Legislator Case Law & Legislation
1513/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt collection judgment for failure to consider prior ruling on spousal liability.

Case Number 1513/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final debt collection judgment rendered in absentia. The appellant argued the lower court erred by ignoring a prior ruling regarding spousal liability and failed to examine a specific legal presumption. The court rejected these claims as inadmissible because citing case law does not constitute a ground for appeal, and the alleged error did not fall within the statutory grounds for appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 559 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if it relies solely on citing case law or alleges an error not falling within the statutory grounds for appeal.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Spousal Liability Debt Collection Legal Precedent In Absentia Judgment Statutory Grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Civil Procedure Code
Article 15 of Law 3869/2010
Article 14 of Law 3869/2010
Article 576 paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 560 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 495 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Article 3 paragraph b of Law 3869/2010
Article 746 of the Civil Procedure Code
Article 8 paragraph 6 paragraph b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 655/2022
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding new facts in voluntary jurisdiction proceedings.
AP 67/2020
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding lower court's factual assessment of insolvency. The court rejects the appellant's claim of fraudulent evasion of debt. The decision confirms that the lower court did not violate substantive law by rejecting the fraud argument. The appeal is inadmissible as it attacks the court's evaluation of evidence. The ruling emphasizes that the lower court's factual findings are not subject to appellate review. The court concludes that the appellant failed to prove the required elements for debt restructuring. The decision upholds the original judgment on debt restructuring matters. The appeal is dismissed due to lack of legal grounds. The court maintains the lower court's decision on the debt restructuring case.
AP 153/2017
Supreme Court overturns lower court for misinterpreting fraud elements in insolvency proceedings under Law 3869/2010.
AP 268/2020
Supreme Court dismisses appeal on labor dispute evidence admissibility and procedural rules.
AP 255/2020
Supreme Court dismisses appeal for misreading document, ruling it was merely an error in fact-finding evaluation.
AP 525/2021
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking non-reviewable fact-finding and citing irrelevant case law.
AP 59/2021
Supreme Court allows appeal against default judgment, remanding case for retrial due to insufficient evidence on debt impact.
AP 52/2019
Supreme Court dismisses appeal against final judgment in voluntary jurisdiction case due to procedural inadmissibility and lack of reviewable errors.
AP 1400/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1513 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1513/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Κατσή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Α. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 5/2018, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2018 μη οριστική και 29/2020 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 19-11-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 80/19-11-2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 29/2020 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εκ των εφεσιβλήτων: τρίτης, Α. Ζ. του Ε. και τέταρτης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...". Παρά, όμως την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον των ως άνω: τρίτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." και της τέταρτης αναιρεσίβλητης Α. Ζ. του Ε., διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 655/2022, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 153/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα με αριθμ. 6431Ζ'/7-7-2021, 6438Ζ'/8-7-2021, 6433Ζ'/7-7-2021 και 6442Ζ'/8-7-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θράκης Κ.

Θ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης, από 19-11-2020, αιτήσεως αναιρέσεως για αναίρεση της 29/2020 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-5-2022), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση, στις πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, καθώς και στην τέταρτη αναιρεσίβλητη.

Οι εν λόγω, όμως, αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α` του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Φ.Ε.Κ. Α` 94/14.8.2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του "1. φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 59/2021).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι κατά τα προαναφερόμενα η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 641/2019).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ".......

ο αιτών είναι 51 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, διαζευγμένος και έχει ένα ενήλικο τέκνο, τον Ζωίδη (γεν. 1994), ο οποίος φοιτά στην Σχολή Μηχανικών της ΑΕΝ/ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ. Τα έσοδα που δήλωσε για το οικ. έτος 2013 είναι μηδενικά ενώ για το οικ. έτος 2014 ανέρχονται σε 4.538,70 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (αρθρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/10).

Στον αιτούντα έχουν χορηγηθεί: Α) Από την πιστώτριά του "....": α) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ένα δάνειο καταναλωτικής πίστης, με υπόλοιπο οφειλής στις 4-11-2015, 1.768,23 ευρώ, β) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, ένα στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 4-11-2015, ύψους 50.163,23 ευρώ, γ) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, ένα στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 4-11-2015, ύψους 71.335,57 ευρώ, δ) με την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση, ένα δάνειο στεγαστικής πίστης, με υπόλοιπο οφειλής στις 4-11-2015, ύψους 6.003,33 ευρώ. Οι υπό στοιχ. β, γ, δ απαιτήσεις της πιστώτριας αυτής από τα δάνεια αυτά είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου της κύριας κατοικίας του αιτούντος. Β) Από την πιστώτριά του "...":

α) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 27-3-2017, ύψους 4.205,79 ευρώ, β) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, μια πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 27-3-2017, ύψους 311,41 ευρώ, γ) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 27-3-2017, ύψους 50.740,99 ευρώ, δ) με την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση, ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 27-3-2017, ύψους 2.216,89 ευρώ. Η υπό στοιχ. γ' απαίτηση της πιστώτριας αυτής από το δάνειο αυτό είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου της κύριας κατοικίας του αιτούντος. Στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος περιλαμβάνεται:

α) πλήρης κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός διαμερίσματος του Β' ορόφου οικοδομής που βρίσκεται επί των οδών ... και ..., στην ..., εμβαδού 76,40τ.μ. με τους βοηθητικούς αυτής χώρους ήτοι την με αριθμ. 4 υπόγεια αποθήκη εμβαδού 17,95τ.μ. καθώς και την υπ'αριθμ. 1 ανοικτή θέση στάθμευσης, β) πλήρης κυριότητα σε ποσοστό 50% επί ενός Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου μάρκας SΕΑΤ τύπου ΑLΤΕΑ, 1595 κ.ε., με έτος πρώτης άδειας κυκλοφορίας το 2006, γ) πλήρης κυριότητα σε ποσοστό 100% επί ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, τύπου CΑRΙΝΑ, 1587 κ.ε., με έτος πρώτης άδειας κυκλοφορίας το 1999. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα εισοδήματα του αιτούντος, μαζί με αυτά της πρώην συζύγου του, ανέρχονταν:

α) κατά το οικονομικό έτος 1999 στο ποσό των 5.305,81 €, β) κατά το οικονομικό έτος 2000 στο ποσό των 11.220,39 €, γ) κατά το οικονομικό έτος 2001 στο ποσό των 15.325,54 €, δ) κατά το οικονομικό έτος 2002 στο ποσό των 15.639,51 €, ε) κατά το οικονομικό έτος 2003 στο ποσό των 17.500,29 €, στ) κατά το οικονομικό έτος 2004 στο ποσό των 19.206,78 €, ζ) κατά το οικονομικό έτος 2005 στο ποσό των 19.949,52, η) κατά το οικονομικό έτος 2006 στο ποσό των 19.184,47€, θ) κατά το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 23.681,02€, ια) κατά το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό των 25.316,27 €, ιβ) κατά το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό των 28.176,29 €, ιγ) κατά το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό των 30.006,65 €, ιδ) κατά το οικονομικό έτος 2011 στο ποσό των 20.221,576, ιστ) κατά το οικονομικό έτος 2012 στο ποσό των 8.070,85€.

Ο αιτών, παρά το υψηλό εισόδημα που είχε κατά τα τελευταία έτη (2008, 2009, 2010 κτλ), το οποίο μάλιστα από έτος σε έτος αυξανόταν, ως ανωτέρω εκτίθεται, διέβλεψε ήδη από τα τέλη του 2009, όπως αποδεικνύεται από τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην αίτησή του αλλά και από όσα κατέθεσε εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με τα προβλήματα που άρχισαν εμφανώς να παρουσιάζονται στην επιχείρηση όπου εργαζόταν λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης, ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να απολέσει την εργασία του και να αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες, με περαιτέρω ενδεχόμενο να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις από τα παραπάνω στεγαστικά δάνεια συνολικού ύψους 135.000 ευρώ, τα οποία σημειωτέον ότι έλαβε το 2004 - 2007, όταν τα ετήσια οικογενειακά εισοδήματα του ήταν περίπου 18.000€.

Μολαταύτα ο αιτών δεν φρόντισε, όπως ο ίδιος κατέθεσε κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να αποταμιεύσει χρήματα, καίτοι του ήταν εφικτό εκείνο το χρονικό διάστημα αλλά κυρίως δεν προέβη σε άμεση περιστολή των δαπανών του προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.

Αντιθέτως, έναν σχεδόν χρόνο αργότερα από τότε (τέλη 2009), που είχε αντιληφθεί ότι μπορεί να αντιμετωπίσει οικονομικές δυσχέρειες, καθώς ο ίδιος ομολογεί στην αίτηση του, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 2010, έλαβε δυνάμει της 00201009145344 συμβάσεως δάνειο ποσού 28.114€ από την ..., την οποία διαδέχθηκε η 2η καθής η αίτηση, ενώ είχε ήδη λάβει εντός της διετίας 2008-2010 άλλα δύο δάνεια ύψους 28.000 περίπου χιλιάδων ευρώ έκαστο από την προειρημένη τράπεζα δικαιοπάροχο της ....

Αυτά (δάνεια της ΜΑRFΙΝ), όπως ο ίδιος αναφέρει, τα έλαβε προκειμένου να καλύψει τις προηγούμενες δανειακές του υποχρεώσεις, ωστόσο κατά το χρονικό εκείνο σημείο ο αιτών γνώριζε, εν όψει και των όσων προαναφέρθηκαν, ότι είναι αδύνατο να καλύψει τις δανειακές του υποχρεώσεις με νέα δάνεια, αποδεχόμενος την πιθανότητα να μην αποπληρώσει ποτέ τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τα στεγαστικά αλλά και από τα νέα αυτά δάνεια που έλαβε.

Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο αιτών αποδεχόταν την πιθανότητα να μην μπορέσει να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του εκ των δανειακών συμβάσεων που συνήψε και τις οποίες συνέχισε να συνάπτει ακόμη και όταν είχε αντιληφθεί ότι ενδέχεται να απολέσει την εργασία του.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του ότι χωρίς δόλο περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων ως άνω αναφερομένων οφειλών του είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού των καθών η αίτηση περί δολίας περιελεύσεώς του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών - σημειώνεται ότι είναι ορισμένος κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα πρόταση αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για την θεμελίωσή του στοιχεία που προβλέπει ο νόμος - και είναι βάσιμος και από ουσιαστική άποψη. Όσα ο ίδιος (αιτών) κατέθεσε εξεταζόμενος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι στον εκτροχιασμό των οικονομικών του συνέβαλε η ασθένεια της συζύγου του κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, αφού, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα τα προβλήματα υγείας της διαγνώσθηκαν το έτος 2013 και όχι το 2010.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, με συνοπτική αιτιολογία που συμπληρώνεται από την παρούσα και απέρριψε την αίτηση ως ουσία αβάσιμη, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και συνεπώς όσα ο εκκαλών ισχυρίζεται με τους σχετικούς λόγους εφέσεως κρίνονται αβάσιμα ......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενστάσεως των πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι ο αιτών-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών και απέρριψε την από 14-11-2017 έφεση αυτού κατά της 178/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ... [καθώς και της 5/2018 διορθωτικής της προειρημένης] που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την ένδικη, από 20-12-2015, αίτησή του.

Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3896/2010, καθώς και αυτές των άρθρων 27 του ΠΚ και 330 του ΑΚ, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος, διότι αυτός, μετά την ανάληψη των αρχικών δανειακών του υποχρεώσεων, κατά τα έτη 2004-2007, ύψους 135.000 ευρώ [το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, αντιμετωπίζεται δε κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος], είχε προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του και αποδέχθηκε τούτο, προχώρησε δε και στη σύναψη νέων συμβάσεων μετά το έτος 2009, προκειμένου να καλύψει τις προηγούμενες δανειακές του υποχρεώσεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, διέλαβε δε, στην προσβαλλομένη απόφαση, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή της περιέλευσής του, από ενδεχόμενο δόλο, σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 135.000 ευρώ αρχικά (2004-2007) και 84.114 (28.000+28.000+28.114) ευρώ μεταγενέστερα (2008-2010), β)το οικογενειακό εισόδημα του αναιρεσείοντος, κατά τα οικονομικά έτη 1999 έως 2012, γ) την ηλικία του αναιρεσείοντος (51 ετών) και ότι αυτός είναι ιδιωτικός υπάλληλος και διαζευγμένος, δ) ότι παρά το υψηλό εισόδημα που είχε κατά τα τελευταία έτη (2008, 2009, 2010), διέβλεψε ήδη από τα τέλη του έτους 2009, λόγω των προβλημάτων που άρχισαν εμφανώς να παρουσιάζονται στην επιχείρηση όπου εργαζόταν λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης, ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να απολέσει την εργασία του και να αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες, με περαιτέρω ενδεχόμενο να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις.

Μολαταύτα δεν φρόντισε, να αποταμιεύσει χρήματα, αν και του ήταν εφικτό εκείνο το χρονικό διάστημα αλλά κυρίως δεν προέβη σε άμεση περιστολή των δαπανών του προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Αντιθέτως, έναν σχεδόν χρόνο αργότερα από τότε (τέλη 2009), που είχε αντιληφθεί ότι μπορεί να αντιμετωπίσει οικονομικές δυσχέρειες, τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, έλαβε δάνειο ποσού 28.114 ευρώ από την ..., ενώ είχε ήδη λάβει εντός της διετίας 2008-2010 άλλα δύο δάνεια ύψους 28.000 περίπου χιλιάδων ευρώ το καθένα από την ως άνω τράπεζα [δικαιοπάροχο της ...], προκειμένου να καλύψει τις προηγούμενες δανειακές του υποχρεώσεις, ε) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών του, υπερέβαιναν τις δυνατότητές του και γνώριζε, ότι είναι αδύνατο να τις καλύψει μάλιστα και με νέα δάνεια, αποδεχόμενος την πιθανότητα να μην αποπληρώσει ποτέ τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τα στεγαστικά αλλά και από τα νέα αυτά δάνεια που έλαβε.

Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος μετά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων, μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) δεν αναφέρει συγκεκριμένες ενέργειες αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και των υποχρεώσεών του και τη συνέχιση ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους του και 2) ότι οι μεταγενέστερες συμβάσεις με την ..., δεν αποτελούν νέα υποχρέωση αλλά επιβεβαίωση υφιστάμενης οφειλής με τροποποίηση των όρων αποπληρωμής των δανείων, αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για την πληρέστερη κατά την άποψή του ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις, οι συμβάσεις τις οποίες υπέγραψε ο αναιρεσείων, το οικογενειακό εισόδημα αυτού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η οικογενειακή του κατάσταση, ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, έλαβε δάνειο ποσού 28.114 ευρώ από την ..., ενώ είχε ήδη λάβει εντός της διετίας 2008-2010 άλλα δύο δάνεια ύψους 28.000 περίπου χιλιάδων ευρώ το καθένα από την ως άνω τράπεζα, προκειμένου να καλύψει τις προηγούμενες δανειακές του υποχρεώσεις, όπως και ότι μπορούσε να προβλέψει ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών του προς τις πιστώτριες τράπεζες και αποδέχτηκε το ενδεχόμενο αυτό.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1του ΚΠολΔ (κατ` ορθή εκτίμηση και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 1) και ο τρίτος αναιρετικός λόγος εκ των άρθρων 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ (κατ` ορθή εκτίμηση και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19, αλλά και κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του αναιεσείοντος, ότι η ένσταση δόλου των αναιρεσιβλήτων τραπεζών είναι αόριστη, τον οποίο το πρώτον υποβάλλει με τις, από 20-5-2022, προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως αντένσταση, προτείνεται απαραδέκτως κατ` άρθρο 562 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα και προεχόντως διότι δεν προβλήθηκε ως λόγος αναίρεσης με το αναιρετήριο και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 65/2017).

Η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι, όπως συνάγεται και από τη, στην άνω διάταξη, λέξη "μόνο", περιοριστική, αφού η διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναφέρεται μόνο σε έξι περιπτώσεις, που αντιστοιχούν προς τους προβλεπόμενους από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης - έστω και αν δεν ταυτίζονται απολύτως -, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται και ο από τον αριθμό 16 του πιο πάνω άρθρου λόγος, εάν, δηλαδή, το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 120/2017).

ΑΠ 120/2017). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 255/2020). Στην ερευνώμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ.

β` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (κατ` ορθή εκτίμηση και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 8), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη την 1/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης με την οποία κρίθηκε ότι δεν συνέτρεξε δόλος στο πρόσωπο της συζύγου του αιτούντος Αργυρής Ζήση η οποία ως συνοφειλέτης με αυτόν στις ίδιες συμβάσεις δανείων, εντάχθηκε στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν εξέτασε την ύπαρξη δεδικασμένο ως συμμετέχοντος στην αυτήν έννομη σχέση ως συμβαλλόμενος στις ίδιες συμβάσεις δανείων με την σύζυγό του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς το πρώτο σκέλος του διότι δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, η επίκληση νομολογίας δικαστηρίου επί συναφούς προς το υπό κρίση ζητήματος, που προσκομίστηκε προς υποστήριξη των νομικών επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος (ΑΠ 525/2021), ως προς το δεύτερο δε σκέλος του διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά προβλεπομένων στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγων αναιρέσεως (αν δηλ.

το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο). Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 80/19-11-2020) αίτηση για αναίρεση της 29/2020 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ