Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of admissibility and failure to prove causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the final judgment of the Multi-member District Court of Athens. The appellants argued that the lower court erred in accepting the claim because there was no causal link between the tort and the damages, specifically regarding tax penalties and property value reductions. The court rejected these arguments, finding them baseless and noting that the appellant had the option to revoke inheritance acceptance due to mistake but failed to do so.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 577(2), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if the judgment is final and no objection for default judgment has been filed; otherwise, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1516 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1516/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2) Φ. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Κούγια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μποροδήμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 429/2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/6/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β`, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 502 ΚΠολΔ, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017, ΑΠ 12/2011), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του αρθρ. 513 παρ. 1 εδ.β` περ.β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.
Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (Ολ 15/2001, 11/1998, ΑΠ 12/2011), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (AΠ 243/2017).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. (Ολ ΑΠ 1113/1986). Εξάλλου, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε πριν την ισχύ του ν. 4335/2016 (1-1-2016), είναι τρία χρόνια (Ολ ΑΠ 10/2018), που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης, μετά την οποία δεν χωρεί έφεση, υπόκειται όμως σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην ενός από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δέκα πέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Από όλες τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση πρωτόδικου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.
Αν δε δεν επιδοθεί η ερήμην εκδοθείσα ως άνω δικαστική απόφαση, δεν καθίσταται τελεσίδικη, έστω και αν απολεσθεί, λόγω παρόδου της καταχρηστικής προθεσμίας, το δικαίωμα έφεσης, αφού θα εξακολουθεί να υπόκειται σε ανακοπή, για την οποία δεν υπάρχει καταχρηστική προθεσμία, εκτός αν χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα ανακοπής.
Η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.
Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ ΑΠ 17/2013, ΑΠ 9/1996 και 626/1980).
Περαιτέρω, αν μετά την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας της έφεσης, επιδοθεί οποτεδήποτε η ερήμην πρωτόδικη απόφαση, γίνεται τελεσίδικη μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών (άρθρ. 503 ΚΠολΔ) και προσβάλλεται έκτοτε, αν δεν ασκηθεί ανακοπή, με αναίρεση εντός της προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ. Δηλαδή, η εκδοθείσα ερήμην και μη επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, για να καταστεί τελεσίδικη και να μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση, δεν αρκεί να παρέλθει άπρακτη η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης, αλλά πρέπει μετά την πάροδο της προθεσμίας για την έφεση, εφόσον ακολούθησε επίδοση της απόφασης, να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ 242/2015).
Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ.1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1340/ 2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες) η υπ' αριθ. 429/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην αυτών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 27-12-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατ' αυτών, λόγω του τεκμηρίου ομολογίας, σύμφωνα με το ισχύον, κατά τη συζήτηση της αγωγής, άρθρο 271 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, και υποχρεώθηκαν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 237.708,54 ευρώ, για αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας.
Η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει απ' αυτήν την 12-2-2015, ενώ δεν προκύπτει, ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός, ότι αυτή επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευσή της. Αντίθετα από την περιεχόμενη στο αναιρετήριο ομολογία, αλλά και τη σχετική επισημείωση επί επικυρωμένου αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, Σ.
Μ., επιδόθηκε η απόφαση αυτή μόνον στην πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 18-5-2018, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση, στις 13-2-2018, της τριετίας από τη δημοσίευσή της, οπότε η άνω εναγομένη δεν είχε πλέον δικαίωμα να ασκήσει έφεση, είχε όμως δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Τέτοια όμως ανακοπή, όπως συνομολογεί η αναιρεσείουσα αυτή με το αναιρετήριο, αλλά προκύπτει και από το υπ' αριθ. 10683/2018 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται, δεν άσκησε εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από την επίδοσή της, αλλά προέβη στις 13-6-2018 στην άσκηση την κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτήν πράξη του γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία συμπληρώθηκε στις 4-6-2018, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας αυτής ήταν ημέρα Σάββατο και έληξε την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα Δευτέρα, κατ' άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, οπότε κατά την άνω κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στις 13-6-2018 η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε καταστεί τελεσίδικη για την αναιρεσείουσα αυτή και άρχισε να τρέχει η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την άνω ημερομηνία.
Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναίρεσης πρωτόδικης απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην, προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα στην αίτηση αναίρεσης. Προκύπτει όμως, ότι η άνω αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε και από αυτόν υπογράφεται από τον παριστάμενο και εκπροσωπήσαντα και αυτόν πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια, ο οποίος προσκομίζει το υπ' αριθμ 129/28-8-2018 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.
Δ.. Από το πληρεξούσιο αυτό προκύπτει, ότι ο ερημοδικασθείς δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, διόρισε ειδικό πληρεξούσιό του τον άνω δικηγόρο, προκειμένου να παραστεί και να τον αντιπροσωπεύσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και να υποστηρίξει την αναίρεσή του κατά της άνω προσβαλλόμενης απόφασης, ενέκρινε δε όλες τις πράξεις που έγιναν από τον πληρεξούσιό του αυτόν ως ισχυρές και απρόσβλητες.
Από αυτά συνάγεται ότι με την απ' ευθείας άσκηση αναίρεσης, κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, από τον εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, έλαβε χώρα παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων από τον υπογράφοντα την αναίρεση πληρεξούσιο δικηγόρο του, την οποία ενέκρινε αυτός (δεύτερος αναιρεσείων) και συνεπώς, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλόμενης, αυτή έγινε τελεσίδικη με την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα.
Σημειώνεται δε ότι μεταξύ των αναιρεσειόντων υφίσταται δεσμός απλής ομοδικίας, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, και η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και από τους δύο αναιρεσείοντες.
Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει, ειδικότερα, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του, και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης, και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη.
Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξης ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό.
Το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβίασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).
Περαιτέρω, επί αδικοπραξίας η οφειλόμενη από τον υπόχρεο αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος. Ως θετική δε περιουσιακή ζημία νοείται η αμέσως, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαιτίου, προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του δικαιούχου πριν την τέλεση της αδικοπραξίας και εκείνης που διαμορφώθηκε μετά την τέλεση αυτής (θεωρία της διαφοράς).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το πολυμελές πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε στην αγωγή του τα ακόλουθα: Ότι, ο αποβιώσας στις 2-6-2006 Γ. Μ., με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία είχε κατατεθεί στον συμβολαιογράφο ..., δημοσιεύτηκε με το πρακτικό με αριθ. 4580/28-7-2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την απόφαση με αριθ. 2368/2006 του ίδιου δικαστηρίου, εγκατέστησε τον ενάγοντα μοναδικό κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων α) το υπό στοιχεία Α-1 ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 76 τ.μ., μιας πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, στη θέση "..." και επί της οδού ...
αριθ. 109-111, αξίας 130.000 ευρώ και β) εδαφικό τμήμα 137,55 τ.μ., που αποτελεί κάθετη ιδιοκτησία μεγαλύτερου ακινήτου, συνολικής έκτασης 308,35 τ.μ., κείμενου στη ..., στη θέση "..." ή "..." και επί της οδού ..., με την εντός αυτού ισόγεια οικοδομή, εμβαδού 58,50 τ.μ., αξίας 300.000 ευρώ, ότι με την πράξη με αριθ. ... του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένης, ο ενάγων αποδέχτηκε την κληρονομιά, ενώ κατόπιν της δήλωσης φόρου κληρονομιάς που υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ, βεβαιώθηκε σε βάρος του φόρος ύψους 143.402,38 ευρώ, ότι, προκειμένου να εξοφλήσει τον φόρο και να ανταποκριθεί σε άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του, ο ενάγων προτίθετο, μετά την αποδοχή της κληρονομιάς, να πωλήσει άμεσα τα παραπάνω ακίνητα, αντί τιμήματος ισάξιου με τις προαναφερόμενες εμπορικές αξίες αυτών, ενόψει και της αυξημένης ζήτησης που παρουσίαζε τότε η αγορά ακινήτων, ωστόσο, στις αρχές Φεβρουάριου του 2007, πληροφορήθηκε πως μετά από αίτηση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, δημοσιεύτηκε με το πρακτικό με αριθ. 5375/3-11-2006 και κηρύχθηκε κυρία με την απόφαση με αριθ. 2256/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 16-4-2006 διαθήκη του Γ.
Μ., με την οποία ο θανών φερόταν να εγκαθιστά μοναδικούς κληρονόμους του τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες, ότι με την απόφαση με αριθ. 5514/2011 του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα, ότι η νεότερη αυτή διαθήκη ήταν εξ ολοκλήρου πλαστή και αναγνωρίστηκε η ακυρότητά της, ενώ με βάση σχετική μήνυση του ενάγοντος ασκήθηκε κατά των εναγομένων ποινική δίωξη για:
α) πλαστογραφία με χρήση από κοινού και απάτη στο δικαστήριο από κοινού σε βαθμό κακουργήματος για την κατάρτιση της πλαστής διαθήκης, τη δημοσίευση και την κήρυξή της κυρίας και β) ηθική ψευδορκία από κοινού σε ψευδορκία μάρτυρα για την πρόκληση στη Μ. Π. της απόφασης να καταθέσει ψευδώς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι η διαθήκη είχε γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από τον Γ.
Μ., ότι εξαιτίας των άνω αξιόποινων πράξεων των εναγόμενων και για τα τέσσερα και πλέον έτη που παρέμενε εκκρεμές το ζήτημα της εγκυρότητας της νεότερης διαθήκης και συνακόλουθα η ισχύς της από ... πρώτης χρονικά διαθήκης και η ιδιότητά του ως κληρονόμου του αποβιώσαντος στερήθηκε το δικαίωμα διάθεσης της κληρονομιαίας περιουσίας και υπέστη περιουσιακή ζημία, καθόσον ειδικότερα, συνέπεια της μη πώλησης των δύο παραπάνω ακινήτων το έτος 2007, ήταν αφενός η αδυναμία εξεύρεσης των απαιτούμενων κεφαλαίων για να πληρώσει εμπρόθεσμα το φόρο κληρονομιάς και ο καταλογισμός σε βάρος του προσαυξήσεων ποσού 27.708,54 ευρώ και αφετέρου η μείωση της αγοραστικής τους αξίας, λόγω της μεσολαβούσας οικονομικής κρίσης κατά 50.000 ευρώ για το πρώτο ακίνητο και 160.000 ευρώ για το δεύτερο και ότι μετά ταύτα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, το συνολικό ποσό των 237.708,54 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πολυμελές πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 330 εδ. α, 297, 298, 345, 346, ΑΚ και 216, 386, 46 παρ. 1 περ. α και 224 παρ. 2 ΠΚ και, λόγω του τεκμηρίου ομολογίας, ως εκ της ερημοδικίας των εναγομένων, κατ' άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, τη δέχθηκε και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση, λόγω της αναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους εναντίον του, το συνολικό ποσό των 237.708,54 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το πολυμελές πρωτοδικείο και δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 298 του ΑΚ, αφού τα ανωτέρω ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων (πλαστογραφία με χρήση και απάτη στο δικαστήριο από κοινού για την κατάρτιση της πλαστής διαθήκης, τη δημοσίευση και την κήρυξη κυρίας και ηθική αυτουργία από κοινού σε ψευδορκία μάρτυρα), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, καθόσον ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, και, συνεπώς, θεμελιώνει την ένδικη αξίωση του τελευταίου προς αποζημίωση, καθόσον ειδικότερα εκτίθεται, ότι ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να εξοφλήσει τον φόρο, προτίθετο, μετά την αποδοχή της κληρονομιάς, να πωλήσει άμεσα τα παραπάνω κληρονομιαία ακίνητα, αντί τιμήματος ισάξιου με τις αναφερόμενες, κατά το χρόνο εκείνο, εμπορικές αξίες αυτών, των 130.000 ευρώ και 300.000 ευρώ αντιστοίχως, ότι, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και ενόψει ότι για τα τέσσερα και πλέον έτη, που παρέμενε εκκρεμές το ζήτημα της εγκυρότητας της νεότερης διαθήκης και συνακόλουθα η ισχύς της από ...
πρώτης χρονικά διαθήκης και η ιδιότητά του ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, που έληξε με την υπ' αριθ. 5514/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αυτός στερήθηκε το δικαίωμα της πώλησης των δύο παραπάνω κληρονομιαίων ακινήτων, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, γεγονός που είχε ως συνέπεια την πρόκληση σ' αυτόν περιουσιακής ζημίας, αφενός, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης των απαιτούμενων κεφαλαίων για την εμπρόθεσμη πληρωμή του φόρου κληρονομίας και τον καταλογισμό σε βάρος του προσαυξήσεων ποσού 27.708,54 ευρώ και αφετέρου λόγω της μείωσης, μετά τη μεσολάβηση της οικονομικής κρίσης, της, κατά το έτος 2007, αγοραστικής αξίας των άνω ακινήτων των 130.000 ευρώ για το πρώτο και των 300.000 ευρώ για το δεύτερο, κατά 50.000 ευρώ και 160.000 ευρώ αντιστοίχως, ήτοι συνολικά 210.000 ευρώ, που συνιστά την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσίβλητου πριν την τέλεση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων των 430.000 ευρώ (130.000+300.000) και εκείνης που διαμορφώθηκε μετά την τέλεση αυτής των 220.000 ευρώ (130.000-50.000) + (300.000-160.000)= 80.000+140.000).
Οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται και όχι και από τον αριθ. 19, λόγους της αίτησης αναίρεσης υποστηρίζουν, ότι το πολυμελές πρωτοδικείο με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 298 και 914 ΑΚ δέχθηκε ως νομικά βάσιμη την αγωγή, παρόλον ότι, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτή, α) δεν υφίστατο η απαιτούμενη προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδικοπραξίας και της ζημίας και ειδικότερα σε σχέση με την επιβολή των προσαυξήσεων, ύψους 27.708,54 ευρώ, διότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος μπορούσε, μόλις πληροφορήθηκε την ύπαρξη της μεταγενέστερης διαθήκης, να προβεί σε ανάκληση της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, λόγω ουσιώδους πλάνης περί τα πράγματα, σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, και να αποτρέψει την επιγενόμενη επιβολή φόρου κληρονομίας σε αυτόν και εντεύθεν και τις προσαυξήσεις αυτής μέχρι την τελεσίδικη λήξη της δίκης περί της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης και σε σχέση με τη μείωση της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων, διότι αυτή ήταν απότοκος της επελθούσας οικονομικής κρίσης κατά το χρόνο της επιδικίας και β) δεν υπολογίστηκε η ζημία σε σχέση με τη μείωση της αξίας των ακινήτων, βάσει της κρατούσας θεωρίας της διαφοράς.
Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά είναι αβάσιμοι. Επιπροσθέτως δε τα υποστηριζόμενα σε σχέση με τη δυνατότητα ανάκλησης της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, λόγω ουσιώδους πλάνης περί τα πράγματα είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι ο αναιρεσίβλητος ευχέρεια είχε και όχι υποχρέωση να προβεί στην ανάκληση και μόνον σε περίπτωση ουσιώδους πλάνης περί τα πράγματα, την οποία, άλλωστε, ουδόλως δέχθηκε το πολυμελές πρωτοδικείο, αλλ' ούτε και επικαλείτο ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή, δεδομένου, ότι, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 72 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, την πραγματική πλάνη οφείλει να την επικαλεσθεί και να την αποδείξει ο φορολογούμενος (σχ ΣτΕ 961/2007).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2018 αίτηση των Ε. Π. και Φ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 429/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ