Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees for mediation when no monetary settlement is reached.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her lawsuit. The appellant argued that her lawyer's fees should be calculated based on the value of the property involved in the mediation, but the First Instance Court ruled that the mediation aimed at resolving co-ownership disputes and drafting regulations, not achieving a monetary settlement. The Court upheld this decision, ruling that fees are only payable upon a successful settlement or agreement, which did not occur here.
Legislator headnote
AI generatedArt. 124(1) of the Lawyers Code; Art. 871 Civil Code: Lawyer fees for mediation are payable only upon achieving a settlement or agreement, not for mere participation in negotiations that fail to result in a compromise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1523 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1523/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ.-Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Νικολακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σιαφάκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 78/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως της από 18-6-2015 εφέσεως, η 336/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 124 παρ.1 του ν.δ. 3026/ 1954 (κώδικας δικηγόρων, που καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του ν. 4194/2013, αλλ' εν προκειμένω εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής), για τη σύμπραξη δικηγόρου προς επίτευξη συμβιβασμού οφείλεται αμοιβή, της οποίας το ελάχιστο όριο καθορίζεται σε κλιμακούμενο, φθίνον ποσοστό με βάση είτε το ποσό που επιτυγχάνεται με το συμβιβασμό είτε τη χρηματική αποτίμηση τού ή των αντικειμένων αυτού.
Στην περίπτωση που η αποτίμηση υπερβαίνει το ποσό των 100.000 δραχμών, το ποσοστό της αμοιβής ορίζεται σε 5% επί του ύψους της αποτίμησης. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, συνδυαζόμενης με εκείνη του άρθρου 871 ΑΚ, η αμοιβή οφείλεται για την επίτευξη του συμβιβασμού, ήτοι για την πραγματική συμβολή του δικηγόρου στην με αμοιβαίες υποχωρήσεις διάλυση έριδας ή αβεβαιότητας, που υφίστατο μεταξύ των προσώπων τα οποία συμβιβάσθηκαν.
Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 124 παρ.1 του ν.δ. 3026/ 1954 ποσοστιαία αμοιβή δεν οφείλεται για την απλή συμμετοχή του δικηγόρου σε επί μέρους ενέργειες, οι οποίες είτε υπήρξαν άσχετες προς το συμβιβασμό είτε έγιναν μεν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων που απέβλεπαν σε αυτόν, αλλά δεν οδήγησαν καθ' εαυτές στην επίτευξή του (ΟλΑΠ 6/2010, AΠ 683/2017).
Όταν ο συμβιβασμός δεν έχει αντικείμενο που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου που συνέβαλε στην επίτευξή του υπολογίζεται με ανάλογη εφαρμογή άλλων διατάξεων του κώδικα δικηγόρων, που θεωρούνται πρόσφορες για την κατ' ιδίαν περίπτωση και λαμβάνουν ως κριτήρια τις εξώδικες ενέργειες, την τυχόν συμβολή στην κατάρτιση εγγράφων, τον καταναλωθέντα χρόνο και τη φύση της υπόθεσης.
2. Με την από 2-4-2012 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είναι συνιδιοκτήτρια με τους Π. Π. και Β.-Ν. Π. μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας ανεγερθείσας επί οικοπέδου 635,30 τμ, που βρίσκεται στο ... Αττικής. Ότι επί του οικοπέδου αυτού έχει ανεγερθεί τριώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο πάνω από το ισόγειο, δεύτερο όροφο και έτερο ισόγειο βοηθητικό κτίσμα.
Ότι η εναγομένη έχει στη συγκυριότητά της κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου τη μία εκ των δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών, που αποτελείται από το δεύτερο όροφο επιφάνειας 142,30 τμ και από το ισόγειο βοηθητικό κτίσμα επιφάνειας 34 τμ, ενώ το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου ανήκει κατά κυριότητα στους Π. Π. και Β.-Ν. Π.. Ότι επί μείζονος οικοπέδου 1.300,34 τμ. (στο οποίο περιλαμβάνεται το προαναφερόμενο οικόπεδο), ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγόμενης, Π.
Κ., είχε ανεγείρει δύο οικοδομές, ήτοι μία διώροφη μονοκατοικία μετά του υπογείου αυτής επί οικοπέδου εκτάσεως 646,17 τμ και άλλη μία διώροφη μονοκατοικία μετά του υπογείου αυτής επί οικοπέδου εκτάσεως 654,17 τμ και ότι και στις δύο άνω οικοδομές ανεγέρθηκε αργότερα δεύτερος πάνω από το ισόγειο όροφος και συνεστήθησαν δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες σε κάθε οικοδομή.
Ότι μετά την απόκτηση των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών από τους σημερινούς συνιδιοκτήτες άρχισαν διαπληκτισμοί και εκατέρωθεν αγωγές και μηνύσεις με διάφορες διεκδικήσεις, αλλά και καταγγελίες ενώπιον δημοσίων αρχών. Ότι όλα τα παραπάνω συνέβησαν διότι οι συστάσεις οριζοντίου ιδιοκτησίας είναι ατελείς, καθόσον δεν έχουν ρυθμιστεί τα προβλήματα που δημιουργούνται από την ύπαρξη ενιαίου στατικού φορέα και κοινής εισόδου για τις δύο διώροφες οικοδομές επί των οποίων βρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες μεταξύ των οποίων και της εναγομένης, δηλαδή ενώ πάνω στο οικόπεδο των 1.300,34 τμ (654,17 + 646,17) ανεγέρθηκε ενιαία οικοδομή, ήδη τριώροφη, με την ίδια οικοδομική άδεια, που περιλαμβάνει 4 οριζόντιες ιδιοκτησίες, εντούτοις δεν έχει προσαρτηθεί σωστή κάτοψη του ενιαίου οικοπέδου καθώς και κατόψεις των δύο επί μέρους οικοπέδων, κατόψεις του υπογείου, των δύο ισογείων, των δύο πρώτων ορόφων, των δύο δεύτερων ορόφων και του βοηθητικού κτίσματος στο ισόγειο, κάτοψη λεβητοστασίου, κάτοψη του ενιαίου βόθρου, κάτοψη ανελκυστήρα και πίνακας ποσοστών οικοπέδου, θέρμανσης, ανελκυστήρα και κοινοχρήστων.
Ότι προκειμένου να επιλυθεί το ως άνω πρόβλημα, δεδομένου ότι υπήρχαν έξι διαφορετικοί συνιδιοκτήτες στο ως άνω ενιαίο οικόπεδο, η εναγομένη απευθύνθηκε στην ενάγουσα, λόγω της ιδιότητας της τελευταίας ως δικηγόρου, για να διευθετηθεί η χρόνια αντιδικία σε σχέση με το ως άνω ακίνητο, πηγάζουσα από τις ατέλειες στη σύσταση των οριζόντιων ιδιοκτησιών και από το γεγονός ότι δεν υπήρχε Κανονισμός μεταξύ των συνιδιοκτητών, για να ρυθμίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους.
Ότι η ενάγουσα κατόπιν πολλών συναντήσεων με τους αντιδίκους της εναγομένης στο γραφείο της, στο ως άνω ακίνητο και στο συμβολαιογραφείο του Κ. Γ., προκειμένου να εξευρεθεί ο καλύτερος δυνατός τρόπος για την προσέγγιση των διιστάμενων μερών, κατέληξε με τους αντιδίκους της εναγομένης στη σύνταξη του από 30-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού με συμβαλλόμενους τόσο την εναγομένη όσο και τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες του ως άνω ενιαίου ακινήτου.
Ότι με το συμφωνητικό αυτό, που υπογράφηκε, επίσης, από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ενδιαφερόμενων, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα ως πληρεξούσια της εναγομένης, συμφώνησαν άπαντα τα συμβαλλόμενα μέρη όπως αναθέσουν στον αρχιτέκτονα-μηχανικό Α. Μ. να ετοιμάσει τις κατόψεις όλων των οριζόντιων ιδιοκτησιών, το τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου με θέσεις γκαράζ, τη μελέτη ηλεκτρικής και υδραυλικής εγκατάστασης και εγκατάστασης θέρμανσης με φυσικό αέριο και σύνδεση με όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, τη διαμόρφωση εισόδου στο πίσω μέρος της οικοδομής, τη διαμόρφωση της εξωτερικής όψης της κουζίνας στο πίσω μέρος της οικοδομής που ανήκει στην οριζόντια ιδιοκτησία της συμβαλλόμενης Ό.
Σ. με δαπάνες της, την αποτύπωση και θέση σε λειτουργία του ανελκυστήρα, τη μόνωση της ταράτσας και την απομάκρυνση του καυστήρα από αυτήν, την πρόβλεψη για τοποθέτηση ηλιακών θερμοσιφώνων και τη διαμόρφωση του βοηθητικού κτίσματος του ισογείου με σύνδεση ηλεκτρική, υδραυλική και θέρμανσης, καθώς και την πρόβλεψη θέσεων γκαράζ για όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Ότι, ακόμη, συμφωνήθηκε ότι τα έξοδα για τις παραπάνω μελέτες και την κατασκευή της κοινής εισόδου στο πίσω μέρος της οικοδομής, την ολοκλήρωση και λειτουργία του ανελκυστήρα, αλλά και τη σύνδεση της θέρμανσης με την ιδιοκτησία της εναγομένης αναλαμβάνουν οι συμβαλλόμενοι Ό. Σ., Ε. Κ. και Γ. Γ., υπό τον όρο ότι η εναγομένη θα παραιτηθεί από όλες τις αγωγές, μηνύσεις και προσφυγές ενώπιον πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων και δημόσιων αρχών που είχε ασκήσει εναντίον όλων και αφορούσαν στην παραπάνω οικοδομή.
Ότι μετά την εκπόνηση όλων των παραπάνω σχεδίων, κατόψεων και μελετών, που θα της παραδίδονταν το αργότερο την 30-5-2011, τα συμβαλλόμενα μέρη θα ανέθεταν στο συμβολαιογράφο Αθηνών Κ. Γ. να συντάξει τροποποιήσεις των οριζόντιων ιδιοκτησιών καθώς και Κανονισμό μεταξύ των συνιδιοκτητών για να ρυθμίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, αλλά και οι σχέσεις που προκύπτουν από την ύπαρξη ενιαίου στατικού φορέα, ο οποίος θα υπογραφόταν μέχρι την 20-6-2011.
Ότι η εναγομένη μετά τον Οκτώβριο 2011, για να αποφύγει την πληρωμή της αμοιβής της για την ως άνω συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, παρότι γνώριζε ότι η σύνταξη και υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού επιτεύχθηκε αποκλειστικά με προσωπικές της ενέργειες και διεκπεραιώθηκε μετά από αρκετές συναντήσεις και πολύωρες συζητήσεις με τους αντιδίκους της, δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της.
Ότι μετά ταύτα η εναγομένη της απέστειλε την από 8-3-2012 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία με αναληθές και προσβλητικό περιεχόμενο για το πρόσωπό της και της ζητούσε να της παραδώσει όλους τους φακέλους της υπόθεσης. Ότι, ακολούθως, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη και στον αδελφό της την από 15-3-2012 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση απαντώντας της ότι δεν έχει πληρωθεί για τη διαμεσολάβηση, σύνταξη και υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι δεν έχουν δικαίωμα να της ζητούν την απόδοση των φακέλων της υπόθεσης, εάν πρώτα δεν της εξοφλήσουν το ποσό των 23.723,30 ευρώ, που της όφειλαν βάσει του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Ότι το ως άνω εξώδικο επέδωσε και στον ΔΣΑ, όπου γνωστοποίησε ότι έχει δικαίωμα επίσχεσης των φακέλων της υπόθεσης μέχρις ολοσχερούς αποπληρωμής των οφειλόμενων δαπανών και αμοιβών. Ότι τους κάλεσε στην οικία της με καταληκτική ημερομηνία την 19-3-2012 να της καταβάλουν το ποσό των 23.723,30 ευρώ, προκειμένου να παραλάβουν τους φακέλους των υποθέσεών τους, πλην όμως δεν προσήλθαν.
Ότι η ενάγουσα ολοκλήρωσε με επιτυχία την ανατεθειμένη σε αυτήν από την εναγομένη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, με τη σύνταξη και υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού. Ότι η αντικειμενική αξία της ιδιοκτησίας της εναγομένης ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 632.621,46 ευρώ και εφόσον η εναγομένη έχει στην συγκυριότητά της τα 3/4 εξ αδιαιρέτου δικαιούται ως αμοιβή της, σύμφωνα με το άρθρο 124 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ποσοστό 5% επί της αξίας του αντικειμένου του συμβιβασμού, ήτοι (632.621,46 ευρώ X 3/4 = 474.466,09 X 5%=) 23.723,30 ευρώ, την οποία η εναγομένη αρνείται να της καταβάλει.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως νόμιμη αμοιβή το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της από 15-3-2012 εξώδικης πρόσκλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Με την 78/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
3. Μετά την άσκηση της από 18-6-2015 έφεσης εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η 336/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφανίστηκε η τότε εκκαλούμενη απόφαση και η αγωγή απορρίφτηκε ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, επί του ζητήματος της νομικής βασιμότητας της αγωγής και όπως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το εφετείο έκρινε ότι αντικείμενο της προσέγγισης των συνιδιοκτητών του οικοπέδου και των οικοδομών που αναφέρονται στην αγωγή, στους οποίους περιλαμβάνεται και η εναγομένη, δεν ήταν η διαιρετή ιδιοκτησία της τελευταίας, διότι για τα εμπράγματα δικαιώματα αυτής επί της εν λόγω ιδιοκτησίας ουδέν περί διενέξεως μετά των υπολοίπων συνιδιοκτητών διατυπώνεται.
Αντιθέτως, αντικείμενο της προσέγγισης ήταν, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η διευθέτηση μιας ποικιλίας προβλημάτων τα οποία, αν και δεν περιγράφονται αναλυτικά, εμφανίζονται γενικά ως συνδεόμενα με τις σχέσεις των συνιδιοκτητών από την οροφοκτησία και οφειλόμενα αφ' ενός στην προϋπάρχουσα αταξία ως προς την αποτύπωση και τη λειτουργικότητα των οριζοντίων ιδιοκτησιών και αφ' ετέρου στην έλλειψη κανονισμού σύμφωνα με την ειδική νομοθεσία περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους.
Κατά συνέπεια, έκρινε το εφετείο, η οφειλόμενη αμοιβή της ενάγουσας, για την απασχόλησή της ως δικηγόρου προς επίτευξη της προσέγγισης, δεν ήταν δυνατό να υπολογισθεί επί της αξίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας της εναγομένης και γι' αυτό απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, το εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ.
αρ.1) και δεν είχε δικονομικό περιθώριο να αναζητήσει προς έρευνα άλλη, επικουρική βάση τα αγωγής, διότι από το περιεχόμενό της ούτε δυνατότητα άλλης χρηματικής αποτίμησης του αντικειμένου της συμβιβαστικής προσέγγισης προέκυπτε (το οποίο, όπως αναφέρθηκε, συνίστατο στη διευθέτηση οικοδομικών και λειτουργικών εκκρεμοτήτων της συνιδιοκτησίας με δαπάνη μερίδας των κοινωνών πλην της εναγομένης, με αντάλλαγμα την παραίτηση της τελευταίας από εκκρεμείς διαδικαστικές ενέργειες σε βάρος των πρώτων και στην ανάληψη αμοιβαίας υποχρέωσης για σύνταξη κανονισμού οροφοκτησίας) ούτε επίκληση άλλων κριτηρίων προσδιορισμού της αμοιβής της ενάγουσας μπορούσε να συναχθεί.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υπό διαφορετικές εκδοχές υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 336/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ