Supreme Court dismisses appeal against final judgment rendered in absentia as inadmissible due to lack of service.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the Court of First Instance's decision of 94/2016, which rejected their petition for retrial. The appellants argued that the judgment was final and enforceable, but the court found no evidence that the judgment was served on the appellees to start the thirty-day period for filing a motion for default judgment. Consequently, the appellees retained the right to file a motion for default judgment, rendering the appeal inadmissible under Article 577 of the Code of Civil Procedure. The court ordered the dismissal of the appeal, the deposit of the appeal bond into the public fund, and the appellants to pay the appellees' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)b, 577, 309(e), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment rendered in absentia is inadmissible if the judgment was not served to the absent party to commence the period for filing a motion for default judgment, thereby preserving the latter's right to contest the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1514 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1514/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ήδη 2ο αναιρεσείοντα, Δ. Μ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Σ. και 2) Γ. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν αμφότεροι αυτοπροσώπως με την ιδιότητα των δικηγόρων, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-9-2003, 28-9-2003 και 22-10-2003 αγωγές της αρχικής διαδίκου Κ. Μ., των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη 2ου αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1417/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2013 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες, επί της οποίας εκδόθηκε η 931/ 2014 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης της 221/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Η τελευταία αυτή απόφαση διορθώθηκε αυτεπάγγελτα με την 1934/2014 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 94/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατόπιν αιτήσεως αναψηλάφησης που κατατέθηκε κατά της 221/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-3-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 577, 309 εδί, 321, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου ,δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 162/1997, 1470/2003), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ’ άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ ΑΠ 17/2013).Κι αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (αρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ’ αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του αρθρ. 513§1 εδ.
β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους. Το έννομο συμφέρον, εξάλλου του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).Περαιτέρω, αναίρεση επιτρέπεται και κατά της απόφασης που εκδόθηκε στη δίκη αναψηλάφησης, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του αρθρ. 551 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κατά της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης επιτρέπονται ένδικα μέσα εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα, ενώ το επιτρεπτό της ανακοπής ερημοδικίας κρίνεται αποκλειστικά από την απόφαση επί της αναψηλάφισης (ΑΠ635/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία (και συνεπώς δυνάμενη να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας),94/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία ερήμην των καθών και ήδη αναιρεσίβλητων, απέρριψε την από 10-6-2014 αίτηση και τους από 29-7-2014 πρόσθετους αυτής λόγους των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων για αναψηλάφιση της 221/2013 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.
Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, ώστε να αρχίσει κατά το αρθρ. 503§1 σε συνδυασμό και με το αρθρ. 144 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε επίκληση τέτοιας επίδοσης γίνεται από τους διαδίκους, όπως δεν προκύπτει ούτε και επίκληση γίνεται και για το αν οι αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν εξακολουθητικά δικαίωμα άσκησης του ένδικου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και να καθίσταται έτσι απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (αρθρ.176,183ΚΠολΔ),κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2016 αίτηση των: 1) Ι. Μ. και 2) Δ. Μ. για αναίρεση της 94/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ