Legislator Case Law & Legislation
557/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against illegal construction conviction due to lack of reasoning and invalid retroactive law argument.

Case Number 557/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by defendants convicted of illegal construction, rejecting arguments regarding insufficient reasoning and the retroactive application of a new law. The court found the lower court's decision lacked the specific factual basis required by Article 510 of the Code of Criminal Procedure to establish guilt. Furthermore, the court ruled that the new law did not suspend the validity of the old statute applicable to the 1998 crime, rendering the retroactivity argument baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 17(8) Law 1337/1983; Art. 18(4) Law 1337/1983; Art. 510(1)(d) Code of Criminal Procedure; Art. 24 Law 3212/2003: A criminal conviction is voidable only if the judgment lacks specific reasoning linking facts to the crime, and a new law does not retroactively invalidate the application of the old law to crimes committed before its effective date.

Keywords

AI generated
illegal construction insufficient reasoning retroactive law appeal dismissal criminal liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 17(8) Law 1337/1983
Art. 18(4) Law 1337/1983
Art. 510(1)(d) Code of Criminal Procedure
Art. 24 Law 3212/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 557 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 557/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθέριου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1) .... και 2) ......, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 14474/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.11.2004 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2072/2004.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 8 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ.

ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν.δ. 8/1973 «περί ΓΟΚ», όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τα στοιχεία αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων στην απόφασή του αυτή κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: Οι κατηγορούμενοι κατά το έτος 1998 και σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε, στη .... , σε εκτός σχεδίου πόλεως περιοχή, ως ιδιοκτήτες οικοπέδου κατασκεύασαν αυθαίρετα επ' αυτού κτίσματα και συγκεκριμένα προέβησαν:

α) στην κατασκευή διώροφης οικίας εμβαδού 80,5 τ.μ. στο ισόγειο και 38,86 τ.μ. στον όροφο, καθώς και 16,40 τ.μ. ημιυπαίθριου ισογείου, β) στην προσθήκη κατ' επέκταση ισογείου, εμβαδού 4,0 Χ 3,6 = 14,40 τ.μ. καθ' υπέρβαση της .... οικοδομικής αδείας, γ) στην κατασκευή περίφραξης συνολικού μήκους 45,40 + 74,80 + 46,43 + 75,21 = 241,84 τ.μ. από τοίχο ύψους 1,50 μ., δ) στην κατασκευή κτίσματος αποθήκης διαστάσεων 3,0 Χ 7,0 = 21 τ.μ.

στο όριο του αγροτεμαχίου και στ) στην κατασκευή πισίνας στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, εκτός σχεδίου πόλεως και χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Αρχής.

Με τις παραδοχές του αυτές το προδιαληφθέν Δικαστήριο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παραβιάσεως του άρθρου 17 παρ. 1 και 8α του Ν. 1337/1983, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες έτσι ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα: 1) Από το πιο πάνω περιεχόμενο της καταδικαστικής απόφασης σαφώς προκύπτει ότι τα αναφερόμενα σ' αυτήν ως αυθαιρέτως κατασκευασθέντα αποτελούν κατασκευές κατά την έννοια του άρθρου 22 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, για τις οποίες απαιτείται άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, είναι δηλαδή εργασίες δόμησης. 2) στην προσβαλλόμενη απόφαση καθορίζεται ότι η οικοδόμηση καθ' υπέρβαση της ...

οικοδομικής άδειας συνίσταται στην προσθήκη κατ' επέκταση ισογείου εμβαδού 4,0 Χ 3,6 = 14,40 τ.μ., τα οποία από προφανή παραδρομή αναφέρονται στο διατακτικό μόνο ως 14,00 τ.μ., ενώ το ορθό ως άνω εμβαδό αναφέρεται στο σκεπτικό και άλλωστε προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των δύο αυτών διαστάσεων, 3) από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους παραβάσεως της ως άνω διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 από δόλο (βλ.

ιδία μνεία του άρθρου 27 του ΠΚ στο σκεπτικό επιμετρήσεως της ποινής και αναφορά σ' αυτόν της εντάσεως του δόλου μεταξύ των κριτηρίων επιβολής της. 4) στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το δικαστήριο συνεξετίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως μεταξύ των άλλων αναφερομένων σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, και επομένως και την υπ' αριθ. 37964/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που φέρεται επίσης στα πρακτικά ως αναγνωσθείσα, 5) από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες υπέβαλε κατά την ακροαματική διαδικασία κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ισχυρισμό ότι τέλεσε την ως άνω πράξη πιστεύοντας πεπλανημένως ότι εδικαιούτο να προβεί σ' αυτήν και ότι η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή (άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ).

Τέτοιο σαφή και ορισμένο ισχυρισμό δεν θεμελιώνουν όσα εξέθεσε στην απολογία του και συγκεκριμένα οι αναφορές του σ' αυτήν: «Είχαμε αγοράσει το αγροτεμάχιο. Πήγαμε σε εταιρεία που πουλούσε λυόμενα σπίτια και μας είπαν ότι μπορούσαμε να βγάλουμε άδεια, μάλιστα ένας μηχανικός τους το ανέλαβε, έβγαλε άδεια και προχωρήσαμε στην κατασκευή του σπιτιού.

Ο ίδιος μηχανικός μας βεβαίωσε ότι μπορούσαμε να κάνουμε και όλα τα επιπλέον κτίσματα και ότι ήταν νόμιμα. Τελικά η άδειά μας ανακλήθηκε γιατί το αγροτεμάχιο ήταν 3,5 στρέμματα και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο ……..».

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' και ε' αναιρετικοί λόγοι.

Με το άρθρο 24 του Ν. 3212/2003 ορίζεται ότι η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός από τις διατάξεις, μεταξύ άλλων και του άρθρου 5 παρ. 4 αυτού (με την οποία αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 8 και 9 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983), η ισχύς των οποίων αρχίζει έξι μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 308/31.12.2003 τ. Α'), και μετά την τροποποίηση του άρθρου αυτού με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3242/2004 την 31.12.2004). Η ρύθμιση αυτή, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του νόμου αυτού αφορά την έναρξη ισχύος των ως άνω διατάξεων του (Ν. 3212/2003) για το μετά τη δημοσίευσή του χρονικό διάστημα και δεν καθιερώνει κανενός είδους αναστολή των ως τότε ισχυουσών διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, υπό το κράτος των οποίων τελέσθηκε η ως άνω πράξη των αναιρεσειόντων (έτος 1998). Επομένως, ο λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Δικαστήριο που δίκασε εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, διότι η ισχύς της κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως (εφ' ης εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση), ήτοι κατά την 24.9.2004, είχε ανασταλεί, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν, καθένας των αναιρεσειόντων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.11.2004 αίτηση των: 1) .... και 2) .... για αναίρεση της υπ' αριθ. 14474/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ