Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of respondent appearance and invalid withdrawal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision, ruling that the appeal was procedurally invalid. The appellant failed to appear at the hearing, and the court found her previous withdrawal of the divorce counterclaim had been validly revoked by the respondent's objection. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 294-297, 522 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court examines appeals ex officio regarding the legal summons of absent respondents, and a withdrawal of claim is validly revoked if the opposing party objects and demonstrates a legitimate interest in a final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1517 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1517/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοκκονό, με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Νοεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2204 του ιδίου Δικαστηρίου και 72/2008 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπεγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης, αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου στην αναιρεσείουσα. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296, 297, 522 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ή της ανταγωγής ή και από το αγωγικό δικαίωμα, ακόμη και κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης, εκτός αν προβάλλει αντίρρηση ο εναγόμενος και πιθανολογεί ότι έχει συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
Η παραίτηση γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφαίνεται ότι καταργήθηκε η δίκη εξαρχής, ήτοι από τη διαδικασία του πρώτου βαθμού (ΑΠ 557/2006, ΑΠ 69/1996).
Η κατά πιθανολόγηση κρίση του δικαστηρίου, από την ύπαρξη ή μη εννόμου συμφέροντος του αντιλέγοντος είναι ανέλεγτη (ΑΠ 398/1997). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 516 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 1438 Α.Κ., που ορίζει ότι ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, που απαγγέλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα επόμενα άρθρα, συνάγεται ότι και στη δίκη διαζυγίου, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη, έφεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, ενάγων ή εναγόμενος, αν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο υπάρχει και όταν επιδιώκει να καταστήσει εκκρεμή τη δίκη στο Εφετείο για να αποσοβήσει τη λύση του γάμου (Ολ.ΑΠ 1/1989, ΑΠ 434/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η από 7-10-2004 ανταγωγή που άσκησε με της προτάσεις της, για τη λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, ενόψει της προηγηθείσης από 12-11-2003 αγωγής του τελευταίου για τον ίδιο λόγο, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, με το δικόγραφο της εφέσεως της, που κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο και τώρα αναιρεσίβλητο σύζυγο της, παραιτήθηκε από το δικόγραφο, της άνω, ανταγωγής της, περί λύσεως του γάμου της για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 1439 παρ. 1 του Α.Κ.
λόγο, και ότι η παραίτηση αυτή έγινε εγκύρως, αφού έγινε κατά τον πιο πάνω νόμιμο τύπο και με την άσκηση της έφεσης της αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεδομένου ότι η εκκαλούσα είχε έννομο συμφέρον να εφεσιβάλει την απόφαση που δέχθηκε την ανταγωγή της, καθόσον κατ' αυτόν τον τρόπο επεδίωκε τη διατήρηση του γάμου της με την παραίτηση από την ανταγωγή της.
Δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος (τότε εφεσίβλητος), κατά της άνω παραίτησης της εκκαλούσας προέβαλε αντιρρήσεις, τόσο με το δικόγραφο της αντέφεσης που άσκησε ως εφεσίβλητος στην άνω έφεση ( η αντέφεση αυτή απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως απαράδεκτη), όσο και με τις προτάσεις του, και συγχρόνως πιθανολόγησε έννομο συμφέρον του τελευταίου, αφού επιθυμεί τη λύση του γάμου με την εκκαλούσα, την οποία λύση, είχε ζητήσει με την ως άνω αγωγή του, η οποία είχε συνεκδικασθεί με την παραπάνω ανταγωγή της αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε με την υπ' αριθμό 228/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω παραίτηση είναι απαράδεκτη και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο α') δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του, παρά το νόμο, πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα τέτοια που αναιρούσαν δικαιολογημένο συμφέρον του αναιρεσίβλητου στη λύση του γάμου, ειδικότερα δε τους προβληθέντες με την έφεση ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας σχετικά με την πρόθεση της να παράσχει συγνώμη στον αναιρεσίβλητο χάριν της ψυχικής ηρεμίας και γαλήνης των τέκνων τους από τη διατήρηση του γάμου.
Άλλωστε, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης που ερευνάται με ελεύθερη απόδειξη σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 557/2006, ΑΠ 65/1971), η κρίση δε περί συνδρομής του δεν υπόκειται, κατά τα προεκτεθέντα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και β') ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την παραίτηση της αναιρεσείουσας από την ανταγωγή και το ασκηθέν με αυτή δικαίωμα, αφού ο αναιρεσίβλητος προέβαλε με την αντέφεση του και τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, σε απάντηση της περί παραιτήσεως δήλωσης της αναιρεσείουσας, αντίρρηση στην παραίτηση αυτή της τελευταίας και το Εφετείο δέχθηκε κατά πιθανολόγηση ότι έχει έννομο συμφέρον στην περάτωση της δίκης με έκδοση οριστικής απόφασης.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλονται οι άνω αντίθετες αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 72/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια επτακόσια (1700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ