Legislator Case Law & Legislation
1511/2022 AI generated

Supreme Court remands traffic accident case for retrial due to insufficient reasoning on driver's fault.

Case Number 1511/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final traffic accident judgment, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the driver's liability. The appellants argued the court failed to properly assess the driver's negligence and the pedestrians' fault, while the respondent contended the original decision was sound. Consequently, the court set aside the lower court's ruling and remanded the case for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure; A judgment is remanded for retrial if the appellate court finds the lower court's reasoning on essential facts, such as fault allocation in a traffic accident, to be incomplete or unclear.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning appellate review remand for retrial fault allocation Code of Civil Procedure different judge

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1511 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1511/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Π. συζ. Α. Χ., 2) Ν. Χ. του Α., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Π. συζ. Α. Χ. και 3) Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Π. συζ. Α. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρμαρινό.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Η., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φρειδερίκη Δουγιάκη - Παπασωτηρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1589/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2585/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2020 αίτησή τους και τους από 5-4-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21-10-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 17391/1915/21-10-2020 αίτηση αναιρέσεως και τους, με ιδιαίτερο δικόγραφο, από 5-4-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 48/5-4-2022 προσθέτους σ` αυτήν λόγους, που πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά την διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προσβάλλεται η 2585/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως άνω απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Στην από 5-10-2012 αγωγή (αριθμ. εκθ. καταθ. 16298/2012) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι οι εναγόμενοι, προκάλεσαν από υπαιτιότητά τους φθορές και βλάβες στην με αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, καθώς και τον τραυματισμό του κατά το ατύχημα που έγινε κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σ' αυτήν. Ζήτησε δε, να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 12.785,26 ευρώ.

Το ως άνω δικαστήριο, με την με αριθμ. 1589/2016 οριστική απόφαση, έκρινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα, το ποσό των 4.822,26 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο-εκκαλούντα-αναιρεσείοντα και τους δεύτερη και τρίτη των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων αντίστοιχα, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση της αποβιωσάσης, μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεύτερης εναγομένης μητρός τους, συνεχίζοντας τη δίκη ως καθολικοί διάδοχοί της, η από 22-6-2016, έφεση με την οποία, επικαλούμενοι πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως εξειδικεύεται η εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου τους.

Μετά την εκδίκαση της εν λόγω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 551/2020).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 308/2019).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 522/2021, ΑΠ 306/2021).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση" (ΑΠ 970/2021). Κατά δε το άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., "Οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται:

α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, δ) σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του ".

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ [αποτελεί αντιγραφή του αριθμ. 19 του άρθρου 559 και προστέθηκε με το ν. 5335/2015], αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 970/2021, ΑΠ 658/2021, ΑΠ 699/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " .......

Την 16-4-2011 και ώρα 11.25 περίπου, ο ενάγων οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, κινούνταν στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό .... Η οδός ... έχει πλάτος οδοστρώματος 12 μέτρων, μία λωρίδα ανά κατεύθυνση 6 μέτρων και διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή.

Την ίδια ημέρα και ώρα οι εναγόμενοι επιχείρησαν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού ... από τα αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του ενάγοντα και αφού διέσχισαν το αντίθετο ρεύμα πορείας από αυτό που κινούνταν ο ενάγων, περνώντας ανάμεσα από κινούμενα αυτοκίνητα, εισήλθαν στο ρεύμα πορείας του και παρεμβλήθηκαν στην πορεία του, ο δε ενάγων προκειμένου να τους αποφύγει ενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά, η μηχανή έπεσε κάτω, τον παρέσυρε και σύρθηκαν μαζί σε απόσταση επτά (7) μέτρων, πέφτοντας στον πρώτο εναγόμενο, πάνω στον οποίο έπεσε η δεύτερη εναγόμενη σύζυγός του.

Αποκλειστικά υπαίτιοι του ατυχήματος είναι οι εναγόμενοι, οι οποίοι από αμέλειά τους επιχείρησαν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα, από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του ενάγοντα, σε σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ενώ σε απόσταση περίπου 20 μέτρων υπήρχε σηματοδοτημένη διάβαση πεζών και ήταν υποχρεωμένοι να την χρησιμοποιήσουν ............

Εξαιτίας της πτώσης του ενάγοντα στο οδόστρωμα καταστράφηκαν τα ρούχα που φορούσε και ειδικότερα ένα μπουφάν μηχανής DAINESE αξίας 270,00 ευρώ, ένα παντελόνι Calvin Klein, αξίας 150,00 ευρώ, ένα ζεύγος υποδήματα μάρκας ΝΙΚΕ, αξίας 130.00 ευρώ, ένα ρολόι αδιάβροχο από ανοξείδωτο ατσάλι μάρκας ADIDAS, αξίας 143.00 ευρώ και τα γυαλιά ηλίου μάρκας Ray Ban, αξίας 120,00 ευρώ και συνολικά 813,00 ευρώ. ......... ".

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ. με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι αυτές ορθά εφαρμόστηκαν και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά το μέρος που στήριξε την κρίση του για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, από τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές, συνάγεται ότι το Εφετείο δέχεται ότι αποκλειστικά υπαίτιοι του ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού υπήρξαν ο πρώτος αναιρεσείων και η σύζυγός του Π. Χ. (αρχικά δεύτερη εναγομένη). Συγκεκριμένα, το Εφετείο, με την απόφασή του: 1) αν και δέχεται ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων και η σύζυγός του επιχείρησαν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού ...

από τα αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του ενάγοντος και αφού διέσχισαν το αντίθετο ρεύμα πορείας από αυτό που κινούνταν ο ενάγων, περνώντας ανάμεσα από κινούμενα αυτοκίνητα, εισήλθαν στο ρεύμα πορείας του και παρεμβλήθηκαν στην πορεία του, χωρίς, κατά τις παραδοχές της, η κίνησή τους αυτή να ήταν αιφνίδια και ανέλεγκτη, δεν αναφέρει ποίο ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην εν λόγω περιοχή και δεν προσδιορίζεται ποια ήταν, κατά προσέγγιση, η ταχύτητα με την οποία κινείτο, ο ενάγων, εντός της περιοχής αυτής, με την οποία ενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά προκειμένου να τους αποφύγει και εκ του λόγου αυτού η μηχανή του έπεσε, παρασύροντας τον ίδιο και τους ως άνω πεζούς, 2) αν και δέχεται ότι οι πεζοί διέσχισαν το αντίθετο ρεύμα πορείας από αυτό που κινούνταν ο ενάγων, περνώντας ανάμεσα από κινούμενα αυτοκίνητα και εισήλθαν στο ρεύμα πορείας του, δεν προσδιορίζεται, έστω και κατά προσέγγιση, ποια ήταν η απόσταση από την οποία ο οδηγός της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας, έχοντας τεταμένη την προσοχή του, αλλά και την επιτρεπόμενη ταχύτητα, μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση των πεζών, όταν αυτοί επιχείρησαν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού ...

από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του (ενάγοντος), ώστε αυτός να προβεί σε χρήση τροχοπέδησης και ποια ήταν η απόσταση που χώριζε τους πεζούς από τον ενάγοντα οδηγό όταν αυτοί προέβησαν στην ως άνω κίνησή τους για κάθετη διάσχιση του ρεύματος πορείας της οδού στο οποίο αυτός κινείτο (ΑΠ 970/2021).

Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη, προκειμένου να κριθεί αν υπήρξε αμέλεια του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας (αποκλειστική ή συγκλίνουσα), αν δηλαδή αυτός αντιλαμβανόμενος από ικανή απόσταση την κίνηση των πεζών στο οδόστρωμα και ειδικότερα στο ρεύμα πορείας του, ενόψει και της ταχύτητάς του, ενήργησε επιτρεπώς τον ελιγμό προς τα δεξιά με συνέπεια την πτώση της μοτοσικλέτας του και την παράσυρση αυτού και των πεζών.

Κατά συνέπεια, κρίνονται βάσιμα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τις πρώτη και δεύτερη αιτιάσεις του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και ιδίως με το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων-πεζών και της έλλειψης υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού.

H τέταρτη αιτίαση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και των προσθέτων λόγων αυτής, περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την επιδίκαση στον ενάγοντα, ως αποζημίωση, ποσού 813,00 ευρώ, λόγω καταστροφής του ρουχισμού του εξαιτίας της πτώσης του στο οδόστρωμα, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη εφ` όσον αναφέρεται σε θέματα ουσίας και εκτίμηση των αποδείξεων, που βρίσκονται πέραν της έρευνας του παρόντος δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 897/2019).

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση της τρίτης αιτίασης που διατυπώνεται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει αυτοί στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 21-10-2020 αίτηση αναιρέσεως και τους από 5-4-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Αναιρεί την 2585/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ