Legislator Case Law & Legislation
1513/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on damages reduction due to plaintiff's fault, remanding case to new panel.

Case Number 1513/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, finding a procedural error regarding the reduction of damages. The Third Instance Court had implicitly accepted the plaintiff's claim for reduced damages based on their own fault, despite this argument not being explicitly raised in the appeal. Consequently, the Court ruled that the appeal on this specific issue was valid and remanded the case to a new panel of judges for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300 and 915 of the Civil Code; When a defendant raises a plea of contributory negligence to reduce damages, the court must explicitly consider this plea in the appeal proceedings; failure to do so constitutes a procedural error requiring remand.

Keywords

AI generated
contributory negligence reduction of damages appeal procedure procedural error remand to new panel civil liability court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 300 of the Civil Code
Article 915 of the Civil Code
Article 932A of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1513 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1513/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντιζέ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σπανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του αρχικού διαδίκου Κ. Μ. του Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-2-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 7-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία, ή στην έκταση της, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό της, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 915 παρ.1 ΑΚ, η οποία ορίζει, ότι, δεν ευθύνεται όποιος ζημίωσε άλλον χωρίς να έχει συνείδηση των πράξεών του ή ενώ βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησής του, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση ζημίας που προκλήθηκε από υπαιτιότητα τρίτου σε βάρος προσώπου, στερούμενου καταλογισμού, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης, δεν μπορεί να αντιταχθεί η από το άρθρο 300ΑΚ ένσταση συνδρομής δικού του πταίσματος προς μείωση των συνεπειών για καταβολή αποζημίωσης σε βάρος του υπαίτιου για την αδικοπραξία.

Κι αυτό γιατί ,αφού ,ως ακαταλόγιστος δεν ευθύνεται για τη ζημία που ο ίδιος προκαλεί σε τρίτους, για τον ίδιο λόγο δεν ευθύνεται και για τη ζημία που προκαλεί ο ίδιος στον εαυτό του(ΑΠ495/2012,731/2008). Γίνεται όμως δεκτό, ότι για την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατά το άρθρο 932ΑΚ,το δικαστήριο της ουσίας θα λάβει υπόψη και θα συνεκτιμήσει ως έναν από τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ύψους της και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος ακόμη και αν αυτός είναι ακαταλόγιστος (ΑΠ48/2016, 204/2016, 1219/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ7/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο δηλαδή αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολΑΠ15/2006).

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου ,στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: " Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), διατηρεί και εκμεταλλεύεται από το έτος 1988 ψυχιατρική κλινική, που βρίσκεται στο 8ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ... ...

Στην κλινική αυτή νοσηλευόταν κατά διαστήματα (από 9-5-2008 έως 19-6-2008, από 26-8-2008 έως 21-112008 και από 2-3-2009 έως 6-3-2009) ο πατέρας των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), Ι. Μ.. Ο τελευταίος, ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1923, έπασχε από άνοια σε έδαφος εγκεφαλικού αγγειακού επεισοδίου και οργανικό ψυχοσύνδρομο. Επειδή χρειαζόταν συνεχή φροντίδα οι ενάγοντες ανέθεταν κατά διαστήματα τη φροντίδα του στην κλινική της εναγομένης.

Στις 6-3-2009 και περί ώρα 02.45’ , ο Ι. Μ. βρισκόταν στο κρεβάτι του σε θάλαμο της Κλινικής της εναγομένης και κάπνιζε ένα τσιγάρο, όντας μανιώδης καπνιστής. Όμως από απροσεξία του που ενισχύθηκε από την προκαλούμενη από τη νόσο αδυναμία αντιδράσεως η καύτρα του τσιγάρου του έπεσε στα κλινοσκεπάσματα, με αποτέλεσμα να προκληθεί εστία φωτιάς, η οποία εξαπλώθηκε και αφού έκαψε τις κουβέρτες, το σεντόνι, μέρος του στρώματος του κρεβατιού και τα ρούχα του ασθενούς μεταδόθηκε στο σώμα του και του προξένησε εκτεταμένα εγκαύματα.

Ο Δ. Φ., που εργαζόταν ως νοσηλευτής στην κλινική, ευρισκόμενος στο ισόγειο του κτηρίου, αντιληφθείς τον καπνό στο υπόγειο, έσπευσε στο θάλαμο νοσηλείας του Ι. Μ., τράβηξε τα κλινοσκεπάσματα που είχαν αναφλεγεί και κατόρθωσε, λόγω και της μικρής έκτασης της φωτιάς, να τη σβήσει. Αμέσως μετά ο Ι. Μ. διακομίσθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας και κατόπιν στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου απεβίωσε, εξαιτίας των εγκαυμάτων, που καταλάμβαναν το 90% της ολικής επιφάνειας του σώματος του.

Το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται κατά ποσοστό 50% στις παρακάτω παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις των αντιπροσωπευτικών οργάνων της εναγομένης και των προστηθέντων από αυτή υπαλλήλων της". Ακολούθως, το Εφετείο αφού εκθέτει τους λόγους βάσει των οποίων στοιχειοθετείται ευθύνη της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) στην πρόκληση του ατυχήματος, συνεχίζει, "Επίσης ο Ι.

Μ. ευθύνεται σε ποσοστό 50%, διότι επέλεξε να καπνίσει επί των κλινοσκεπασμάτων του, παρά το γεγονός, ότι μία τέτοια ενέργεια εμπεριέχει τον κίνδυνο πρόκλησης φωτιάς. Αν όμως ο θανών δεν κάπνιζε, τότε είναι αυτονόητο ότι δεν θα επερχόταν το επίδικο συμβάν, αφού δεν θα δημιουργούνταν εστία φωτιάς ... Το γεγονός ότι ο Ι.

Μ. έπασχε από άνοια, δεν εμποδίζει τον καταλογισμό και σε αυτόν του συντρέχοντος πταίσματος, αφού αυτό λαμβάνεται υπόψη, έστω και αν ο παθών είναι ακαταλόγιστος ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, λόγω του βίαιου θανάτου του πατέρα τους Ι. Μ., δοκίμασαν συναισθήματα θλίψης και πόνου. Πρέπει λοιπόν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω και ιδίως τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό συναισθηματικής σύνδεσης των εναγόντων με το θύμα, που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, το βαθμό υπαιτιότητας των οργάνων και προστηθέντων της εναγόμενης, το συντρέχον πταίσμα του θανόντος, την ηλικία αυτού και την κατάσταση της υγείας του, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγόντων και της εναγομένης, κρίνει ότι κάθε ενάγων δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται, με βάση τα προεκτεθέντα, δίκαιο και εύλογο.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ακολούθως, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, με την οποίαν αυτοί επικαλούμενοι εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων τόσο ως προς την κριθείσα συνυπαιτιότητα του θανόντος συγγενούς τους, όσο και ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής τους οδύνης και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων, σε καθένα των οποίων επεδίκασε για την άνω αιτία 15.000 ευρώ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914,915 και 300 ΑΚ, εφόσον το άναμμα του τσιγάρου από τον παθόντα πατέρα των αναιρεσειόντων, επί των κλινοσκεπασμάτων του, σε συνδυασμό με την αδυναμία αντίδρασής του λόγω της νόσου από την οποία έπασχε ,όπως ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, αποτελούσε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πρόσφορη αιτία για την πρόκληση της εστίας φωτιάς, συνεπεία της οποίας υπέστη εγκαύματα που προκάλεσαν τον θάνατο του και δικαιολογεί την παραδοχή του Εφετείου για την και από αμέλεια του ιδίου, πρόκληση αυτού.

Το Εφετείο, επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις(σύμφωνα με τη νομική σκέψη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας), συνεκτιμώντας, ανεξαρτήτως της έλλειψης καταλογισμού και την αμέλεια αυτού, ως ένα παράγοντα για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων.

Με τις ανωτέρω παραδοχές εξάλλου, το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης περί ύπαρξης υπαιτιότητας και του παθόντος στο θανατηφόρο ατύχημα έχει σαφείς, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, με τον οποίο επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Με ειδικότερες αιτιάσεις του ίδιου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ και ειδικότερα για ανεπαρκή αιτιολογία διότι: 1) δεν περιέχει συγκεκριμένα περιστατικά που να δικαιολογούν την παραδοχή της για τις συνθήκες πρόκλησης της φωτιάς, 2) δεν αναφέρει πόσος χρόνος μεσολάβησε μεταξύ της πρόκλησης της φωτιάς και του χρόνου αντίληψης αυτής από τον νοσηλευτή βάρδιας, 3) δεν αναφέρεται σε αυτή αν είχε προηγηθεί του συμβάντος επίσκεψη του νοσηλευτικού προσωπικού στο θάλαμο νοσηλείας του παθόντος, 4) δεν εξηγεί πώς είναι δυνατόν ο τελευταίος ,με τόσο σοβαρή νόσο, να μη λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ή να λαμβάνει αλλά η δική του φαρμακευτική αγωγή να μην τον <αναγκάζει> να κοιμάται στις 2.45 το πρωί, αλλά να καπνίζει τσιγάρα και 5) δεν εξηγεί πως είναι δυνατόν ο υπερήλικας παθών να καπνίζει και να μην μπορεί να αντιδράσει φυσιολογικά, ώστε να γίνει εγκαίρως αντιληπτός ή να προβεί έστω ο ίδιος σε οποιαδήποτε ενέργεια απομάκρυνσής του από την εστία της φωτιάς.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, α)αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, εφόσον το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πυρκαγιά συνεπεία της οποίας απεβίωσε ο νοσηλευόμενος στην κλινική της αναιρεσίβλητης πατέρας των αναιρεσειόντων προκλήθηκε από τη καύτρα του τσιγάρου που ο ίδιος κάπνιζε, είναι σαφές και β) κατ’ επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Εξάλλου, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής, ότι η φωτιά εξαπλώθηκε και μεταδόθηκε στο σώμα του παθόντος και του προξένησε εγκαύματα στο 90% της επιφάνειάς του και αυτής, ότι ο νοσηλευτής βάρδιας κατάφερε να τη σβήσει λόγω της μικρής της έκτασης, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ,με ειδικότερη αιτίαση του δεύτερου επίσης λόγου της αίτησης αναίρεσης.

Από το άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκβαση της νίκης ή της ήττας του καθενός, προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφαση του ότι συντρέχει η προϋπόθεση του ως άνω άρθρου, κατανέμει αυτά ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός, η περί αυτού δε κρίση του είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς καθώς και ότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να προβαίνει και στην εκκαθάριση του υποβαλλόμενου πίνακα των γενόμενων εξόδων (ΑΠ 192/2016, 1515/2007).

Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, εξάλλου, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν λαμβάνει υπόψη ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν είναι δηλαδή λυσιτελής (ΑΠ41/2008). Στην προκειμένη, περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με μέρος του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παρέλειψε να αποφανθεί επί του λόγου της έφεσής τους για σφάλμα της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στην επιδίκαση της δικαστικής τους δαπάνης σε βάρος των εναγομένων, λόγω μη υπολογισμού αυτής με βάση τον αναλυτικό πίνακα εξόδων που της είχαν υποβάλει.

‘ Οπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της 45/2011 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω της εν μέρει αποδοχής της αγωγής των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 178 ΚΠολΔ, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, αυτό κατεδίκασε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών τους εξόδων, ύψους 1.500 ευρώ.

Επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να προβεί στην εκκαθάριση της υποβληθείσας από τους αναιρεσείοντες κατάστασης εξόδων και η μη απάντηση από το Εφετείο στον σχετικό αλυσιτελή λόγο της έφεσής τους δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,ο οποίος είναι απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης ως "πράγματα", θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. "Πράγμα" επομένως, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 25/2003).

Γι’ αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπ’ όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1344/2015, 1677/2010, 1255/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδικάστηκαν οι από 8-3-2011 και 28-3-2011 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, ήτοι η πρώτη των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία οι τελευταίοι διετύπωναν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας εκκαλούμενης απόφασης για την κρίση της τόσο ως προς την συνυπαιτιότητα του παθόντος όσο και ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που τους επιδικάστηκε και η δεύτερη της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή διετύπωνε παράπονα μόνο για την κρίση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την υπαιτιότητά της και την συνυπαιτιότητα του παθόντος.

Το Εφετείο όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τους λόγους έφεσης των διαδίκων που αφορούσαν στην υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης και την συνυπαιτιότητα του παθόντος, χωρίς η αναιρεσίβλητη να έχει περιλάβει στην έφεσή της αιτίαση για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, εξαφάνισε, κατ’ αποδοχή αυτής, την εκκαλούμενη απόφαση και επεδίκασε στους αναιρεσείοντες μικρότερο του επιδικασθέντος σχετικώς, με την πρωτόδικη απόφαση ποσό.

Έτσι, όμως, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αφού έλαβε υπόψη λόγο έφεσης, ήτοι "πράγμα" που δεν είχε προταθεί και κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο εν λόγω Δικαστήριο η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος. Πρέπει συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ παρέλκει η εξέταση του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης που αφορά το κεφάλαιο αυτό.

Εξάλλου, όταν κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης, αναιρείται έστω και εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναίρεση περιλαμβάνει και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων στο σύνολο τους, λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού αυτών για όλα τα κεφάλαια της απόφασης (ΑΠ1520/2013). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της μερικής αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται χωρίς αντικείμενο η έρευνα του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για την κρίση του ως προς την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης τόσο σε βάρος τους, λόγω της απόρριψης της έφεσής τους όσο και υπέρ τους λόγω της εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης κατ’ αποδοχή της έφεσης της αντιδίκου τους και εν μέρει αποδοχής της αγωγής τους.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της που αφορά στη χρηματική ικανοποίηση, και να παραπεμφθεί, κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος απ’ αυτούς παραβόλου (αρθρ.495παρ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (αρθρ.178,183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, την 76/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ