Legislator Case Law & Legislation
683/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lawyer fee award where lawyer failed to secure spouse's consent for settlement.

Case Number 683/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's refusal to award fees to a law firm for a settlement achieved without their involvement. The court found the lawyer had previously angered the spouse, causing negotiations to collapse before the firm's participation, thus rendering the settlement unattributable to them. Consequently, the court ruled that no fee was due for the settlement itself, only for prior out-of-court actions, and rejected the appellant's procedural arguments as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 124(1) of Law 3026/1954; Art. 871 of the Civil Code: A lawyer's fee for achieving a settlement is due only for their actual contribution to the mutual compromise, not for mere participation in negotiations that failed to result in the agreement.

Keywords

AI generated
lawyer fees settlement achievement joint representation spousal consent legal malpractice court costs appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 124(1) of Law 3026/1954
Art. 871 of the Civil Code
Art. 559(1) and (6) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(14) and (20) of the Code of Civil Procedure
Art. 91(1) of Law 3026/1954
Art. 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 683 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 683/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας δικηγόρων με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, τελεί υπό εκκαθάριση και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ. Σ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Αλεξίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 49/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 433/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 124 παρ.1 του ν.δ. 3026/ 1954 (κώδικας δικηγόρων, που καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του ν. 4194/2013, αλλ' εν προκειμένω εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής), για τη σύμπραξη δικηγόρου "προς επίτευξιν συμβιβασμού" οφείλεται αμοιβή, της οποίας το ελάχιστο όριο κανονίζεται με βάση το ποσό του συμβιβασμού ή τη χρηματική αποτίμηση των αντικειμένων αυτού και, στην περίπτωση που η σχετική αξία υπερβαίνει το ποσό των 100.000 δραχμών, ορίζεται σε ποσοστό 5% επί της εν λόγω αξίας. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, συνδυαζόμενης με εκείνη του άρθρου 871 ΑΚ, η αμοιβή οφείλεται για την επίτευξη συμβιβασμού, ήτοι για την πραγματική συμβολή του δικηγόρου στην με αμοιβαίες υποχωρήσεις διάλυση έριδας ή αβεβαιότητας, που υφίστατο μεταξύ των προσώπων τα οποία συμβιβάσθηκαν. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 124 παρ.1 ποσοστιαία αμοιβή δεν οφείλεται για την απλή συμμετοχή του δικηγόρου σε επί μέρους ενέργειες, οι οποίες είτε υπήρξαν άσχετες προς το συμβιβασμό είτε έγιναν μεν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων που απέβλεπαν σε αυτόν, αλλά δεν οδήγησαν καθ' εαυτές στην επίτευξή του (ΟλΑΠ 6/2010, ΑΠ 925/2009).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητος, περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2010, αντιμετώπισε το ζήτημα διάλυσης του γάμου της, έχοντας λάβει εξώδικη παραγγελία του τότε συζύγου της να αποχωρήσει αμέσως από την οικογενειακή στέγη.

Ότι τότε, με προτροπή της αδελφής της, η εναγομένη προσήλθε στον εκ των εταίρων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρίας, Γ. Σ., δικηγόρο, από τον οποίο ζήτησε νομική συμβουλή προκειμένου αφ' ενός να παραμείνει στην οικογενειακή στέγη και αφ' ετέρου να διαπιστώσει την έκταση της αξιώσεώς της για συμμετοχή στα αποκτήματα του τότε συζύγου της κατά την 27ετή διάρκεια του γάμου τους.

Ότι η εναγομένη, αφού ενημερώθηκε από το Γ. Σ. και έχοντας κατά νου την ήδη εκφρασθείσα επιθυμία του τότε συζύγου της για συμβιβαστική επίλυση των διενέξεών τους, ανέθεσε στην ενάγουσα εταιρία να εξαντλήσει τα περιθώρια επίτευξης της κατά το δυνατόν καλύτερης εξώδικης λύσης προκειμένου να διατηρήσει την οικογενειακή στέγη και να έχει ευρεία συμμετοχή στα αποκτήματα.

Ότι προς την κατεύθυνση αυτή άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών, με συμμετοχή των δικηγόρων τους. Ότι η ενάγουσα φέρεται ότι κατάρτισε, δια του Γ. Σ., το από 27-10-2010 "σχέδιο συμφωνίας", όπου οι αξιώσεις της εναγομένης εμφανίζονται διογκωμένες (σε σχέση με αυτές που αναφέρονται στη συνέχεια της παρούσας), πλην όμως, αυτό δεν προτάθηκε προς διαπραγμάτευση.

Ότι, αντιθέτως, η ενάγουσα, δια του Γ. Σ., διαβίβασε προς τον Ι. Ο., δικηγόρο του τότε συζύγου της εναγομένης, το από 7-12-2010 "διάγραμμα ρύθμισης", στο οποίο αναφέρεται ότι ο τελευταίος θα μεταβιβάσει προς την εναγομένη το ακίνητο της οικογενειακής στέγης και θα της καταβάλει μετρητά 4.400.000 ευρώ, εκ των οποίων 400.000 ευρώ ήσαν χρήματα της εναγομένης, ήτοι παροχές προς τις οποίες εκείνος εξ αρχής δεν διαφωνούσε.

Ότι κατόπιν τέθηκε το ζήτημα ότι το ακίνητο της οικογενειακής στέγης ανήκε στην ιδιοκτησία ανώνυμης εταιρίας ελεγχόμενης από τον τότε σύζυγο της εναγομένης, ότι προς την εναγομένη έπρεπε να γίνει η μεταβίβαση μόνο της επικαρπίας αυτού, ότι η ψιλή κυριότητα έπρεπε να μεταβιβασθεί προς μία των θυγατέρων του ζεύγους και ότι εν όψει των μεταβιβάσεων αυτών, στις οποίες θα έπρεπε να παρεμβληθεί ο τότε σύζυγος της εναγομένης, ήταν απαραίτητο να γίνει φοροτεχνική έρευνα.

Ότι στο σημείο αυτό οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και δεν προχώρησαν μέχρι και το τέλος του Φεβρουαρίου 2011. Ότι την 17-3-2011 έγινε η τελευταία κοινή συνάντηση των διισταμένων συζύγων και των δικηγόρων τους, στα γραφεία της ενάγουσας εταιρίας, κατά την οποία δημιουργήθηκε ένταση με αποτέλεσμα ο τότε σύζυγος της εναγομένης με το δικηγόρο του να διακόψουν τις διαπραγματεύσεις και να αποχωρήσουν.

Ότι η ένταση, σύμφωνα με την κατάθεση της αδελφής της εναγομένης, οφειλόταν στην εριστική συμπεριφορά του Γ. Σ., προς τον οποίο ο τότε σύζυγος της εναγομένης φέρεται να είπε ότι οδηγεί την πελάτισσά του στην καταστροφή. Ότι, κατόπιν αυτού, ο τότε σύζυγος της εναγομένης διαμήνυσε προς αυτήν ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε διακανονισμό μαζί της, για όσο θα εξακολουθεί να εκπροσωπείται από το Γ.

Σ.. Ότι ο ίδιος επανέλαβε την προειδοποίηση αυτή με το από 29-3-2011 τηλεομοιότυπο, το οποίο απέστειλε προς τα γραφεία της ενάγουσας εταιρίας και με το οποίο απέδιδε στον Γ. Σ. τη μομφή ότι επιχειρεί "διαστρέβλωση της πραγματικότητας, του πνεύματος και της ουσίας των συζητήσεων προς αναζήτηση συμφωνιών για τη λύση του γάμου με ταχεία διαδικασία" και κατέληγε στην απόφαση ότι "παρέλκει κάθε περαιτέρω συζήτηση μαζί [του]".

Ότι μετά την εξέλιξη αυτή, περί τις αρχές Απριλίου 2011, η εναγομένη ανακάλεσε προφορικώς την εντολή που είχε δώσει στην ενάγουσα εταιρία, διότι είχε διαπιστώσει την αδυναμία κατάρτισης συμφωνίας με τον τότε σύζυγό της και πίστευε ότι ο δικηγόρος της δεν πρόσφερε τίποτε στην προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης.

Ότι την 31-5-2011 η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τις μέχρι τότε νομικές υπηρεσίες του Γ. Σ.. Ότι έκτοτε δεν υπήρξε σύμπραξη της ενάγουσας εταιρίας στην υπόθεση της συμβιβαστικής επίλυσης της οικογενειακής διένεξης της εναγομένης. Ότι την 14-11-2011 ο Γ. Σ., με επιστολή που απέστειλε προς την εναγομένη, ζήτησε την καταβολή ετέρων 30.000 ευρώ ως υπόλοιπο της αμοιβής του για το σύνολο των ενεργειών του μέχρι την ανάκληση της εντολής.

Ότι την 22-11-2011, με τα …87 και …88 συμβόλαια της συμβολαιογράφου … Μ. Κ., μεταβιβάσθηκε προς μεν την εναγομένη λόγω δωρεάς η επικαρπία (με αντικειμενική αξία περίπου 1.780.548 ευρώ), προς δε τη θυγατέρα του ζεύγους, Χ. Μ., λόγω γονικής παροχής η ψιλή κυριότητα της οικογενειακής στέγης, ήτοι του ακινήτου που βρίσκεται στη συμβολή της οδού Θ.

με τη δημοτική οδό Κ. και είχε μεταβιβασθεί προηγουμένως από την ανώνυμη εταιρία "... SA" προς τον τότε σύζυγο της εναγομένης. Ότι την 5-12-2011 επακολούθησε η δεύτερη συζήτηση της αίτησης συναινετικού διαζυγίου, μετά την οποία εκδόθηκε η 84/13-1-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τη λύση του γάμου των ως άνω.

Ότι, τέλος, οι τέως σύζυγοι υπέγραψαν το από 14-3-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο πρώην σύζυγος κατέβαλε προς την εναγομένη το ποσό των 4.239.432 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των αξιώσεών της για συμμετοχή στα αποκτήματα αυτού κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Μετά τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η ενάγουσα εταιρία, δια του ως άνω δικηγόρου και μέλους αυτής, δεν είχε πραγματική συμβολή στην επίλυση της διένεξης των διισταμένων συζύγων.

Διότι οι μεν σύζυγοι ήθελαν εξ αρχής να αποφύγουν την εμπλοκή τους με τα δικαστήρια και να βρουν συμβιβαστική λύση, ο δε δικηγόρος μέλος της ενάγουσας, μέχρι την ανάκληση της προς αυτόν εντολής εκ μέρους της εναγομένης, δεν είχε κατορθώσει να επιτύχει τη συναίνεση του τότε συζύγου της για κάποια από τις συζητούμενες εκδοχές.

Αντιθέτως, είχε προκαλέσει την οργή του και την εκ μέρους εκείνου διακοπή των διαπραγματεύσεων, οι οποίες επαναλήφθηκαν μετά από πολλούς μήνες και κατέληξαν σε αίσιο αποτέλεσμα χωρίς τη σύμπραξη του Γ. Σ.. Γι' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας έκρινε περαιτέρω ότι η ενάγουσα δικηγορική εταιρία δεν δικαιούται αμοιβή για τη σύμπραξή της στην επίτευξη συμβιβασμού (αλλά ενδεχομένως αμοιβή για εξώδικες ενέργειες κατ' άρθρο 91 παρ.1 του ν.δ. 3026/1954) και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 49/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την από 10-5-2012 ένδικη αγωγή στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 871 ΑΚ και 124 παρ.1 του ν.δ. 3026/1954 και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία με επάρκεια, χωρίς κενά ή αντιφάσεις, παρέθεσε στην απόφασή του. Επομένως, οι πρώτος και έκτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

3. Για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ είναι αναγκαίο το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, είτε να έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν είτε να μην έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν, τα οποία και στις δύο περιπτώσεις μπορούσαν να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, όμως, θεωρούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων και όχι τα αποδεικτικά επιχειρήματα αυτών ή τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά. Επομένως, οι τρίτος και πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα παραπονείται για το ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη περιστατικά, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και σύμφωνα με τα οποία θα έπρεπε να έχει γίνει δεκτό ότι ο Γ. Σ. είχε πραγματική συμβολή στην κατάρτιση του συμβιβασμού μεταξύ των διισταμένων συζύγων, είναι προεχόντως απαράδεκτοι. Οι δεύτερος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υπό την προσχηματική επίκληση του άρθρου 559 αρ.14 και 20 ΚΠολΔ πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου, είναι, επίσης, απαράδεκτοι (ΚΠολΔ 561παρ.1).

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 433/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 2α Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ