Supreme Court dismisses appeal against drug trafficking conviction due to lack of specific grounds and rejection of vague mitigation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for joint drug trafficking, ruling the appeal inadmissible for lacking specific grounds. The appellant argued the lower court failed to consider a mitigation claim regarding post-crime good behavior, but the court found this argument vague and unsupported by facts. Consequently, the court held the appeal was baseless and rejected it entirely, ordering the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 464, 466, 473, 474, 505, 510, 578 of the Code of Criminal Procedure; An appeal must contain specific grounds, and a claim for mitigation based on post-crime conduct must be substantiated by concrete facts to be considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1516 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1516/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Α. ή Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σακαλόγλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1891/2024 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό.
Το ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών (που δίκασε δε δεύτερο βαθμό) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσεουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 27.2.2025 και με αριθμό Γενικού Πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 1638/27.2.2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27-2-2025 και με αριθμό Γενικού Πρωτόκολλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 1638 /27-2-2025, αίτηση της Α. ή Α. Π. του Ι. και της Σ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της με αριθμό 1891/2024 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και την καταδίκασε για το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (αγορά, κατοχή, πώληση από κοινού, άρθρ.20 του ν.4139/2013), και επέβαλε σ'αυτήν κάθειρξη οκτώ (8) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από τον εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο δικηγόρο Αθηνών, Δημήτριο Σακαλόγλου, δυνάμει της από 25-2-2025 εξουσιοδοτήσεως και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, Ειδικό Βιβλίο στις 13-2-2025 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 27-2-2025, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα (άρθρα 462, 464, 466 παρ.2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.1, 505 παρ.1 περ.
α' του ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως (άρθρα 462, 464, 466 παρ.2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.1, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ) και περιέχει παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ', για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του ισχύοντος από 20.03.2013 ν. 4139/2013, στο οποίο τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών και αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, ορίζεται, ότι "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 2Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, η καλλιέργεια ή η συγκομιδή οποιουδήποτε φυτού του γένους της κάνναβης,.... 3.Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης.
Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία" (ΑΠ 12/2024, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 1084/2020, ΑΠ 483/2020). Με τις άνω διατάξεις τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, μεταξύ δε αυτών είναι η αγορά, η κατοχή και η πώληση ναρκωτικών ουσιών (ΑΠ 357/2023, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 127/2022).
Κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, το ανωτέρω έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών πραγματώνεται, με τη μορφή της αγοράς ή πώλησης αυτών, με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοση τους προς αυτόν αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, ενώ η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει σε τρίτους (ΑΠ 422/2023, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1094/2022, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 483/2020).
Η φυσική εξουσίαση δεν πληρούται μόνο με τη σωματική επαφή του δράστη με τη ναρκωτική ουσία, αλλά αρκεί το γεγονός ότι ο δράστης βρέθηκε σε τοπική εγγύτητα προς τη συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία του επιτρέπει να τη διαθέτει κατά βούληση (ΑΠ 422/2023, ΑΠ 78/2021). Για την αιτιολόγηση της τέλεσης του εγκλήματος της πώλησης, της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός 1) της ποσότητας (βάρους) των ναρκωτικών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών (ΑΠ 735/2022), 2) του χρόνου τέλεσης της πράξης, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας 3) του επιτευχθέντος τιμήματος 4) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών (ΑΠ 12/2024, ΑΠ 1142/2023, ΑΠ 1030/2023, ΑΠ 1007/2023, ΑΠ 679/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1495/2022).
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση. Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου δεν απαιτείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή ( ΑΠ 564/2025, ΑΠ 735/2022, ΑΠ 767/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 884/2019, ΑΠ 950/2019).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, στην περίπτωση που το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 510/2021, ΑΠ 2056/2019, ΑΠ 1556/2019, ΑΠ 342/2019).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία, του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται αυτά (ΑΠ 682/2020, ΑΠ 1556/2019, ΑΠ 94/2017). Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π.713/2023, Α.Π.1530/2022, Α.Π. 382/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ.1891/2024 καταδικαστικής απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: " Οι κατηγορούμενοι Α.
Δ. του Α. -Γ. (πρώτος κατηγορούμενος) και Π. Α. ή Α. του Ι. (δευτέρα κατηγορουμένη) με πρόθεση ενεργώντας από κοινού και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, με περισσότερες πράξεις τους τέλεσαν το παρακάτω αναφερόμενο έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών που προβλέπει και τιμωρεί ο νόμος με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή και ειδικότερα:
Με πρόθεση ενεργώντας και από κοινού, στο Μενίδι Αττικής σε μη διακριβωθέντα επακριβώς χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από την σύλληψή τους την 07-07-2017 (ήτοι από 28-6-2017 έως 07-07-2017) και σε ημερομηνία, που ευρίσκεται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, παράνομα διακίνησαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο παράνομα ενήργησαν πράξη με την οποία συντελείται κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο από κοινού αγόρασαν με σκοπό την διακίνηση απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και πλέον συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο αγόρασαν για τον ως άνω σκοπό άγνωστες ποσότητες των ναρκωτικών δισκίων ...
και ... , καθώς και της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνη, τουλάχιστον όμως 160 ναρκωτικά δισκία ... , 15 ναρκωτικά δισκία με την ένδειξη ..., 7 μισά δισκία με την ένδειξη ... και ηρωίνη σε σκόνη συνολικού μικτού βάρους 6,1 γραμμαρίων, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, από άγνωστο άτομο. 2) Με πρόθεση ενεργώντας κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο από κοινού, παράνομα διακίνησαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο παράνομα ενήργησαν πράξη με την οποία συντελείται κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου.
Ειδικότερα, κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο κατείχαν από κοινού, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους, με σκοπό την διακίνηση απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, στην Αυλίζα Αχαρνών επί της οδού ...
την 07-07-2017, περί ώρα 09.00, κατείχαν για τον ανωτέρω σκοπό εντός της οικίας της 2ης κατηγορουμένης, ευρισκόμενης επι της ανωτέρω οδού, 160 ναρκωτικά δισκία ..., 15 ναρκωτικά δισκία με την ένδειξη ..., 7 μισά δισκία με την ένδειξη ... και 1 νάϊλον αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα την ναρκωτική ουσία ηρωίνη σε σκόνη συνολικού μεικτού βάρους 6,1 γραμμαρίων, ναρκωτικές ουσίες που κατασχέθηκαν μαζί με μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακρίβειας, με την οποία ζύγιζαν τις ναρκωτικές ουσίες. 3) Με πρόθεση ενεργώντας στην Αυλίζα Αχαρνών επί της οδού ...
το τελευταίο δεκαήμερο πριν την σύλληψή τους την 07-07-2017 (ήτοι από 28-6-2017 έως 07-07-2017), παράνομα διακίνησαν από κοινού απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο παράνομα ενήργησαν πράξη, με την οποία συντελείται κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο από κοινού επώλησαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, επώλησαν σε άγνωστα άτομα, άγνωστες ποσότητες των ναρκωτικών δισκίων ..., και ..., καθώς και της ναρκωτικής ουσίας ηρωϊνη αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, εισπράττοντας από την δραστηριότητά τους αυτή άγνωστα χρηματικά ποσά, τουλάχιστον όμως το χρηματικό ποσό των 90,10 ευρώ, το οποίο ευρέθη στην κατοχή τους και κατεσχέθη.
Επιπλέον, ο πρώτος κατηγορούμενος στην Αυλίζα Αχαρνών επί της οδού ..., όπου ευρίσκεται η οικία του, κατείχε παράνομα ένα μαχαίρι πολεμικού τύπου, το οποίο είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα και ένα περίστροφο μάρκας ... άνευ σειριακού αριθμού. Τα ως άνω προκύπτουν από την εκτίμηση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με τα οποία, αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών Ουσιών μετά από σχετικές πληροφορίες που είχαν περί διακίνησης ναρκωτικών ουσιών στην οικία που διέμεναν οι κατηγορούμενοι στην Αυλίζα Αχαρνών, επί της οδού ..., πραγματοποίησαν έρευνα στην ως άνω οικία, στην οποία ευρέθησαν οι ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών, ήτοι 160 ναρκωτικά δισκία ..., 15 ναρκωτικά δισκία με την ένδειξη ..., 7 μισά δισκία με την ένδειξη ...
και μία νάϊλον αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα την ναρκωτική ουσία ηρωϊνη σε σκόνη συνολικού μεικτού βάρους 6,1 γραμμαρίων, η οποία ανευρέθη κάτω από την σέλα της υπ' αριθμ. ... μοτοσυκλέτας, που ήταν στον αύλειο χώρο της οικίας. Επίσης, ανευρέθη και κατεσχέθη στο υπόγειο πλήθος ιδιόχειρων σημειώσεων, που περιγράφουν συναλλαγές (βλ.
την αναγνωσθείσα από 07-07-2017 έκθεση κατ1 οίκον έρευνας και κατάσχεσης)...".
Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την τότε δεύτερη κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη, για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή αγοράς, κατοχής και πώλησης από κοινού και την καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας, αλλά και χρηματικές ποινές, και ειδικότερα: Α) Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, δηλαδή ο Α. Δ. και η Π. Α. : Με πρόθεση ενεργώντας από κοινού και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, με περισσότερες πράξεις τους τέλεσαν το παρακάτω αναφερόμενο έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, που προβλέπει και τιμωρεί ο νόμος με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή και ειδικότερα:
1) Με πρόθεση ενεργώντας και από κοινού, στο Μενίδι Αττικής σε μη διακριβωθέντα επακριβώς χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή τους την 07-07-2017 (ήτοι από 28-6-2017 έως 07-07-2017) και σε ημερομηνία, που ευρίσκεται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, παράνομα διακίνησαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο παράνομα ενήργησαν πράξη με την οποία συντελείται κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο από κοινού αγόρασαν με σκοπό την διακίνηση απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και πλέον συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο αγόρασαν για τον παραπάνω σκοπό άγνωστες ποσότητες των ναρκωτικών δισκίων ..., και ..., καθώς και της ναρκωτικής ουσίας ηρωϊνη, τουλάχιστον όμως εκατόν εξήντα (160) ναρκωτικά δισκία ..., δέκα πέντε (15) ναρκωτικά δισκία με την ένδειξη ..., επτά (7) μισά δισκία με την ένδειξη ...
και ηρωίνη σε σκόνη, συνολικού μεικτού βάρους έξι γραμμαρίων και ενός χιλιοστού γραμμαρίου (6,1 γραμμαρίων), αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, από άγνωστο άτομο. 2)Με πρόθεση ενεργώντας κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο από κοινού, παράνομα διακίνησαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα, κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο παράνομα ενήργησαν πράξη, με την οποία συντελείται κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου.
Ειδικότερα, κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο κατείχαν από κοινού, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους, με σκοπό την διακίνηση απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, στην Αυλίζα Αχαρνών επί της οδού ...
την 07-07-2017, περί ώρα 09.00, κατείχαν για τον παραπάνω σκοπό εντός της οικίας της 2ης κατηγορουμένης, ευρισκόμενης επί της ανωτέρω οδού, εκατόν εξήντα (160) ναρκωτικά δισκία ..., δέκα πέντε (15) ναρκωτικά δισκία με την ένδειξη ..., επτά (7) μισά δισκία με την ένδειξη ... και μία (1) ναϊλον αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα την ναρκωτική ουσία ηρωϊνη σε σκόνη, συνολικού μεικτού βάρους έξι γραμμαρίων και ενός χιλιοστού γραμμαρίου (6,1 γραμμαρίων), ναρκωτικές ουσίες που κατασχέθηκαν μαζί με μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακρίβειας, με την οποία ζύγιζαν τις ναρκωτικές ουσίες.
3) Με πρόθεση ενεργώντας στην Αυλίζα Αχαρνών επί της οδού ... το τελευταίο δεκαήμερο πριν την σύλληψή τους την 07-07-2017 (ήτοι από 28-6-2017 έως 07-07-2017), παράνομα διακίνησαν από κοινού απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου. Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο παράνομα ενήργησαν πράξη, με την οποία συντελείται κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο από κοινού επώλησαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, επώλησαν σε άγνωστα άτομα, άγνωστες ποσότητες των ναρκωτικών δισκίων ..., και ..., καθώς και της ναρκωτικής ουσίας ηρωϊνη αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, εισπράττοντας από την δραστηριότητά τους αυτή άγνωστα χρηματικά ποσά, τουλάχιστον όμως το χρηματικό ποσό των ενενήντα ευρώ και δέκα λεπτών (90,10 ευρώ), το οποίο ευρέθη στην κατοχή τους και κατεσχέθη.".
Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορούμενου, ήδη αναιρεσείοντος, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς λογικά κενά, και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες τα συνήγαγε, καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση του οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,12, 14, 26, 27 παρ. 1, 45,51, 52, 57, 79, 94 παρ.1, ΠΚ, και άρθρ. 1 παρ. 2 Πιν.
Α 2 Δ, του Ν. 3459/2006, 1 παρ. 1 και 20 παρ. 1, 2 και 3, 40, 41, και 99 του Ν. 4139/2013, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου δηλαδή με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα ειδικώς αποδεικτικά μέσα, με πλήρεις αιτιολογίες έκρινε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη ήδη αναιρεσείουσα, τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της από κοινού αγοράς, κατοχής και πώλησης αυτών, ενώ σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη δεν απαιτείται να προσδιορίζεται α) η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, αλλά ούτε και το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) ο χρόνος τέλεσης των επιμέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) το ύψος του επιτευχθέντος τιμήματος και δ) η ταυτότητα των πωλητών ή αγοραστών.
οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, σύμφωνα με όσα στο σκεπτικό της λεπτομερώς αναλύονται και προαναφέρθηκαν, σαφείς απαντήσεις, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ στηρίζει το διατακτικό της χωρίς αντιφατικές και ενδοιαστικές διατυπώσεις και δεν χρειάζονταν επιπλέον αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα.
Επομένως ο μοναδικός αναιρετικός λόγος (κατά το α' σκέλος του) με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ως προς την περί της ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση της, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να παρατίθεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, τις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, αυτούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 333 παρ.2 εδ.
α' και β' ίδιου Κώδικα και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα ποινής (ΑΠ 1012/2024, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 189/2020), την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς, όμως, να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίπτωσης.
Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητος αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με ανάπτυξή τους, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, ενώ δεν αρκεί για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία.
Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, θεωρείται μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη σ' αυτό υπό στοιχείο ε' ελαφρυντική περίσταση, "το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης ( ΑΠ 1012/2024, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 189/2020, ΑΠ 1555/2019).
Η δυνατότητα της κατάφασης των προϋποθέσεων του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ. ε' του ΠΚ ακόμα και κατά την κράτηση του καταδικασθέντος επιβάλλεται από τον ειδικοπροληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας (ΑΠ 1818/2019). Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε' του ΠΚ αναμφιβόλως τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Η καλή δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του ( ΑΠ 1012/2024, ΑΠ 188/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 19 των πρακτικών), μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου, "...η συνήγορος της δεύτερης κατηγορουμένης, στην οποίο δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο της εντολέας της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε' του ΠΚ", χωρίς ωστόσο να αναπτυχθεί προφορικώς ή εγγράφως ο ισχυρισμός αυτός, με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών για τη θεμελίωσή του.
Στον εν λόγω ισχυρισμό της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας αν και προβλήθηκε απαραδέκτως, αφού ήταν αόριστος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, εν τούτοις, το Δικαστήριο απάντησε, μολονότι δεν ήταν υποχρεωμένο προς τούτο και τον απέρριψε, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία: " ...Β) Ως προς την δευτέρα κατηγορουμένη, ο ισχυρισμός της ελαφρυντικής περιστάσεως της μεταγενεστέρας καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ.2ε' Π.Κ.
κρίνεται απορριπτέος, ως προβληθείς όλως αορίστως, συμφώνως προς την οικεία νομική σκέψη, καθώς η δευτέρα κατηγορουμένη δια της συνηγόρου της επεκαλέσθη ως προς την βασιμότητα αυτού του προταθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού μόνο την σχετική ποινική διάταξη (ΑΠ 1687/2016, ΑΠ 1031/2016, ΑΠ 749/2011 ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ). Εις πάσα δε περίπτωση, ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος, καθ' όσον δεν προέκυψαν περιστατικά δηλωτικά μεταγενεστέρας καλής συμπεριφοράς της δευτέρας κατηγορουμένης.".
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, μολονότι δεν είχε σχετική υποχρέωση, λόγω της αοριστίας, με την οποία προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός, εν τούτοις, αιτιολόγησε πλήρως την κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη, μετά την τέλεση της πράξης, συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, επιδεικνύοντας θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά, ως συνέπεια πραγματικής επίγνωσης εκ μέρους του των συνεπειών της πράξης της, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε' του ΠΚ, την οποία ως εκ τούτου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' μοναδικός λόγος αναίρεσης, (κατά το β'σκέλος του), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε' του ΠΚ.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. πρωτ. 1638/2025 από 27-2-2025 αίτηση της Α. ή Α. Π. του Ι. και της Σ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της με αριθμό 1891/2024 καταδικαστικής απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ