Appeal dismissed because the judgment was not final regarding one defendant, preventing the appeal from being admissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to annul a prior judgment. The appellant sought to annul the ruling because it annulled a previous decision and imposed new financial obligations on the defendants. The court held that the appealed judgment was not legally final because it did not yet affect the second defendant, who retained the right to file a complaint for default judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b) and 321 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed judgment is not legally final, which requires that all parties have exhausted their statutory remedies, including the right to file a complaint for default judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 635 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 635/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Β. Α.Ε", με έδρα την Ορεστιάδα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φωτιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα νομίμως εκπροσωπούμενης, με την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΕΤΒΑ) Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Φωτάκη, 3. ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", με έδρα την Αθήνα νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, που δεν κατέθεσε προτάσεις, και 4. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.3.2008 αίτηση αναψηλάφησης που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Θράκης. Εκδόθηκε η 316/2009 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25.1.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).
Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 162/1997, 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513§1 εδ.
β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 1051/1993, 65/2006, 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Εξ άλλου ενδέχεται να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρ. 501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές και γενικότερα οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνον από το αρμόδιο γι' αυτή δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο προκειμένου - σε περίπτωση έλλειψής τους - να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της ερήμην οριστικής απόφασης που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 15/2001).
Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη - και ούτε θα όφειλε να είναι - καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρ. 518§2 και 564§3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι όμως η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 992/1997, 1611/2011).
Αναίρεση επιτρέπεται και κατά της απόφασης που εκδόθηκε στη δίκη αναψηλάφησης, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 551 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κατά της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης επιτρέπονται ένδικα μέσα εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα.
Με τη διάταξη δηλαδή αυτή ορίζεται ότι το επιτρεπτό των ένδικων μέσων κατά της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης εξαρτάται από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση. Έτσι αν η απόφαση αυτή είναι απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η απόφαση επί της αναψηλάφησης προσβάλλεται με έφεση, ενώ αν πρόκειται για απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσβάλλεται με αναίρεση.
Αντίθετα το επιτρεπτό της ανακοπής ερημοδικίας κρίνεται αποκλειστικά από την απόφαση επί της αναψηλάφησης. Περαιτέρω από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 553§1 περ. β ΚΠολΔ με τις διατάξεις των άρθρ. 74, 75 και 76§§1 & 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η εκδοθείσα οριστική απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για κάθε έναν από τους ομοδίκους και συνεπώς για όσους ομόδικους η απόφαση είναι ήδη τελεσίδικη μπορεί να ασκηθεί κατ' αυτών αίτηση αναίρεσης, δηλαδή παρόλο που η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους.
Αντίθετα σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, που συντρέχει και όταν εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνον από τότε που θα καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001? ΑΠ 2022/2006), αφού διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η υπόθεση που θα κριθεί από τον Άρειο Πάγο για έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους να επανακριθεί για τον ίδιο στο πλαίσιο μεταγενέστερου ένδικου μέσου άλλου ομοδίκου, αν ληφθεί υπόψη ότι η άσκηση ένδικων μέσων από οποιονδήποτε των αναγκαίων ομοδίκων έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς (ΑΠ 1611/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 316/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία ερήμην της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων Τράπεζας Πειραιώς, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων, απέρριψε ως απαράδεκτη την από 26.3.2008 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για αναψηλάφηση της υπ' αριθ. 690/2006 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας την από 20.9.1999 αγωγή της, με την οποία ισχυριζόμενη ότι επήλθε ο κίνδυνος για τον οποίο είχε ασφαλίσει στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της, στην Ορεστιάδα, που καταστράφηκαν ολοσχερώς λόγω πυρκαγιάς, ζήτησε, περιορίζοντας παραδεκτά την αγωγή της, να αναγνωρισθεί ότι η αντίδικός της ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να της καταβάλει για την κάλυψη των ζημιών της ασφαλιστική αποζημίωση 406.050.494 δραχμών.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ' αριθ. 7/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, επειδή κατ' αποδοχή της από 15.11.1999 κύριας παρέμβασης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΤΒΑ Α.Ε., που απορροφήθηκε στη συνέχεια από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Τράπεζα Πειραιώς, κρίθηκε ότι το σύνολο της ασφαλιστικής απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων είχε ενεχυρασθεί και εκχωρηθεί στην ΕΤΒΑ Α.Ε.
κατά τα άρθρ. 39 και 44 του από 17.7/13.8.1923 ν.δ/τος προς εξασφάλιση απαίτησής της κατά της αναιρεσείουσας από συμβάσεις παροχής σ' αυτή πιστώσεων με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 24.12.1999 κύρια παρέμβαση της τρίτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., ενώ ως ουσία αβάσιμη απορρίφθηκε η από 31.1.2000 κύρια παρέμβαση της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.
Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 392/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς τις κατ' αυτής εφέσεις από 25.4 2001, 26.4.2001 και 4.6.2001 των τέταρτης, πρώτης και τρίτης αντίστοιχα των αναιρεσιβλήτων. Ωστόσο με την υπ' αριθ. 988/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η από 13.11.2002 αίτηση αναίρεσης της τέταρτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και αναιρέθηκε ως προς αυτή η ως άνω απόφαση του Εφετείου Θράκης, επειδή κρίθηκε ότι δεν προέκυπτε από αυτή νόμιμη κατά το άρθρ. 39 του από 17.7/13.8.1923 ν.δ/τος εκχώρηση προς την ΕΤΒΑ Α.Ε.
της ενεχυρασμένης σ' αυτή απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και άρα δεν εμποδιζόταν η αναιρεσείουσα να επιβαρύνει την απαίτησή της με περαιτέρω ενέχυρα. Αντίθετα απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 987/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η από 14.11.2002 αίτηση αναίρεσης της τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αυτής εφετειακής απόφασης.
Έτσι η υπόθεση επανήλθε στο Εφετείο Θράκης προκειμένου να κρίνει μόνο σε σχέση με την από 25.4.2001 έφεση της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 7/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, αλλά και επί της από 2.1.2006 αντέφεσης της αναιρεσείουσας κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης, ενώ στη δίκη παρενέβη και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων με την από 6.9.2005 κύρια παρέμβασή της, που έχει διαφορετική ιστορική αιτία σε σχέση με την προηγούμενη από 24.12.1999 κύρια παρέμβαση της ίδιας.
Το Εφετείο Θράκης με την υπ' αριθ. 690/2006 απόφασή του, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την αντέφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και εν μέρει την από 6.9.2005 κύρια παρέμβαση της τρίτης αυτών, κρίνοντας, σε αντιστοιχία με όσα δέχθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 988/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η απαίτηση ασφαλιστικής αποζημίωσης της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δεν είχε εκχωρηθεί και μάλιστα στο σύνολό της στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλά βαρυνόταν με ενέχυρο απλώς υπέρ αυτής κατά το άρθρ. 1248 ΑΚ, το οποίο όμως δεν εμπόδιζε την περαιτέρω ενεχύραση της ίδιας απαίτησης προς την τρίτη και την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, στην οποία είχε προβεί η αναιρεσείουσα.
Έτσι το Εφετείο Θράκης με την παραπάνω απόφασή του εξαφάνισε ως προς μόνη την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων την υπ' αριθ. 7/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και αποδεχόμενο στη συνέχεια την από 31.1.2001 κύρια παρέμβασή της υποχρέωσε την πρώτη των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 43.019.80 ευρώ, ενώ κατ' αποδοχή της νέας από 6.9.2005 κύριας παρέμβασης της τρίτης των αναιρεσιβλήτων υποχρέωσε την πρώτη και πάλι των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 151.191,78 ευρώ.
Η αναιρεσείουσα, θεωρώντας ότι η παραπάνω κρίση της υπ' αριθ. 690/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης, που διαφέρει από τις αντίστοιχες κρίσεις της υπ' αριθ. 392/2002 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, αλλά και της υπ' αριθ. 7/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, δημιουργεί αντιφατικά ως προς αυτή δεδικασμένα, ζήτησε με την από 26.3.2008 αίτησή της προς το Εφετείο Θράκης την αναψηλάφηση των αποφάσεων αυτών και συνακόλουθα την εξαφάνισή τους, ώστε να γίνει τελικά δεκτή η από 20.9.1999 αγωγή της και να υποχρεωθεί η πρώτη των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλει νομιμοτόκως ως ασφαλιστική αποζημίωσή της το ποσό του 1.089.978,30 ευρώ ή επικουρικά αυτό των 693.271,22 ευρώ και μάλιστα παρόλο που είχε ήδη περιορίσει την αγωγή της από καταψηφιστική σε απλή αναγνωριστική.
Η αίτηση αναψηλάφησης απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 316/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης ως προς όλες τις ήδη αναιρεσίβλητες εταιρείες, κατά των οποίων είχε απευθυνθεί και οι οποίες συνδέονται με το δεσμό της αναγκαίας ομοδικίας κατά την έννοια του άρθρ. 76§1περ.δ' ΚΠολΔ, ορίσθηκε όμως παράβολο ερημοδικίας σε βάρος της ερημοδικασθείσας δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ως προς την οποία έγινε δεκτή η δυνατότητα άσκησης απ' αυτή ανακοπής ερημοδικίας κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης.
Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ερημοδικασθείσα στη δίκη εκείνη δεύτερη των ήδη αναιρεσιβλήτων, ώστε να αρχίσει γι' αυτή κατά το άρθρ. 503§1 σε συνδυασμό και με το άρθρ. 144 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι όμως αυτή έχει εξακολουθητικά δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα και όπως ήδη επισημάνθηκε με την από 18.4.2011 έκθεση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, δεν συγχωρείται κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης πριν η απόφαση αυτή να τελεσιδικίσει και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Πρέπει συνεπώς για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση. Η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.1.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 316/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για κάθε αναιρεσίβλητη σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε δε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ