Supreme Court allows appeal against single judge ruling due to failure to examine prior service and salary progression facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a single judge's decision, finding procedural flaws in the lower court's handling of the case. The appellant argued that the single judge failed to examine the defendant's prior service duration and salary progression details required by law. Consequently, the court set aside the lower judgment and ordered a new substantive hearing to resolve the factual disputes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether a non-appearing party was legally summoned, and if substantive errors regarding the examination of facts exist, the appeal is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1512 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1512/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4929/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 479/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί με την 1855/2017 απόφαση του Α2' τμήματος του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια η 570/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4929/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 5112/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20-5-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την 9997/15.7.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν.
Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20.5.2022 και με αριθ. καταθ 4083/436/23.5.2022 αίτησης αναίρεσης, με την στη συνέχεια αυτής 1123/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Β2 Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης και την από 30.6.2022 πράξη του Προέδρου του Β2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης στις 13.12.2022, μαζί με κλήση για την ανωτέρω δικάσιμο (13.12.2022), κατά την οποία αναβλήθηκε με αίτηση της αναιρεσίβλητης για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (25.4.2023) και εγγράφηκε στο πινάκιο, κατ' άρθρ. 226 παρ.4 ΚΠολΔ, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, προς την αναιρεσίβλητη, η οποία, όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ. 2).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 30.9.2009 και με αριθμό κατάθεσης 177463/4862/2003 αγωγή της εξέθετε ότι προσλήφθηκε στις 17.9.1979, από την εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ, της οποίας καθολικός διάδοχος, λόγω απορρόφησης του κλάδου διανομής αυτής, κατέστη η αναιρεσείουσα, ως έκτακτη υπάλληλος (δακτυλογράφος), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκε κατ' επανάληψη με τις αναφερόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και ότι τελικά εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, στην Κατηγορία/Ειδικότητα Δ02/Γ και στο μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ.) 12 της βαθμίδας ε' από 1.7.1983.
Ότι, στις 7.4.1988 κατέθεσε τον τίτλο σπουδών της ήτοι πτυχίο της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, κατόπιν δε αυτού η εναγομένη, προέβη στη μετάταξή της στην Κατηγορία/Ειδικότητας Δ01/Α (Πτυχιούχοι Διοικητικό- οικονομικής κατεύθυνσης), πλην όμως εσφαλμένα την κατέταξε αρχικά από 1.7.1989 και στη συνέχεια αναδρομικά από 7.6.1988 στο μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ.) 8 της βαθμίδας ε', δίχως όμως να αναγνωρίσει κατά την μετάταξή της το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας της, που ανερχόταν σε 3 έτη, 4 μήνες και 12 ημέρες.
Ζητούσε δε: α) να αναγνωριστεί το δικαίωμά της προς ορθή ένταξή της στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, με την προσμέτρηση του ανωτέρω χρόνου προϋπηρεσίας της, βάσει της από 5.10.1989 ΕΣΣΕ, με τη μετακίνησή της στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια, όπως αναλυτικά τα παραθέτει χρονικά στην αγωγή, ώστε τελικά να θεωρηθεί ότι κατέχει το μισθολογικό κλιμάκιο 1β από τις 25.1.2009 και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 25.011,40 ευρώ για μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2004 έως 31.8.2009 ως διαφορά, από την ορθή ένταξη της στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια μετά την προσμέτρηση του ως άνω χρόνου προϋπηρεσίας της, επικουρικά δε ζητεί το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 372/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής ως αόριστο ως προς την κυρία βάση και ως μη νόμιμο ως προς την επικουρική βάση, δέχτηκε την αγωγή ως προς το πρώτο αίτημά της, ήτοι της αναγνώρισης της ανωτέρω προϋπηρεσίας της ενάγουσας και της υποχρέωσης της εναγομένης να προσμετρήσει τον χρόνο αυτό και τον χρόνο ένταξης της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της και ειδικότερα αναγνώρισε ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο ένταξής της στο προσωπικό της εναγομένης είχε προϋπηρεσία 3 ετών, 4 μηνών και 12 ημερών και ότι αυτός ο χρόνος προσμετράται, σύμφωνα με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ ΑΕ και τις διατάξεις της από 5.10.1989 ΕΣΣΕ, ώστε να ανήκει στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο από 25.1.1985, στο 7° μ.κ.
από 25.1.1988, στο 6° μ.κ. από 25.1.1988, στο 5° μ.κ. από 25.1.1991, στο 4° μ.κ. από 25.1.1994, στο 3° μ.κ. από 25.1.1997, στο 2° μ.κ. από 25.1.2000, στο 1° μ.κ. από 25.1.2003, στο Ια μ.κ. από 25.1.2006 και στο 1β μ.κ. από 25.1.2009. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε η από 3.4.2012 έφεση της εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε η 4929/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ως προς το πρώτο αίτημά της, καθόσον δεν εκτίθενται σ' αυτήν αν κατά τον συγκεκριμένο αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο που έλαβε χώρα η ένταξη της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης (1.7.1983), υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία Δ01 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 9 της βαθμίδας ε' στην οποία η ενάγουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, θα έπρεπε τότε να ενταχθεί, ενώ δεν εντάχθηκε.
Κατά της αμέσως ανωτέρω απόφασης, ασκήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας η από 20.12.2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε, αρχικά, η 479/2018 απόφαση του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, έως ότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος.
Ακολούθως, εκδόθηκε η 570/2020 απόφαση του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω 4929/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για την προβλεπόμενη από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου της αγωγής, λόγω αοριστίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Στη συνέχεια, με την από 20.9.2020 κλήση της ενάγουσας, εισήχθη προς περαιτέρω συζήτηση, η πιο πάνω από 3.4.2012 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5112/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της 372/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.9.2009 αγωγή, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 2 και 3, 4 παρ. 1, 2 και 3, 5 παρ. 1, 2 εδ. α και 3, 6, 22 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α' και 23 παρ. 1 και 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος έχει καταρτισθεί με την από 4ης Οκτωβρίου 1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ) Προσωπικού Δ.Ε.Η., δημοσιευθείσα δια της Αποφάσεως Υπουργού Απασχολήσεως 2842/442/1973 (ΦΕΚ Β' 1274/25 Οκτωβρίου 1973), και κυρωθεί με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν.Δ.210/1974, ώστε να αποκτήσει ισχύ νόμου, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "1.
Το προσωπικόν συνδέεται μετά της Δ.Ε.Η. δια σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε εις τακτικόν και έκτακτον. 2. Τακτικόν προσωπικόν είναι το υπηρετούν εις τας οργανικάς θέσεις και υπαγόμενον αυτοδικαίως εις τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, μέχρι συμπληρώσεως του κατ' άρθρον 34 του παρόντος καθοριζομένου ορίου ηλικίας. 3.Έκτακτον προσωπικόν είναι το προσλαμβανόμενον δια συμβάσεως ωρισμένου ή αορίστου χρόνου προς κάλυψιν εκτάκτων ή πρόσκαιρων αναγκών της Επιχειρήσεως και υπαγόμενον εις ας μόνον διατάξεις αναφέρεται εις το άρθρον 42 του παρόντος", "1.
Το τακτικόν προσωπικόν κατατάσσεται εις Κλάδους υποδιαιρουμένους εις Κατηγορίας δυναμένας επίσης να υποδιαιρεθούν εις Βαθμίδας, εις ας αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Έκαστος μισθωτός εντάσσεται εις μισθολογικόν κλιμάκιον, Βαθμίδα, Κατηγορίαν και Κλάδον, εις πλήρωσιν οργανικής θέσεως. 2.
Οι Κλάδοι αποτελούν γενικάς διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεως αυτού. Η Κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικόν πλειόνων ειδικοτήτων, χαρακτηριζόμενον υπό γενικών προσόντων της αυτής στάθμης ή παρεμφερούς είδους και έχον την αυτήν μισθολογικήν εξέλιξιν. 3. Οι Κλάδοι ορίζονται ως ακολούθως:
α) Στελέχη Γενικών θέσεων β) Τεχνικοί γ) Διοικητικοοικονομικοί δ) Δικηγόροι ε) Υγειονομικοί στ) Μισθωτοί Γενικών Υπηρεσιών", Στο άρθρο 5 ορίζεται: "1. Ουδείς προσλαμβάνεται απ'ευθείας ως τακτικός. 2. Η πρόσληψις. εκτάκτου προσωπικού γίνεται δι' εγγράφου συμβάσεως, δυναμένης ν' ανανεωθή μέχρι συμπληρώσεως χρονικού διαστήματος 5 ετών, εντός του οποίου δύναται να ενεργηθή ένταξις του εκτάκτου μισθωτού εις τακτικόν προσωπικόν...3.
Η ένταξις γίνεται εις μισθολογικόν κλιμάκιον της κατωτέρας βαθμίδος εκάστης Κατηγορίας δι' αποφάσεως του Διοικητού, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας", στο δε άρθρο 6 ότι: "Ο προηγηθείς της εντάξεως μισθωτού χρόνος υπηρεσίας του ως εκτάκτου θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται εις τον εν άρθρω 22 του παρόντος απαιτούμενον χρόνον δια την πρώτην μετά την ένταξιν μισθολογικήν προαγωγήν, θεωρούμενος ως διανυθείς εις το μισθολογικόν κλιμάκιον εντάξεως", Ακολούθως, στο άρθρο 22 και στις παρ.1α και 2α ορίζεται ότι: "1.
Μισθολογικαί προαγωγαί ενεργούνται εκάστοτε μόνον κατά εν μισθολογικόν κλιμάκιον και μέχρι του ανωτάτου μισθολογικού κλιμακίου της Κατηγορίας εις ην ανήκει ο μισθωτός...2. Η μισθολογική προαγωγή γίνεται από της συμπληρώσεως τριετίας εις το κατεχόμενον μισθολογικόν κλιμάκιον" και τέλος στο άρθρο 23 ότι: "1.
Μετατάξεις από Κατηγορίας εις Κατηγορίαν του αυτού ή ετέρου Κλάδου δύνανται να ενεργώνται προς κάλυψιν υπηρεσιακών αναγκών ή δια λόγους υγείας...4. Η μετάταξις γίνεται εις το εισαγωγικόν κλιμάκιον της Κατηγορίας, εφ' όσον ο μετατασσόμενος κέκτηται μισθολογικόν κλιμάκιον κατώτερον τούτου, άλλως η μετάταξις γίνεται εις το κατεχόμενον υπό του μισθωτού μισθολογικόν κλιμάκιον, οπότε ο διανυθείς εν αυτώ χρόνος προσμετρείται διά μισθολογικήν προαγωγήν εις ανώτερον μισθολογικόν κλιμάκιον εις την νέαν Κατηγορίαν", Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
α και 3 της από 5ης Οκτωβρίου 1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας της Δ.Ε.Η. (αρ. εκθ. καταθ. Ειρηνοδικείου Αθηνών 117/1989), "1. Ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που διανύθηκε στην Επιχείρηση οποτεδήποτε και με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης εργασίας (συνεχούς ή διακοπτόμενης) προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο...3.
Η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους τακτικούς κατά την 1-1-1986 μισθωτούς θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου που κατείχαν κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθέμενης αναλόγως καιτης ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία εν τω μεταξύ έχουν προαχθεί, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των άρθρων 4, 22 και 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει αφ' ενός ότι κατά την ένταξη του εκτάκτου προσωπικού στο τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Η. προσμετράται ο διανυθείς στην Επιχείρηση χρόνος πραγματικής υπηρεσίας αυτού προ της εντάξεως υπό οιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, εκτός εάν ο εν λόγω χρόνος έχει ήδη προσμετρηθεί, οπότε αποκλείεται η εκ νέου προσμέτρηση, όσον αφορά δε τους τακτικούς κατά την 1η Ιανουαρίου 1986 μισθωτούς, η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου, το οποίο κατείχαν κατά την ως άνω χρονολογία, ως και της ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία εν τω μεταξύ έχουν προαχθεί, αφ' ετέρου ότι, εάν μεταταχθεί μισθωτός σε άλλη Κατηγορία, η μετάταξη γίνεται στο εισαγωγικό κλιμάκιο της Κατηγορίας, εάν ο μετατασσόμενος κατέχει μισθολογικό κλιμάκιο κατώτερο αυτού, άλλως στο μισθολογικό κλιμάκιο, το οποίο ήδη κατέχει με προσμέτρηση του διανυθέντος στο εν λόγω κλιμάκιο χρόνου, τιροσμετράται δε και ο διανυθείς στην Επιχείρηση χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του μισθωτού προ της εντάξεως υπό οιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, εφ' όσον δεν έχει προηγουμένως προσμετρηθεί. (ΑΠ 1282/2019, ΑΠ 722/2018, ΑΠ 1148/2015, ΑΠ 1241/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 1/2022, ΟΛΑΠ 10/2011).
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπάγονταν. (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. (ΑΠ 1282/2019, ΑΠ 1036/2019).
Εξάλλου, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια, αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο λόγο, τα ακόλουθα: ".... Η ενάγουσα και νυν εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ, την 17.9.1979 (εννοεί ως έκτακτο προσωπικό) η οποία ανανεώθηκε κατ' επανάληψη με τις διαδοχικώς καταρτισθείσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συνολικής διάρκειας 3 ετών, 4 μηνών και 12 ημερών.
Ειδικότερα, απασχολήθηκε με έγγραφες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως έκτακτο προσωπικό της εναγομένης, από 17-9-1979 έως 17-11-1979, από 26-11-1979 έως 25-1- 1980, από 4-2-1980 έως 3-4-1980, από 24-4-1980 έως 23-6-1980, ήτοι συνολικά 7 μήνες και 21 ημέρες. Ακολούθως, καταρτίσθηκαν με την εναγομένη ως έκτακτο ημερομίσθιο προσωπικό, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας, και ειδικότερα από 9-10-1980 έως 8- 10-1981, από 9-10-1981 έως 8-10-1982, από 9-10-1982 έως 31-12-1982, από 1-1-1983 έως 31-12-1983, η οποία όμως λόγω ένταξης στο τακτικό προσωπικό διήρκησε έως 31-6-1983, ήτοι συνολικά 2 έτη, 8 μήνες και 21 ημέρες, προστιθέμενα δε, με τον ως άνω χρόνο προϋπηρεσίας, ήτοι 3 έτη, 4 μήνες και 12 ημέρες.
Στη συνέχεια, την 1-7-1983, με την υπ' αριθ. 905/1988 απόφαση της Διεύθυνσης Προσωπικού της εναγομένης, η ενάγουσα εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης και συγκεκριμένα στην Κατηγορία/Ειδικότητα Δ02/Γ (λοιποί διοικητικο-οικονομικοί) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 της βαθμίδας ε\ με ταυτόχρονη προαγωγή στο μ.κ. 11 από 18-2-1983.
Περαιτέρω, με τις υπ' αριθ. ... και ... αποφάσεις ΔΣ της εναγομένης, η ενάγουσα μετατάχθηκε στην Κατηγορία/Ειδικότητα Δ01/Α (πτυχιούχοι διοικητικό οικονομικής κατεύθυνσης), λόγω της απόκτησης του πτυχίου της Παντείου Ανώτατης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, αναδρομικά, από 7-6-1988 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της βαθμίδας ε\.
Έτσι, η ενάγουσα προήχθη την 7- 6-1991 στο μ.κ. 7, την 1-10-1991 στο μ.κ. 6 λόγω ανακλιμάκωσης με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, την 7-6-1994 στο μ.κ. 5, την 7-6-1997 στο μ.κ. 4, την 7-6- 2000 στο μ.κ. 3, την 7-6-2003 στο μ.κ. 2, την 7-6-2006 στο μ.κ. 1 και την 7-6-2009 στο μ.κ. Ια. Αποδείχθηκε ωστόσο ότι, η εναγομένη, ενώ αρχικά προσμετρά τον άνω χρόνο προϋπηρεσίας της ενάγουσας, κατά τη μετάταξη της τελευταίας, δεν μετακινεί αυτή, κατά τον χρόνο προϋπηρεσίας στο μισθολογικό κλιμάκιο 8, το οποίο έλαβε η ενάγουσα λόγω μετάταξης, με αποτέλεσμα να συμψηφίζεται ο χρόνος προϋπηρεσίας με τον χρόνο που έλαβε λόγω της μετάταξης.
Ενόψει δε του ότι, η ενάγουσα, κατά τον χρόνο της ένταξης της στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, είχε, όπως προεκτέθηκε, συνολική υπηρεσία 3 ετών, 4 μηνών και 12 ημερών, είχε δικαίωμα σύμφωνα με τις κανονιστικού δικαίου διατάξεις, της από 5-10- 1989 ΕΣΣΕ, να προσμετρήσει το συνολικό αυτό χρόνο προϋπηρεσίας της, ώστε η προαγωγή της στο 8° μ.κ.
να είχε γίνει από 25-1-1985 και η προαγωγή της στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια, να είχε γίνει αντίστοιχα στο 7° μ.κ. από 25-1-1988, στο 6° μ.κ. από 25-1-1988 (σε ολοκλήρωση της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ), στο 5° μ.κ. από 25-1-1991, στο 4° μ.κ. από 25-1-1994, στο 3° μ.κ. από 25-1 1997, στο 2° μ.κ. από 25-1-2000, στο 1° μ.κ. από 25-1- 2003, στο Ια μ.κ. από 25-1 2006, και στο 1β μ.κ.
από 25-1-2009, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση. Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι, η εναγομένη και νυν εκκαλούσα, δεν προσμέτρησε ορθά τον προηγηθέντα της ένταξης χρόνο της ενάγουσας, ως τακτική μισθωτό, κατά την 1-1-1986, όπου έλαβε χώρα ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορήγησης του μισθολογικού κλιμακίου που κατείχε αυτή (ενάγουσα), κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθέμενης αναλόγως και της ημερομηνίας χορήγησης των επόμενων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία εν τω μεταξύ, είχε προαχθεί, όπως η ΕΣΣΕ ορίζει (ΑΠ 920/2008, ΑΠ 1092/2012).
Δυνάμει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε ευθέως τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ και της από 5ης Οκτωβρίου 1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας του προσωπικού της Δ.Ε.Η., αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Συγκεκριμένα, παρ' ότι κατά τα ανωτέρω κατά την μετάταξη μισθωτού της Δ.Ε.Η. στο μισθολογικό κλιμάκιο άλλης Κατηγορίας προσμετράται και ο διανυθείς στην Επιχείρηση χρόνος πραγματικής υπηρεσίας αυτού πριν από την ένταξη υπό οποιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει προηγουμένως προσμετρηθεί, το Μονομελές Εφετείο προσμέτρησε προϋπηρεσία 3 ετών 4 μηνών και 12 ημερών της αναιρεσίβλητη ς, η οποία μετατάχθηκε στο 8ο κλιμάκιο της Κατηγορίας των διοικητικοοικονομικών υπαλλήλων πτυχιούχων ανωτάτων σχολών της Δ.Ε.Η., χωρίς να δεχθεί ότι η εν λόγω προϋπηρεσία δεν είχε προηγουμένως προσμετρηθεί, ενώ αφετέρου παρέλειψε να εκθέσει και τη μισθολογική εξέλιξη αυτής από την ένταξή της στο τακτικό προσωπικό μέχρι και της μετάταξής της, ώστε να προκύπτει εάν έχει προηγηθεί προσμέτρηση της προϋπηρεσίας της ή μη.
Επίσης, ενώ δέχεται ότι προσμετρήθηκε αρχικά ο ανωτέρω χρόνος προϋπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο της μετάταξής της, ακολούθως, δέχεται ότι ο χρόνος αυτός συμψηφίστηκε με το χρόνο που έλαβε λόγω της μετάταξης, χωρίς να προκύπτει ποιος είναι ο χρόνος που η αναιρεσίβλητη έλαβε λόγω της μετάταξης, στον οποίο συμψηφίστηκε ο χρόνος προϋπηρεσίας της ως έκτακτης.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αντίστοιχοι της παραβίασης των ανωτέρω αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, εφόσον αναιρείται η προσβαλλόμενη με αριθ 5112/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την με αριθ 570/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, μετά από αναίρεση της προηγούμενης με αριθ 4929/2014 απόφασης του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα, ύστερα από κλήση, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΑΠ 2090/2022, ΑΠ 751/2020, ΑΠ 503/2017). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), ως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5112/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ