυγο του εδώ και ένα μήνα...δεν δίνει τα αληθινά του στοιχεία και όλα αυτά είναι μέσα στο νοσοκομείο. Την 13-5-2016 "αμάν το θέμα του Π..... αυτό το χάλι πότε θα σταματήσει ντροπή...για κάποιους η λέξη ντροπή δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο τους...να με πήραν τηλέφωνο..δεν τον έχει τον πεθερό του ένα μήνα μια βδομαδούλα τον έχει γιατί είναι βαριά ασθενής, ένας φίλος ενημερώνει η κατάσταση στο νοσοκομείο Π.

συνεχίζεται...βρίσκεται εδώ όλη η οικογένεια...σε σουίτα τους έχουν...έχουμε οδηγίες να κάνουμε τα στραβά μάτια,.χοντραίνει το παιχνίδι...Την 16-5-2016 ανέφερε "...η διοίκηση γνωρίζει το θέμα...για το διευθυντή που έχει και φιλοξενεί το σόι του..." και την 17-5-2016 "έγινε με τα πεθερικά του τάδε στο Π. τα ταΐζει ακόμα το νοσοκομείο...καμιά βδομαδούλα λέει θα τα κρατήσει εκεί πέρα γιατί η κατάσταση είναι σοβαρή...δεν επενέβησαν οι αρμόδιες αρχές...πρέπει αυτός να φιλοξενεί τα πεθερικά του στο νοσοκομείο...

εμείς το καθήκον μας το κάναμε. γνωστοποιήσαμε ένα γεγονός". Ο δεύτερος ενάγων αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας που εμποδίζουν την έξοδο του. αλλά και την παραμονή του στην οικία του χωρίς την παρουσία άλλου προσώπου, μάλιστα έχει νοσηλευτεί στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Π. τα τελευταία εννέα χρόνια τρεις φορές, την τελευταία δε φορά ήτοι την 3-5-2016, διακομίστηκε αρχικά στην Α' παθολογική κλινική του νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, στο οποίο μετά από διήμερη νοσηλεία αποφασίστηκε ότι έχρηζε νοσηλείας σε ψυχιατρική κλινική οπότε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στην αντίστοιχη κλινική του νοσοκομείου Π., στην οποία ο πρώτος ενάγων είναι διευθυντής από το έτος 2007.

Από τις τηλεοπτικές εκπομπές που προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται η πρόθεση του δεύτερου εναγόμενου να θίξει την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων καθώς αναφέρθηκε το επώνυμο του πρώτου ενάγοντα, ότι χρησιμοποιεί τη θέση του στην κλινική για να βολεύει συγγενείς του με νοσηλεία μηνών, για να μην πληρώνει, ότι στο νοσοκομείο τρέφουν και τη γυναίκα του, ήτοι την τρίτη ενάγουσα, ότι το πρόβλημα του νοσηλευόμενου είναι ψυχιατρικό και όχι παθολογικό, ότι ο πρώτος ενάγων "έχει την εξουσία να κάνει ότι γουστάρει, αντί να πάνε τον άνθρωπο σε κέντρο αποκατάστασης και να πληρώνουν γυναίκα στο σπίτι, νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, αφού είναι τζάμπα και ότι για κάποιους η λέξη ντροπή δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο τους" :

Με τις παραπάνω αναφορές, υιοθετώντας τις καταγγελίες που έγιναν χωρίς πρώτα να ερευνήσει εάν αυτές πράγματι ευσταθούν, εμφανίζει τον πρώτο ενάγοντα άνθρωπο με έλλειψη ήθους, χωρίς αναστολές, φραγμούς και ηθικές αξίες, εκμεταλλευόμενος προς όφελος του συγγενικού περιβάλλοντος του τη θέση του, κάνοντας κατάχρηση αυτής προς εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων σε βάρος άλλων ασθενών, αναφορικά με τον δεύτερο ενάγοντα ότι χρησιμοποιεί τη θέση του γαμπρού του για μη αναγκαία νοσηλεία, την οποία δεν δικαιούται σε βάρος πραγματικά αρρώστων και την τρίτη ενάγουσα, εκμεταλλευόμενη τη μη αναγκαία νοσηλεία του δεύτερου ενάγοντα, προκειμένου να διαμένει και τρέφεται στην κλινική, γεγονότα αναληθή, ψευδή και δυσφημιστικά, δοθέντος ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη νοσηλεία του δεύτερου ενάγοντα στην ψυχιατρική κλινική, σύμφωνα με τις γνωματεύσεις των αρμοδίων προς τούτο ιατρών και ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, ήτοι διακομίστηκε στην ψυχιατρική μετά από απόφαση των γιατρών της παθολογικής κλινικής του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.

Η παρουσίαση του θέματος με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ενέχει καταφρονητική διάθεση του εναγομένου στο πρόσωπο των εναγόντων, τα ψευδή γεγονότα που αναφέρθηκαν, οι κρίσεις και τα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν, οι υπόνοιες που εκφράστηκαν ήταν δυσφημιστικές, δημιούργησαν την εντύπωση στο κοινό ότι είχε λάβει χώρα μια μεθοδευμένη ενέργεια των εναγόντων, προκειμένου να επιτύχουν τη μη αναγκαία, μη νομότυπη εισαγωγή και νοσηλεία του δεύτερου ενάγοντα στην ψυχιατρική κλινική, με κατάχρηση της θέσης του πρώτου ενάγοντα σε βάρος του δημοσίου και άλλων ασθενών.

Για τον δεύτερο εναγόμενο δημοσιοποιήθηκαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα αναφορικά με την ψυχική του υγεία. Όλα τα ανωτέρω αναφέρθηκαν από τον δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου με την προβολή τους να προσβάλλουν την αξιοπρέπεια, την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων. Τις συγκεκριμένες εκπομπές παρακολούθησε άγνωστος αριθμός τηλεθεατών, οι οποίοι σχημάτισαν μειωτική για το πρόσωπο των εναγόντων εντύπωση, με αποτέλεσμα τη διατάραξη της προσωπικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής τους.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι έλαβε χώρα παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και ευαίσθητων δεδομένων των εναγόντων, ήτοι το επώνυμο του πρώτου, στοιχεία της υγείας του δεύτερου και στοιχεία της τρίτης, αφού δημοσιοποιήθηκε το επώνυμο του πρώτου, δεδομένου ότι στην έννοια της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπάγεται και η δημοσιογραφική συλλογή, κατοχή, καταχώριση σε κείμενο και περαιτέρω δημοσίευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς πρόκειται για εργασίες χρήσης και διάδοσης αυτών.

Ο δεύτερος εναγόμενος δημοσιογράφος ως "εκτελών την επεξεργασία' και ως "υπεύθυνος επεξεργασίας", κατά την έννοια του νόμου, εφόσον διενήργησε εν μέρει τη δημοσιογραφική έρευνα, καθόρισε το περιεχόμενο της εκπομπής και τελικά παρουσίασε αυτήν, προέβη κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν 2472/1997 στη συλλογή, κατοχή, οργάνωση, τηλεοπτική χρήση και διάδοση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εναγόντων, των οποίων η ταυτότητα ήταν γνωστή ή μπορούσε να προσδιοριστεί αμέσως ή εμμέσως, γνωρίζοντας ότι με τις πράξεις αυτές θα προκαλούνταν βλάβη στους ενάγοντες.

Η επεξεργασία αυτή ήταν παράνομη γιατί δεν υπήρχε η αναγκαία προς τούτο συγκατάθεση των θιγομένων υποκειμένων αυτής. Τόσο η κατοχή και η καταχώρηση του παραπάνω υλικού σε αρχείο, όσο και η τηλεοπτική χρήση του παραβίασε το δικαίωμα της πληροφορικής αυτοδιάθεσης των εναγόντων και τη σφαίρα του ιδιωτικού και οικογενειακού τους βίου και αποτέλεσε επεξεργασία που υπερέβη προφανώς κατά την άσκηση του δικαιώματος ενημέρωσης του κοινού τα από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, επιβαλλόμενα όρια, καθόσον η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του απαραβίαστου της ιδιωτικής σφαίρας και του ιατρικού απορρήτου των προσώπων, επιτάσσει τη χρήση για δημοσιογραφικούς σκοπούς, μόνον των απολύτως προς τούτο αναγκαίων στοιχείων.

Συνεπώς, ο δεύτερος εναγόμενος προσέβαλε την τιμή την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητα των εναγόντων με τη διάδοση σε βάρος τους ψευδών γεγονότων και τη δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, προκαλώντας τους ηθική βλάβη και για το αυτό δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, η δε ευθύνη της πρώτης εναγόμενης είναι αντικειμενική και γεννάται με μόνη τη θεμελίωση της ευθύνης του δεύτερου εναγομένου." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία υποχρεώθηκαν:

α) αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση στον πρώτο αναιρεσίβλητο 10.000 ευρώ, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο 10.000 ευρώ και στην τρίτη αναιρεσίβλητη 6.000 ευρώ και β) η δεύτερη αναιρεσείουσα να μεταδώσει από τον τηλεοπτικό της σταθμό και από την εκπομπή που επιμελείται ο πρώτος αναιρεσείων περίληψη της απόφασης και μάλιστα τις φράσεις που κρίθηκαν δυσφημιστικές με βάση τις οποίες επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, ενώ δέχεται ότι τα καταγγελλόμενα στις επίμαχες τηλεοπτικές εκπομπές είναι ψευδή και ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, με τη διάδοση των γεγονότων αυτών μέσω των τηλεοπτικών εκπομπών που μεταδόθηκαν μέσω του καναλιού της πρώτης αναιρεσείουσας, προσέβαλε την τιμή την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων με τη διάδοση σε βάρος τους ψευδών γεγονότων, δεχόμενο έτσι ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την προβληθείσα από αυτούς αντένσταση από το άρθρο 367 παρ. 2α ΠΚ και απορρίπτοντας την προταθείσα από τους αναιρεσιβλήτους ένσταση ότι προέβησαν στις ανακοινώσεις αυτές λόγω δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, παρ'όλα αυτά διαλαμβάνει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, σχετικά με τη στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου αναιρεσείοντος, με τη μορφή της αποδιδόμενης σ' αυτόν συκοφαντικής δυσφήμησης των αναιρεσιβλήτων και, συνακόλουθα, της ευθύνης της πρώτης αναιρεσείουσας, ως προς το αναγκαίο υποκειμενικώς στοιχείο της υπαιτιότητας και δη του δόλου του δεύτερου αναιρεσείοντος, για το οποίο δεν αναφέρθηκε σε περιστατικά στοιχειοθετούντα γνώση εκ μέρους του της αναλήθειας των κρίσιμων περιστατικών, που αποτελεί ουσιώδες ζήτημα για την κατάφαση της διάπραξης συκοφαντικής δυσφήμησης της πρώτης των αναιρεσειόντων, η οποία αποκλείει και την κατ`εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 περ.

γ ΠΚ άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, με συνέπεια, λόγω της ως άνω ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας, να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ, 363, 362, 367 παρ. 1γ, 2α ΠΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, κατά την νοηματική τους εκτίμηση ως σύνολο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.

Περαιτέρω, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά τρόπο ασαφή, ότι η κατοχή και καταχώριση σε αρχείο των αναφερόμενων προσωπικών δεδομένων των αναιρεσιβλήτων όσο και τηλεοπτική χρήση αυτού (αρχείου) παραβίασε το δικαίωμα πληροφοριακής αυτοδιαθέσεως των αναιρεσιβλήτων και τη σφαίρα του ιδιωτικού και οικογενειακού τους βίου, δεδομένου ότι αποτέλεσε επεξεργασία που υπερέβη προφανώς κατά την άσκηση του δικαιώματος ενημέρωσης του κοινού τα από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, επιβαλλόμενα όρια, καθόσον η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του απαραβίαστου της ιδιωτικής σφαίρας και του ιατρικού απορρήτου των προσώπων, επιτάσσει τη χρήση για δημοσιογραφικούς σκοπούς, μόνον των απολύτως προς τούτο αναγκαίων στοιχείων, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει αν ο πρώτος αναιρεσείων προέβη σε έρευνα "αρχείου" ή αν έκανε χρήση πληροφοριών που περιήλθαν σε γνώση του από τρίτο, από τον οποίο είχε προηγηθεί σχετική έρευνα αρχείου ή αν συμπεριέλαβε τις σχετικές πληροφορίες σε τηρούμενο από τον ίδιο αρχείο και μάλιστα διαρθρωμένο με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, και επίσης, χωρίς να προσδιορίζει ποια είναι τα επιτρεπτά όρια, η υπέρβαση των οποίων, όπως δέχεται, κατά την άσκηση του δικαιώματος ενημερώσεως του κοινού καθιστά την άσκηση αυτού παράνομη και προσβάλλουσα το δικαίωμα πληροφοριακής αυτοδιαθέσεως του υποκειμένου των δεδομένων, ούτε και ποια ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα απολύτως, δια δημοσιογραφικούς σκοπούς και δη για την ανάδειξη του συγκεκριμένου ζητήματος, αναγκαία στοιχεία των αναιρεσιβλήτων, και χωρίς, επίσης, να αναφέρει κατά τρόπο σαφή, αν εν τέλει το προβαλλόμενο από τους αναιρεσιβλήτους δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού υπολειπόταν ή όχι προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των αναιρεσιβλήτων και αν θίχτηκαν ή όχι οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ίδια ως άνω, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.

και να καταδικαστούν οι πρώτος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 22.6.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3579/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και κηρύσσει ως προς αυτόν τη δίκη καταργημένη.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3579/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τον πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ