Legislator Case Law & Legislation
1513/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vagueness due to lack of material facts regarding constitutional violations.

Case Number 1513/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Health Administration's decision regarding the availability status of medical staff. The appellants argued that the lower court violated constitutional rights and statutory provisions but failed to state the material facts supporting their claims. The court ruled that without these essential factual premises, the appeal was legally vague and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 4, 5, 25 of the Constitution; Article 10 of Law 1204/1972; Articles 16 and 17 of Law 4238/2014; Article 1 of the First Protocol to the ECHR: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and do not contain the material facts of the first-instance decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds material facts requirement availability status medical staff rights constitutional violation procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 2, 4, 5 and 25 of the Constitution
Article 10 of Law 1204/1972
Articles 16 and 17 of Law 4238/2014
Article 1 of the First Protocol to the ECHR

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1513 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1513/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυόμενης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ι. του Α., κατοίκου ..., 2. Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 3. Α. Δ. του Π., ..., 4. Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 5. Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 6. Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., 7. Α. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 8. Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 9. Α. Φ. του Χ., κατοίκου ..., 10. Β. Α. του Α., 11. Β. Π. του Δ., κατοίκου ..., 12. Β. Ο. του Μ., κατοίκου ..., 13.

Β. Α. του Δ., κατοίκου ..., 14. Β. Α. του Α., κατοίκου ..., 15. Γ. Π. του Γ., 16. Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 17. Γ. Δ. - Δ. του Ε., κατοίκου ..., 18. Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 19. Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 20. Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 21. Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 22. Γ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 23. Δ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 24. Δ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 25. Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 26.

Ε. Σ. - Α. του Φ., 27. Ζ. Ι. του Ε., 28. Ζ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 29. Ζ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 30. Ζ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 31. Θ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 32. Ι. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 33. Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 34. Κ. Κ. του Δ., 35. Κ. Β. του Π., κατοίκου ..., 36. Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 37. Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 38. Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 39. Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 40.

Κ. Σ. του Η., κατοίκου ..., 41. Κ. - Ι. Α. του Κ., κατοίκου ..., 42. Κ. Ε. του Η., κατοίκου ..., 43. Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 44. Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 45. Κ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 46. Κ. Ε. του Β., κατοίκου ..., 47. Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 48. Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 49. Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 50. Κ. Σ. του Β., κατοίκου ..., 51. Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 52.

Κ. Η. του Ν., κατοίκου ..., 53. Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 54. Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 55. Κ. - Α. Β. του Α., κατοίκου ..., 56.α) Ε. Β. του Δ. β) Β. Κ. του Κ., ως καθολικών εξ αδιαθέτου διαδόχων του αποβιώσαντος Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., 57. Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 58. Κ. Α. του Λ., κατοίκου ..., 59. Λ. Α. του Π., κατοίκου ..., 60. Λ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 61.

Λ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 62. Λ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 63. Λ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 64. Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 65. Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 66. Μ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 67. Μ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 68. Μ. - Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 69. Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 70. Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 71. Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 72. Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 73.

Μ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 74. Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 75. Μ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 76. Μ. Ν. του Φ., κατοίκου ..., 77. Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 78. Μ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 79. Ο. Η. του Γ., κατοίκου ..., 80. Ο. Ι. του Β., κατοίκου ..., 81. Π. Β. του Θ., 82. Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 83. Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 84. Π. Χ. του Α., κατοίκου ..., 85. Π. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 86.

Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 87. Π. Α. του Ν., κατοίκου ..., 88. Π. Ι. του Ε., κατοίκου ..., 89. Π. Α. - Σ. του Π. - Α., κατοίκου ..., 90. Ρ. Π. του Α., κατοίκου ..., 91. Ρ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 92. Σ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 93. Σ. Α. του Β., κατοίκου ..., 94. Σ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 95. Σ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 96. Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 97. Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 98.

Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 99. Σ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 100. Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 101. Σ. Π. του Η., κατοίκου ..., 102. Σ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 103. Τ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 104. Τ. Ε. του Β., κατοίκου ..., 105. Τ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 106. Τ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 107. Τ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 108. Τ. Θ. του Χ., 109.Τ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 110. Τ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 111.

Τ. Θ. του Ε., κατοίκου ..., 112. Τ. Β. του Ε., κατοίκου ..., 113. Τ. Γ. του Β., κατοίκου ..., 114. Τ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 115. Τ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., 116. Τ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 117.Φ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 118. Χ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 119. Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 120. Β. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 121. Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 122. Κ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., 123.

Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 124. Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 125. Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 126. Μ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 127. Μ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 128. Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., 129. Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 130. Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 131. Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 132. Σ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., 133. Τ. Ι. του Λ., κατοίκου ..., 134. Χ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 135.

Φ. Α. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου - Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι ο 56ος των αναιρεσιβλήτων, Κ. Κ. του Ι., απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. Β. του Δ. και την κόρη του Β. Κ. του Κ., οι οποίες υπεισήλθαν στη θέση του και συνεχίζουν τη δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 181/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3296/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 131/2023) κλήση των αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 23-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2716/259/2023) αίτηση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας είχε αρχικώς οριστεί η 21-11-2023, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους.

I) Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος". Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος είναι εν ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμη επανάληψη διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.

Αν, όμως, ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής απόφασης, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ένδικα μέσα ασκούνται από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του αποβιώσαντος ή, αντίστοιχα, απευθύνονται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.

Ακόμη, αν από παραδρομή ο αποβιώσας μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εμφανίστηκε ως διάδικος στη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η εκδοθείσα απόφαση είναι ανύπαρκτη (ανυπόστατη), ως εκδοθείσα σε δίκη που διεξήχθη κατά ανυπάρκτου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ (ΑΠ 523/2022, 948/2020, 729/2019, 533/2018, 34/2015).

Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης, είτε ασκείται στο όνομα του αποβιώσαντος είτε απευθύνεται κατ' αυτού, είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτης απόφασης, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 523/2022, 729/2019, 533/2018). II) Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, εκ των οποίων εκείνη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, 18/2020, 1374/2017, 1312/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017). III) Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.

Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, κατ' άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 861/2023, 688/2019, 2102/2017).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 861/2023, 625/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε από 310 ενάγοντες (μεταξύ των οποίων και οι 135 ήδη καλούντες - αναιρεσίβλητοι) η από 3-6-2014 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 72340/2321/2014) αγωγή, στρεφόμενη κατά των 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 5ης Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας", 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων και Δυτικής Ελλάδας" και 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 71ης Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης".

Με την ως άνω αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι συνδέονταν με τον πρώτο εναγόμενο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και παρείχαν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους, ως ιατροί, ενώ παράλληλα ασκούσαν και ελευθέριο επάγγελμα, όπως είχαν δικαίωμα βάσει της τότε ισχύουσας νομοθεσίας και των συμβάσεών τους, λειτουργώντας ιδιωτικό ιατρείο.

Ότι δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4238/2014 αφαιρέθηκε από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. η αρμοδιότητα για παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας και μεταφέρθηκε στις Δ.Υ.ΠΕ., ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του ίδιου νόμου τέθηκαν από 19-2-2014 σε καθεστώς διαθεσιμότητας για ένα μήνα, ήτοι μέχρι 19-3-2014, με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατείχαν, εκδόθηκαν δε προς τούτο οι σχετικές διαπιστωτικές πράξεις.

Ότι αυτοί δεν υπέβαλαν, εντός της ταχθείσας επταήμερης προθεσμίας από την έκδοση των ανωτέρω διαπιστωτικών πράξεων, αίτηση μεταφοράς των συμβάσεων εργασίας τους στην οικεία Δ.Υ.ΠΕ., καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014, η αίτηση έπρεπε να συνοδεύεται από βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. περί διακοπής δραστηριότητας (ελευθερίου επαγγέλματος), η μη υποβολή δε των ως άνω αιτήσεων είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας τους στις 20-3-2014.

Ζήτησαν δε, επικαλούμενοι αντίθεση των άρθρων 16 και 17 του Ν. 4238/2014 προς τις αναφερόμενες στην αγωγή διατάξεις του Συντάγματος, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του ενωσιακού δικαίου, 1) την αναγνώριση της ακυρότητας της κατά τα άνω θέσης αυτών σε διαθεσιμότητα και της αυτοδίκαιης λύσης των συμβάσεων εργασίας τους, 2) να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους, υπό τους όρους που ίσχυαν πριν από τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και με διατήρηση όλων των δικαιωμάτων τους, και να τους καταβάλλουν τις νόμιμες αποδοχές τους, 3) την επιδίκαση (εν μέρει αναγνωριστικά και εν μέρει καταψηφιστικά κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής) των αναφερόμενων στην αγωγή ποσών για μισθούς υπερημερίας, 4) επικουρικά, σε περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση απόλυσης, άλλως ως αποζημίωση κατ' άρθρο 55 του Π.Δ. 410/1988, άλλως να υποχρεωθεί τούτο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 10.234 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποδοχές διαθεσιμότητας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εξέδωσε την υπ' αριθ. 181/2018 απόφασή του, με την οποία, αφού θεώρησε ως μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς δεκαέξι ενάγοντες λόγω νομότυπης παραίτησης αυτών από το δικόγραφο, απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή ως προς το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και δέχθηκε αυτήν, κατά την κύρια βάση της, ως προς τα λοιπά εναγόμενα ΝΠΔΔ, αναγνώρισε την ακυρότητα της θέσης των εναγόντων σε διαθεσιμότητα και της αυτοδίκαιης από 20-3-2014 απόλυσης αυτών, όσον αφορά δε τους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης, α) υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, υπό τους ίδιους όρους που την παρείχαν και πριν από την ένταξή τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και χωρίς διακοπή του ελευθερίου επαγγέλματός τους, καταβάλλοντας πλήρως τις νόμιμες αποδοχές τους, β) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων, για μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 3.976 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και γ) υποχρέωσε τούτο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων, για μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 19.880 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την από 10-4-2018 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 3296/2022 απόφασή του, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ερήμην του εκκαλούντος, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-4-2024), οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν ως ακολούθως: Α) Άπαντες οι καλούντες - αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 56ος εξ αυτών, Κ. Κ. του Ι., απεβίωσε στις ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. Β. του Δ. και την κόρη του Β. Κ. του Κ., οι οποίες υπεισήλθαν στη θέση του και συνεχίζουν τη δίκη. Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε επί της από 10-4-2018 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την 1-2-2022 και, κατ' εκείνη τη συζήτηση, ο ήδη αποβιώσας 56ος των εφεσιβλήτων, Κ. Κ. του Ι., φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δεν δήλωσε τον θάνατό του και τη συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους του.

Κατά συνέπεια, ως προς τον εν λόγω αποβιώσαντα, η δίκη στο Εφετείο διεξήχθη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου και, ως εκ τούτου, η εκδοθείσα υπ' αριθ. 3296/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι ανύπαρκτη ως προς αυτόν, συνακόλουθα δε, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της ως άνω απόφασης, καθ' ο μέρος στρέφεται κατ' αυτού, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη.

Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 56ο των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ, δεν γεννάται, εφόσον ο "δικαιούχος" αυτών ως άνω 56ος των αναιρεσιβλήτων είναι ανύπαρκτο πρόσωπο (ΑΠ 533/2018). Β) Οι 46ος, 57ος, 63ος, 64η, 70ος και 116η των καλούντων - αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη.

Από τις υπ' αριθ. ...-2023 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Ζ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι καλούντες - αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι κατόπιν των αντίστοιχων από ...-2023 και ...-2024 εγγράφων παραγγελιών του δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου - Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 23-11-2023 κλήσης αντίστοιχα, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τις δικασίμους της 21-11-2023 (αρχική) και της 16-4-2024 αντίστοιχα, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον.

Πλην όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος Δημήτριος - Ελευθέριος Τάγαρης, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για τις ανωτέρω επιδόσεις, είχε την πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και για τους ως άνω αναιρεσιβλήτους και να τους εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση αυτής, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς αυτόν, με την προσκόμιση σχετικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή.

Συνεπώς, ο ως άνω δικηγόρος ακύρως επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους και τους εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση αυτής, εφόσον δε αυτοί δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκαν από το αναιρεσείον ή από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρούνται δικονομικώς απόντες και πρέπει, ως προς αυτούς, να χωριστεί η υπόθεση, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσιβλήτους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη.

Όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, με επιμέλεια του τελευταίου η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 23-2-2023 και δεν ασκήθηκε κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας από το ερημοδικασθέν εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία έληξε στις 10-3-2023, ακολούθως δε, ασκήθηκε η ένδικη αίτηση στις 24-3-2023, ήτοι εντός της προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και να περιέχονται σ' αυτό οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς να αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 5 και 25 του Συντάγματος, 10 του Ν.Δ. 1204/1972, 16 και 17 του Ν. 4238/2014 και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. σελ. 30 αναιρετηρίου). Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω συνοπτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έχει ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι είναι άκυρη η θέση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων σε διαθεσιμότητα και η αυτοδίκαιη από 20-3-2014 απόλυση αυτών και ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υποχρεούται να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία τους, υπό τους ίδιους όρους που την παρείχαν και πριν την ένταξή τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας, χωρίς διακοπή του ελευθερίου επαγγέλματός τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, ώστε να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως προς τους προσηκόντως παρασταθέντες αναιρεσιβλήτους. Τα δικαστικά έξοδα των τελευταίων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2716/259/ 2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3296/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον 56ο των αναιρεσιβλήτων, Κ. Κ. του Ι.

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 46ο, 57ο, 63ο, 64η, 70ο και 116η των αναιρεσιβλήτων, Ε. Κ. του Β., Κ. Κ. του Ι., Σ. Λ. του Λ., Π. Λ. του Κ., Μ. Δ. του Δ. και Κ. Τ. του Κ., αντίστοιχα.

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους την αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των προσηκόντως παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (πλην των 46ου, 57ου, 63ου, 64ης, 70ου και 116ης τούτων), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος