Legislator Case Law & Legislation
1504/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court failed to follow Supreme Court's remand decision on abuse of action.

Case Number 1504/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by five plaintiffs against the Ioannina Court of Appeal's decision. The plaintiffs argued that the lower court erred by not following the Supreme Court's 2009 ruling which had remanded the case after finding the original dismissal lacked legal basis. The court held that the lower court was not bound by the factual findings of the annulled decision and could independently assess the facts, meaning the alleged procedural error did not exist.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 Civil Code; Art. 559(18) Civil Procedure Code: A lower court's failure to follow a Supreme Court remand does not constitute an appeal ground if the remand annulled the decision solely for lack of legal basis, leaving the factual assessment open for independent re-evaluation by the remanding court.

Keywords

AI generated
abuse of action Civil Code Art 281 Civil Procedure Code Art 559 remand decision legal basis deficiency independent fact-finding appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 Civil Code
Art. 559(18) Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1504 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1504/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Ξ., 2) Χ. Σ. του Ξ., 3) Π. Σ. του Ξ., 4) Σ. Σ. του Ξ., 5)Ε. Σ. του Ξ. και 6) Α. Σ. του Ξ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χάιδο, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Θ., κατοίκου ... 2) Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., 3) Χ. Σ., 4) Μ. Χ. Σ. και 5) Π. Χ. Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπιτσιόλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/1997 αγωγής της αρχικής διαδίκου Γ. συζ. Ξ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/1998 μη οριστική, 26/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 344/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 2146/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 344/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Ιωαννίνων εξέδωσε την 360/2010 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/3/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18/4/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Στην περίπτωση δε αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ανωτέρω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 8/2001, Ολ.

ΑΠ 17/1995, ΑΠ 555/2012, ΑΠ 91/2011). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και δεν αποκλείεται η εφαρμογή της και όταν ασκείται δικαίωμα που πηγάζει επίσης από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι εκείνες του Αγροτικού Κώδικα (Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 8/2001). Έτσι, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, αποτελούντος τεμάχιο ατομικού ή οικογενειακού κλήρου που παραχωρήθηκε σε δικαιούχο αγροτικής αποκατάστασης.

Η κυριότητα σε τέτοιο ακίνητο, έστω και αν το τελευταίο βρίσκεται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο (α.ν. 1366/1938) ως παραμεθόρια, αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση της οριστικής διανομής των γαιών του αγροκτήματος, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παράγρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, αλλά σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 189, 193, 196, 207, 208 και 211 του εν λόγω Κώδικα, 77 του ν.δ. 2185/1952 και 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972 από και με τη μεταγραφή του οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου).

Πριν από τη συντέλεση αυτής ο δικαιούχος - κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας. Σύμφωνα όμως με τη γενική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού κώδικα (β.δ. της 29-10/6-12-1948), η οποία καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, ο αποκατασταθείς κληρούχος από την εγκατάστασή του στον κλήρο θεωρείται ως καλής πίστης νομέας (πλασματικός) και προστατεύεται από τα περί νομής παραγγέλματα, υπό την ισχύ δε του ΑΚ με τις περί προστασίας της νομής αγωγές ή αιτήσεις με βάση τα άρθρα 984, 987 και 989 αυτού (Ολ.

ΑΠ 701/1971). Επομένως, κατά το χρονικό διάστημα από την εγκατάσταση του δικαιούχου στον κλήρο και μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου, ο κληρούχος που έχει την προσδοκία απόκτησης του δικαιώματος κυριότητας, προστατεύεται έναντι των τρίτων, οι οποίοι παράνομα τον διαταράσσουν ή τον αποβάλλουν από την πλασματική νομή.

Μακρόχρονη συνεπώς αδράνεια του δικαιούχου - κληρούχου να ασκήσει κατά του τρίτου τις προστατευτικές της νομής του εξουσίες, συνδυαζόμενη με ειδικές περιστάσεις, όπως είναι λ.χ. και η οικειοθελής απ' αυτόν παραχώρηση της νομής του κλήρου σε τρίτο, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση, από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κατά του τρίτου, μετά τη μεταγραφή του τίτλου και τη συνακόλουθη έκτοτε απόκτηση από τον κληρούχο του δικαιώματος της κυριότητας (Ολ.

ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Με την 18/1927 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων αποκαταστάθηκε γεωργικά, ως χήρα καλλιεργητή, η Ε.

χα Β. Τ., μητέρα της πρώτης εναγόμενης Θ. συζ. Θ. Π. και της ενάγουσας Γ. συζ. Ξ. Σ., που πέθαναν κατά τη διάρκεια της δίκης, την οποία συνεχίζουν οι ανωτέρω και ως καθολικοί διάδοχοι τους και έλαβε από το αγρόκτημα ..., πλην άλλων και τα αγροτικά ακίνητα που αναφέρονται στην παραπάνω αγωγή με τους αριθμούς 1, 2, 4 και 6, ως προς τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή αυτή.

Πλην, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφ. α' περ. ββ και 2 του Αγροτικού Κώδικα, η ανωτέρω έπρεπε να συναποκατασταθεί σε ίσα μέρη με τις παραπάνω θυγατέρες της, καθόσον αυτές ήταν τότε άγαμες. Μετά το θάνατο του συζύγου της την περίοδο 1920-1925, η Ε. Τ. αναχώρησε από την ... όπου κατοικούσαν μέχρι τότε και εγκαταστάθηκε μαζί με τις δυο θυγατέρες της στο ...

Εκτός από τα παραπάνω ακίνητα, η Ε. Τ., μαζί με τον αδελφό της Ι. Χ. Σ., ήταν συνδικαιούχοι σε ίσα μέρη του κλήρου του αγροκτήματος ... ο οποίος ανήκε στη μητέρα τους Π. χα Χ. Σ. και ο οποίος αποτελούνταν από τα δέκα τέσσερα (14) τουλάχιστον ακίνητα για τα οποία γίνεται λόγος παρακάτω. Μετά, όμως, το θάνατο της μητέρας τους, ο κλήρος αυτός αντί να εγγραφεί στο όνομα και των δυο τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, με την 26/1939 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων παραχωρήθηκε και διατέθηκε μόνο στον Ι.

Σ. Για το λόγο τούτο, αργότερα, τα δυο αδέλφια με το .../1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμιάδη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο …και με αύξ. αριθ…, διένειμαν την ανωτέρω περιουσία της μητέρας τους και από τη διανομή αυτή περιήλθαν στην κυριότητα του μεν Ι.

τα έξι (6) ακίνητα που αναφέρονται στο εν λόγω συμβόλαιο και στην κυριότητα της Ε. τα υπόλοιπα οκτώ (8) ακίνητα που περιγράφονται στο ίδιο συμβόλαιο. Το 1943, ενόψει του γάμου της Θ. με τον Θ. Π., κάτοικο ..., η Ε. και οι δυο θυγατέρες της συμφώνησαν να λάβει η μεν Θ. ολόκληρο τον κλήρο από το αγρόκτημα ... που, είχε παραχωρηθεί στην Ε.

και η Γ. ολόκληρο τον κλήρο από το αγρόκτημα ... που δικαιούταν η Ε. ως κληρονόμος της μητέρας της Π., παραιτούμενες η μεν Γ. και η Ε. από τις αξιώσεις τους στον κλήρο ... υπέρ της Θ. και η Ε. και η Θ. από τις αξιώσεις τους, παρούσες και μέλλουσες, αντίστοιχα, στον κλήρο ... υπέρ της Γ.. Πράγματι, το 1943 τελέστηκε ο γάμος της Θ.

με τον Θ. Π. και έκτοτε η Θ. εγκαταστάθηκε στην οικία του συζύγου της στην ... όπου και έζησε μέχρι το θάνατο της στις 23-11-2000. Παράλληλα, σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, η Ε. Τ. με το ...1943 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμιάδη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο …και με αύξ.

αριθ…., όπως διορθώθηκε με το .../1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη, που και αυτό έχει μεταγραφεί νόμιμα στα παραπάνω βιβλία στον τόμο … και με αύξ. Αριθ…, παραχώρησε στον Θ. Π., λόγω προικός υπέρ της θυγατέρας της Θ., τα παραπάνω ακίνητα του κτήματος ... που της είχαν παραχωρηθεί, μεταξύ των οποίων και εκείνα που αναφέρονται στην ανωτέρω αγωγή με τους αριθμούς 1, 2, 4 και 6.

Έκτοτε τα ακίνητα αυτά, όπως και τα υπόλοιπα του κτήματος ... της Ε. Τ., έχουν συνεχώς μέχρι και σήμερα στη νομή και κατοχή τους οι ανωτέρω Θ. Π. και η σύζυγος του Θ. και μετά το θάνατό τους οι διάδοχοί τους, σημερινοί διάδικοι, οι οποίοι, σ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, ασκούν, αναφορικά με τα τέσσερα επίδικα που προαναφέρθηκαν, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέλησή τους να είναι κύριοι αυτών και, συγκεκριμένα, τα περιέφρασσαν, τα καλλιεργούσαν με διάφορα γεωργικά προϊόντα, προβαίνοντες σ' όλες τις αναγκαίες καλλιεργητικές ενέργειες και φροντίδες και βοσκούσαν σ' αυτά τα ζώα τους.

Μάλιστα, τα τρία από τα ακίνητα του παραπάνω κλήρου, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της προκείμενης δίκης, δηλαδή εκείνα που αναφέρονται στην αγωγή με τους αριθμούς 3, 5 και 7, οι ανωτέρω τα μεταβίβασαν περαιτέρω σε τρίτους με συμβολαιογραφικά έγγραφα που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, τα έτη 1979, 1977-1978 και 1976, αντίστοιχα και από τότε οι νέοι ιδιοκτήτες τα κατέχουν συνεχώς μέχρι και σήμερα χωρίς αμφισβήτηση από κάποιον, έχοντας μάλιστα αναγείρει σ' αυτά και κτίσματα.

Εν τω μεταξύ, το Υπουργείο Γεωργίας, με την Ε/26256/19-9-1953 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε βάσει των αναφορών 18175/7-9-1953 της Διεύθυνσης Γεωργίας Ιωαννίνων και από 2-9-1953 του ΣΑΑΚ ... συμπλήρωσε την ανωτέρω 18/1927 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων και όρισε, ότι με την Ε. Τ. συναποκαταστάθηκε στον κλήρο που παραχωρήθηκε σ' αυτή με την 18/1827 απόφαση, σε ίσα μέρη, ως άγαμη θυγατέρα της, βάσει του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 του Αγρ.

Κώδ. και η κόρη της Θ., χωρίς να περιληφθεί και η άλλη θυγατέρα της Γ., παρά το γεγονός ότι και αυτή ήταν άγαμη. Στη συνέχεια, με βάση τις δυο παραπάνω αποφάσεις εκδόθηκαν στο όνομα της Ε. Τ. και της Θ. Π. από τη Διεύθυνση Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας και από τη Διεύθυνση Γεωργίας Ιωαννίνων τα .../28-11-1953 και .../20-8-1980, αντίστοιχα, παραχωρητήρια, που αφορούσαν το πρώτο τον γεωργικό και το δεύτερο τον οικοπεδικό κλήρο του κτήματος ...

που είχαν περιέλθει, σύμφωνα με τα παραπάνω, στις ανωτέρω και τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στους τόμους … και … και με αυξ. αριθ. 354 και 74, αντίστοιχα. Εν τω μεταξύ, το έτος 1951, ενόψει του γάμου της θυγατέρας της Γ. με τον Ξ. Β. Σ., κάτοικο ... η Ε. Τ., σε εκτέλεση της συμφωνίας του 1943 για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, με το .../1951 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικολάου Ευθυμιάδη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο … και με αύξ.

Αριθ…, παραχώρησε στον Ξ. Σ., λόγω προικός υπέρ της θυγατέρας της Γ.ς, από τα οκτώ (8) ακίνητα που είχαν περιέλθει σ' αυτή με τη διανομή του 1950 με τον αδελφό της Ι. Σ., τα επτά (7) που αναφέρονται στο συμβόλαιο αυτό. Πράγματι, το έτος 1951 τελέστηκε ο γάμος της Γ. με τον Ξ. Σ. και έκτοτε αυτή εγκαταστάθηκε στην οικία του συζύγου της στο ..., ενώ η μητέρα της, με την οποία συγκατοικούσαν μέχρι τότε στο χωριό αυτό, συνέχισε να ζει εκεί μέχρι το έτος 1980 περίπου, οπότε εγκαταστάθηκε στην ...

στην οικία της θυγατέρας της Θ., όπου και έζησε μέχρι το θάνατό της στις 5-12-1984. Η Γ. Σ. έζησε στο ... μέχρι τον Αύγουστο του έτους 1998, οπότε, λόγω προβλημάτων υγείας, εγκαταστάθηκε στην Κρήτη κοντά σε μία από τις θυγατέρες της, όπου και πέθανε στις 25-10-2000, αφήνοντας επτά τέκνα, αφού ο σύζυγός της είχε προαποβιώσει το έτος 1998.

Τα ακίνητα του κτήματος ... που παραχωρήθηκαν στη Θ. Π., είναι, εκείνα μεν ως προς τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή: α) το 607Α κληροτεμάχιο έκτασης 4.927 τετ. μέτ, β) το 1043Β κληροτεμάχιο έκτασης 5.312 τετ. μέτ, γ) το 1077Β κληροτεμάχιο έκτασης 4.250 τετ. μέτ και δ) το 6518 κληροτεμάχιο έκτασης 5.062 τετ. μέτ. και εκείνα ως προς τα οποία απορρίφθηκε η αγωγή:

α) το 1049Β κληροτεμάχιο έκτασης 10.125 τετ. μέτ., β) το 1195Β κληροτεμάχιο έκτασης 5.313 τετ. μέτ και γ) το οικόπεδο με αρ. 18 του Ο.Τ… έκτασης 1.742 τετ. μέτ. Επίσης, τα ακίνητα του κτήματος ... που παραχωρήθηκαν στη Γ. Σ. με το ανωτέρω .../1951 συμβόλαιο είναι τα εξής: α) αγρός στη θέση "Κατσιγιάννη" έκτασης 1,5 στρεμμάτων, β) αγρός στη θέση "Πηγάδια" έκτασης ενός (1) στρέμματος, γ) αγρός στη θέση "Κατάνες" έκτασης ενός (1) στρέμματος, δ) αγρός στη θέση "Μπεκιάρια" έκτασης 0,5 στρεμμάτων, ε) αγρός στη θέση "Παλαιοραψίστα" έκτασης δυο (2) στρεμμάτων, στ) αγρός στη θέση "Δουρούτη" έκτασης ενός (1) στρέμματος και ζ) αγρός στη θέση "Δουρούτη" έκτασης ενός (1) στρέμματος.

Τα ακίνητα που σύμφωνα με τα παραπάνω παραχωρήθηκαν στις δυο αδελφές, κατά τους χρόνους παραχώρησής τους, είχαν την ίδια αξία. Αργότερα, όμως και, συγκεκριμένα, το έτος 1984 που η Γ. Σ. αποφάσισε να προσφύγει στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων προκειμένου να συναποκατασταθεί στον κλήρο του κτήματος ... η αξία των ακινήτων του κτήματος αυτού που είχαν παραχωρηθεί στην αδελφή της Θ., είχε αυξηθεί σημαντικά έναντι της αξίας των ακινήτων του κτήματος ...

λόγω του ότι στην παραπάνω περιοχή ... είχαν ανεγερθεί και λειτουργούσαν το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με συνέπεια την αξιοποίηση και την αναβάθμιση της όλης περιοχής. Η Γ. Σ. γνώριζε, ότι ο κλήρος της ... είχε παραχωρηθεί το έτος 1943 στην αδελφή της Θ. και στο σύζυγο της τελευταίας, προκειμένου αυτοί να τον κατέχουν ως αποκλειστικοί κύριοί του, αφού, σύμφωνα με όσα άλλωστε, προεξετέθησαν, η παραχώρηση αυτή έγινε, ακριβώς για το σκοπό τούτο, με τη συναίνεση και τη σύμφωνη γνώμη και της ίδιας, προκειμένου να παραχωρηθεί σ' αυτή ο κλήρος του ...

όπως και έγινε. Επίσης, όταν έκανε την ανωτέρω συμφωνία, γνώριζε, κάτι το οποίο ομολογείται από την ίδια και τους διαδόχους της με όλα τα δικόγραφά τους, ότι, για το λόγο που προεκτέθηκε, συνδικαιούχος, μαζί με τη μάνα της και την αδελφή της, του κλήρου αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ήταν και η ίδια. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, πληροφορήθηκε τούτο το έτος 1953, αφού τότε έλαβε γνώση και της Ε/26256/1953 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, αλλά και του .../1953 παραχωρητηρίου του ίδιου Υπουργείου που προαναφέρθηκαν, όπως και της μεταγραφής του τελευταίου και, συνεπώς, πληροφορήθηκε από τότε ότι συνδικαιούχος αποκατάστασης ήταν και η ίδια, αφού ο λόγος για τον οποίο έχει αποκατασταθεί με τα παραπάνω έγγραφα η αδελφή της Θ., του ότι δηλαδή ήταν άγαμη θυγατέρα της Ε.

Τ., συνέτρεχε και στο πρόσωπο της ίδιας.

Συνεπώς, συμφωνώντας η Γ. να μεταβιβαστεί στην αδελφή της Θ. και στο σύζυγο της τελευταίας το σύνολο του κλήρου της ... προκειμένου να κατέχουν τούτον ως κύριοι, συναίνεσε να μεταβιβαστούν σ' αυτούς, για την αιτία που προαναφέρθηκε και οι αξιώσεις της ίδιας, μεταξύ των οποίων και η προσδοκία απόκτησης κατά το παραπάνω ιδανικό της μερίδιο των δικαιωμάτων της νομής και κυριότητας στον εν λόγω κλήρο.

Επίσης, η Γ. γνώριζε, ότι η αδελφή της και τα μέλη της οικογένειας της τελευταίας εκμεταλλεύονται, νέμονται και κατέχουν τον ανωτέρω κλήρο ως αποκλειστικοί κύριοί του σ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, όπως και ότι είχαν εκποιήσει περαιτέρω τα έτη που προαναφέρθηκαν τα παραπάνω τρία μη επίδικα ακίνητα του εν λόγω κλήρου και παρ' όλα αυτά μέχρι το έτος 1984 ουδέποτε αντέδρασε ή εναντιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην εκμετάλλευση αυτή, στη νομή και την κατοχή του κλήρου από τους ανωτέρω, ούτε αξίωσε ποτέ συμμετοχή στην εκμετάλλευσή του ή στο προϊόν αυτής, ούτε πρόβαλε ποτέ με τρόπο άμεσο ή έμμεσο οποιοδήποτε δικαίωμα στα ακίνητα του κλήρου αυτού, ούτε μέχρι το έτος 1984 άσκησε το δικαίωμά της να συναποκατασταθεί στον εν λόγω κλήρο, ώστε, στη συνέχεια, μέχρι μεν την έκδοση και μεταγραφή του οικείου στο όνομα της ίδιας παραχωρητηρίου, να προστατευθεί έναντι των ανωτέρω συγγενών της, αφού θα έχει εγκατασταθεί πλέον στον κλήρο, με βάση τις διατάξεις για την προστασία της νομής, αν αυτοί δεν αναγνώριζαν τη νομή της και μετά την παραπάνω μεταγραφή, ασκώντας τα δικαιώματα της κυριότητας ή συγκυριότητας.

Παρά την αδράνειά της αυτή, η Γ. Σ. άσκησε το ανωτέρω δικαίωμα συναποκατάστασής της στον παραπάνω κλήρο το έτος 1984, όταν με την από 1-3-1984 (αρ. κατ. 179/7-3-1984) αίτησή της εναντίον της μητέρας της Ε. και της αδελφής της Θ., την οποία απηύθυνε προς το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, επικαλούμενη τα δικαιώματά της στον εν λόγω κλήρο από το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Αγρ.

Κωδ., ζήτησε, βάσει των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 2 και 3 του νδ 1189/1972, την ακύρωση των ανωτέρω 43814/1953 και .../1930 παραχωρητηρίων και τη συναποκατάσταση και της ίδιας στον παραπάνω κλήρο σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 137/1984 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε με πραγματική αντιδικία των ανωτέρω διαδίκων.

Κατά της εν λόγω απόφασης, η Ε. και η Θ. άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων την από 26-6-1984 (αρ. κατ. 394/1984) έφεσή τους, η οποία απορρίφθηκε με την 65/1996 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η Θ., αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει η μητέρα της, άσκησε την από 4-7-1996 (αρ. κατ. 225/5-7-1996) αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε κατά την εκφώνησή της στη δικάσιμο της 15-10-1997.

Έτσι, η ανωτέρω 187/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων έγινε αμετάκλητη και μετά από αυτά μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο …και με αύξ. Αριθ… και στη συνέχεια εκδόθηκαν η 3253/1996 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων για τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων της διανομής του ανωτέρου αγροκτήματος, καθώς επίσης και τα ...

και .../5-12-1997 παραχωρητήρια της Διεύθυνσης Γεωργίας Ιωαννίνων, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο … και με αύξ. αριθ… και 27, αντίστοιχα και με τα οποία η Γ. Σ.συναποκαταστάθηκε σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον ανωτέρω κλήρο .... Στη συνέχεια, αυτή, αφού το δικαίωμά της στον ανωτέρω κλήρο αποκτήθηκε με τον παραπάνω τρόπο, άσκησε την ανωτέρω αγωγή της, διεκδικώντας από την αδελφή της και τα τέκνα της τελευταίας τον παραπάνω κλήρο κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ως προς το οποίο είχε πλέον αποκατασταθεί.

Η αδράνεια της Γ. Σ. να ασκήσει το παραπάνω δικαίωμα συναποκατάστασής της από το 1943 και, σε κάθε περίπτωση από το 1953 μέχρι και το έτος 1984 που το άσκησε, δημιούργησε στην αδελφή της Θ. και στους ανωτέρω οικείους της τελευταίας, την πεποίθηση και την πίστη, ότι αυτή δεν πρόκειται να ασκήσει ποτέ το εν λόγω δικαίωμά της.

Η πεποίθησή τους δε αυτή και η πίστη τους είναι δικαιολογημένες αφενός μεν διότι ο ανωτέρω χρόνος, κατά τον οποίο αδράνησε η Γ. είναι μακρύς και αφετέρου διότι, παράλληλα, συντρέχουν και οι παραπάνω ειδικές περιστάσεις και συνθήκες, αφού, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, η Γ. παραχώρησε οικιοθελώς στην αδελφή της Θ.

τα δικαιώματά της στον παραπάνω κλήρο, στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας τους και με τη μητέρα τους, προκειμένου να λάβει η ίδια ολόκληρο το μερίδιο της μητέρας της στον κλήρο που η τελευταία δικαιούταν στο ..., όπως και, πράγματι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, συνέβη. Περαιτέρω, η ανατροπή της παραπάνω κατάστασης, η οποία διαμορφώθηκε και παγιώθηκε εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της Γ.Σ.

και η οποία ανατροπή θα επέλθει σε περίπτωση παραδοχής της ανωτέρω αγωγής της τελευταίας, με την οποία διεκδικεί από την αδελφή της Θ. και τους διαδόχους της, μετά την αύξηση της αξίας του, για την παραπάνω αιτία, τον κλήρο της Κοινότητας ... κατά το ποσοστό του 1/3 κατά το οποίο συναποκαταστάθηκε, θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των διαδόχων πλέον της Θ.

Π., αφού αυτοί θα στερηθούν το παραπάνω ιδανικό μερίδιο στον ανωτέρω κλήρο, ενώ, παράλληλα, έχουν στερηθεί και το μισό της μερίδας της Ε. Τ. στον κλήρο της κοινότητας ... τον οποίο, αν δεν είχε λάβει χώρα η ανωτέρω συμφωνία της Ε. και των δυο θυγατέρων της, θα ελάμβανε η Θ., ενώ στην αδελφή της Γ. δεν θα περιερχόταν ολόκληρο το εν λόγω μερίδιο, όπως περιήλθε με το παραπάνω .../1951 συμβόλαιο, αλλά το μισό αυτού.

Έτσι, η Γ., ενώ έλαβε ολόκληρο τον κλήρο ... προκειμένου να παραιτηθεί υπέρ της αδελφής της Θ. του μεριδίου της στον κλήρο ... όπως και έπραξε, σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής της, παράλληλα με το σύνολο του κλήρου ... θα λάβει και το μερίδιό της στον κλήρο ... καίτοι είχε παραιτηθεί αυτού με το ανωτέρω αντάλλαγμα, βλάπτοντας έτσι τα συμφέροντα της αδελφής της Θ.

και, μετά το θάνατο αυτής, των διαδόχων της, γι' αυτό και το ένδικο δικαίωμά της, ασκούμενο υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και από τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό και, συνεπώς, ενόψει των πραγματικών αυτών περιστατικών ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η παραδοχή του θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της παραπάνω κατάστασης, την οποία αποδοκιμάζει το δίκαιο και η ηθική.

Η κρίση για το ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για το ότι η Γ. έλαβε ως προίκα από τη μητέρα της τα παραπάνω ακίνητα του κτήματος ... στηρίζεται, πρωτίστως, στα .../1950 και .../1951 συμβόλαια που προαναφέρθηκαν. Ο ισχυρισμός της Γ.

ότι με τα συμβόλαια αυτά, στην πραγματικότητα, δεν έλαβε κάτι, πλην ελαχίστων, χωρίς αξία. ακινήτων, διότι τα περισσότερα πωλήθηκαν από τον ανωτέρω Ι. Σ., στον οποίο και ανήκαν και ο οποίος δεν μπόρεσε να πωλήσει εκείνα που της απέμειναν, δεν αποδείχτηκε. Η αντίθετη, μάλιστα, κρίση στηρίζεται στο ότι, μετά τα συμβόλαια αυτά, ο Ι.

Σ., αφού με το πρώτο αποξενώθηκε από κάθε δικαίωμά του στα παραπάνω ακίνητα, δεν είναι δυνατόν να πώλησε νόμιμα και έγκυρα τα ακίνητα αυτά. Επίσης, τόσο η Ε. όσο και η Γ. και ο σύζυγός της, ως κύριοι πλέον των εν λόγω ακινήτων, δεν θα επέτρεπαν στον ανωτέρω αδελφό και θείο τους να προβεί στην πώλησή τους, χωρίς να δίδεται κάποια εξήγηση στο σχετικό ερώτημα, όπως κα! στα ερωτήματα:

α) αν τα ανωτέρω ακίνητα ανήκαν, όπως ισχυρίζεται η Γ., στον Ι. Σ., τότε γιατί αυτός να δεχτεί να συμπράξει στο ανωτέρω συμβόλαιο διανομής, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι με την εν λόγω ενέργειά του αφενός μεν αποξενωνόταν από τα δικαιώματά του στον παραπάνω κλήρο και αφετέρου υποβαλλόταν στις σχετικές δαπάνες για τη σύνταξη κλπ του συμβολαίου, β) γιατί, επίσης, η μητέρα της Γ.

να δεχτεί να συμπράξει στη σύνταξη του συμβολαίου διανομής, αν τα ακίνητα που αυτό αφορούσε ανήκαν στον αδελφό της και να υποβληθεί έτσι σε ταλαιπωρία και έξοδα .και γ) γιατί η μητέρα της Γ. πάλι, αλλά και ο σύζυγος της τελευταίας Ξ. Σ.να προβούν στη σύνταξη του ανωτέρω προικοσυμβολαίου, αν τούτο αφορούσε ξένα πράγματι ακίνητα και να υποβληθούν τουλάχιστον στις σχετικές δαπάνες.

Εξάλλου, στην περίπτωση που ο παραπάνω ισχυρισμός ήταν βάσιμος, οπωσδήποτε η Γ. ή οι διάδοχοί της θα προσκόμιζαν τα συμβόλαια, με τα οποία ο Ι. Σ. πώλησε τα ανωτέρω ακίνητα, κάτι, όμως, το οποίο δεν έχουν πράξει. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το 8382/27-10-2005 έγγραφο του Τμήματος Εποικισμού της Νομ.

Αυτ. Ιωαννίνων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι και σύμφωνα με το οποίο δεν είχε παραχωρηθεί γεωργικός ή οικοπεδικός κλήρος του αγροκτήματος ... στην Π. χα Χ. Σ., ούτε στην Π. χα Χ. Σ.. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πράγματι, στην ανωτέρω μητέρα της Ε. Τ. και του Ι. Σ. δεν είχε παραχωρηθεί κλήρος από το παραπάνω αγρόκτημα, αφού ο κλήρος αυτός, λόγω της παραδρομής για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, παραχωρήθηκε στον Ι.

Σ., ούτε, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, έγινε δεκτό ότι είχε παραχωρηθεί κλήρος στην ανωτέρω Π., αλλά ότι αυτή δικαιούταν κλήρο. Επίσης, η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από το 8370/26-10-2005 έγγραφο της ανωτέρω Υπηρεσίας, το οποίο προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι και σύμφωνα με το οποίο από το αγρόκτημα ...

δεν παραχωρήθηκε κλήρος στην Ε. θυγ. Χ. Σ. και στον Χ. Σ. Και τούτο, διότι, αναφορικά με την Ε., πράγματι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν της παραχωρήθηκε κλήρος από το ανωτέρω αγρόκτημα, αφού ο κλήρος αυτός, για την αιτία που προεκτέθηκε, είχε παραχωρηθεί στον αδελφό της Ι., λόγο για τον οποίο τα δυο αδέλφια προχώρησαν στη συνέχεια στην παραπάνω διανομή.

Επίσης, αναφορικά με τον Χ. Σ., ο κλήρος ο οποίος διανεμήθηκε, δεν είχε παραχωρηθεί στον Χ. Σ., αλλά στον Ι. Σ., ενώ, αν ως Χ. Σ. θεωρείται ο πατέρας του Ι. και της Ε., πέραν του ότι αυτός ονομαζόταν Χ. και όχι Χ., σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν η Π., ως χήρα του, ήταν δικαιούχος αποκατάστασης, πλην, όμως, λόγω παραδρομής, με την οικεία απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων αποκαταστάθηκε ο Ι.

Σ.. Με άλλα λόγια, αν δεν υπήρχε ο παραπάνω κλήρος, όπως επιχειρεί να αποδείξει η Γ. με τα ανωτέρου έγγραφα, τότε ούτε ο Ι. Σ. θα πωλούσε τα ακίνητα του κλήρου αυτού, ούτε στην ίδια θα είχαν απομείνει εκείνα που δεν μπόρεσε αυτός να πωλήσει, όπως πάλι ισχυρίζεται η ίδια. Περαιτέρω, στα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα στηρίζεται και η κρίση, ότι η παραχώρηση των ακινήτων του κτήματος ...

στη Θ. Π. έγινε με τη συναίνεση και της Γ.Σ., βάσει της ανωτέρω συμφωνίας των δυο αδελφών και της μητέρας τους. Ενισχύεται, εξάλλου, η κρίση αυτή από το ότι, στην αντίθετη περίπτωση, η Ε. Τ. δεν θα παραχωρούσε το σύνολο του κλήρου της στο ... στη Γ., όπως έπραξε με τα συμβόλαια για τα οποία έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη, αλλά θα παραχωρούσε το μισό του κλήρου αυτού και στην άλλη θυγατέρα της Θ..

Επίσης, αν έτσι είχαν τα πράγματα, η Γ. τουλάχιστον θα αντιδρούσε στην, κατά τα παραπάνω, από το έτος 1943 κατοχή και εκμετάλλευση των ακινήτων του κλήρου ... από την αδελφή της. Και αν η καλλιέργεια του κλήρου αυτού από την ίδια ήταν, όπως ισχυρίζεται, λόγω απόστασης, ασύμφορη, οπωσδήποτε αυτή θα αξίωνε κάποιο αντάλλαγμα για την αποκλειστική εκμετάλλευση των ανωτέρω ακινήτων από την αδελφή της ή τουλάχιστον θα εκμίσθωνε το μερίδιό της στα ακίνητα αυτά.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, θα αντιδρούσε, στην εκποίηση των μη επιδίκων, με τους αριθμούς 3, 5 και 7 ακινήτων της αγωγής, αφού, όπως προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις, πληροφορήθηκε την περαιτέρω διάθεση τούτων από την αδελφή της Θ., ενόψει του ότι αυτή έλαβε χώρα κατά τα έτη 1979, 1977-1978 και 1975. Τέλος, και αν ακόμη τίποτα από τα παραπάνω δεν έπραττε, αυτή, αν δεν είχε αποξενωθεί με τον τρόπο που προεκτέθηκε από το μερίδιό της στον κλήρο ...

οπωσδήποτε από το έτος 1943 μέχρι και το έτος 1984 θα είχε ζητήσει από την αδελφή της να διανείμουν την ανωτέρω περιουσία τους; αφού δεν δίδει κάποια απάντηση στο ερώτημα, τί λόγο είχε να μη ζητά την παραπάνω διανομή μέχρι το έτος 1984, τί δηλαδή περίμενε να συμβεί, για να ζητήσει τη διανομή των παραπάνω ακινήτων και να λάβει κάποτε εκείνα που της αναλογούσαν.

Επίσης, αν η Γ. δεν είχε μεταβιβάσει τις αξιώσεις της στον κλήρο ... στην αδελφή της, τότε η μητέρα της δεν θα αντιδικούσε μαζί της, όπως, σύμφωνα με τα παραπάνω, έπραξε, όταν αυτή επιδίωξε τη δικαστική συναποκατάστασή της στον εν λόγιο κλήρο, αλλά, αντίθετα, θα συνηγορούσε να λάβει και η ίδια μερίδιο από τον κλήρο αυτό, αφού από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε, κάτι, άλλωστε, που ούτε η Γ.

ισχυρίζεται, ότι η μητέρα της είχε λόγο να την αδικήσει, παραχωρώντας το σύνολο της περιουσίας της στη θυγατέρα της Θ., πολύ δε περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή τον περισσότερο χρόνο της έζησε κοντά στη Γ. στο ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε το επικαλούμενο δικαίωμά της η αρχική ενάγουσα, μετά το θάνατο της οποίας υπεισήλθαν στη δικονομική της θέση ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της οι ήδη αναιρεσείοντες, και η άσκηση του δικαιώματος αυτού με την κρινόμενη αγωγή υπό τις αναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και από τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό και ότι ασκείται καταχρηστικά.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους οι πρώτος και δεύτεροι είναι και οι αρχικοί δεύτερος και τρίτοι των εναγομένων, οι δε λοιποί καθολικοί διάδοχοι της θανούσας κατά τη διάρκεια της δίκης πρώτης εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της αρχικής ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη και είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή εν μέρει ως προς τα με αριθμούς 607 Α', 1043 Β', 1077 Β' και 651 Β', αντίστοιχα, κληροτεμάχια, είχε αναγνωρίσει την αρχική ενάγουσα συγκυρία των εν λόγω κληροτεμαχίων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στο καθένα από αυτά και είχε υποχρεώσει τους αρχικούς εναγομένους να της τα αποδώσουν κατά το πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, και κατά παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της προαναφερόμενης ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, ως προς τα αμέσως πιο πάνω ακίνητα, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και με σαφήνεια το από τις αποδείξεις συναχθέν πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά περιστατικά που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία και εφάρμοσε, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τo ουσιώδες ζήτημα, ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και από τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό και ότι έτσι ασκείται καταχρηστικά.

Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι η Ε. χήρα Β. Τ., μητέρα της αρχικής πρώτης εναγόμενης Θ. συζ. Θ. Π. και της αρχικής ενάγουσας Γ. συζ. Ξ. Σ. είχε λάβει ως κλήρο από το αγρόκτημα ... πλην άλλων και τα ως άνω αναφερόμενα τέσσερα αγροτικά ακίνητα, ενώ επίσης με το .../1950 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμιάδη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, διένειμε με τον αδελφό της Ι.

Σ. την κληρονομιά της αποβιώσασας μητέρας τους Π. χήρας Χ. Σ. και από την διανομή αυτή περιήλθαν στην κυριότητα της ανωτέρω μητέρας των ως άνω αρχικών διαδίκων Ε. Τ. από τον κλήρο του αγροκτήματος ... οκτώ (8) αγροτικά ακίνητα που περιγράφονται στο συμβόλαιο διανομής. Ότι το 1943, ενόψει του γάμου της Θ. με τον Θ.

Π. η ως άνω Ε. και οι δύο θυγατέρες της συμφώνησαν να λάβει η μεν Θ. ολόκληρο τον κλήρο από το αγρόκτημα ... και η Γ. ολόκληρο τον κλήρο από το αγρόκτημα ... που δικαιούταν η Ε. και έτσι παραιτήθηκαν η μεν Γ. και η Ε. από τις αξιώσεις τους στον κλήρο ... υπέρ της Θ. και η Ε. και η Θ. από τις αξιώσεις τους, παρούσες και μέλλουσες στον κλήρο ...

υπέρ της Γ. , σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής η Ε. με το .../1943 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμιάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχώρησε στον Θ. Π., λόγω προικός υπέρ της θυγατέρας της Θ. τα ακίνητα του κτήματος ... μεταξύ των οποίων και τα τέσσερα επίδικα, τα οποία όλα έκτοτε έχουν συνεχώς μέχρι και σήμερα στη νομή και κατοχή τους ο Θ.

Π. και η σύζυγός του Θ. και μετά το θάνατό τους οι διάδοχοί τους και ήδη αναιρεσίβλητοι, ασκώντας όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέλησή τους να είναι κύριοι αυτών και σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, όπως επίσης σε εκτέλεση της ίδιας συμφωνίας το έτος 1951, ενόψει του γάμου της Γ.

με τον Ξ. Σ., η μητέρα της Ε. με το .../1951 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικολάου Ευθυμιάδη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, παραχώρησε στον Ξ. Σ. λόγω προίκας υπέρ της θυγατέρας της Γ. τα 7 από τα 8 ακίνητα που είχαν περιέλθει σ' αυτή με την ως άνω διανομή του 1950 με τον αδελφό της Ι. Σ. Ότι έτσι η αρχική ενάγουσα γνώριζε, ότι ο κλήρος της ...

παραχωρήθηκε με συμφωνία της στην αδελφή της Θ. και στο σύζυγό της, προκειμένου να τον κατέχουν ως αποκλειστικοί κύριοι και προκειμένου βάσει της ως άνω συμφωνίας να παραχωρηθεί στην αρχική ενάγουσα ο κλήρος του ... όπως επίσης γνώριζε ότι συνδικαιούχος αποκατάστασης κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ήταν και η ίδια ως άγαμη θυγατέρα της μητέρας της Ε.

και βάσει όλων αυτών συναίνεσε να μεταβιβαστούν στην αδελφή της και τον σύζυγό της και οι αξιώσεις της ίδιας μεταξύ των οποίων και η προσδοκία απόκτησης κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/3 των δικαιωμάτων της νομής και της κυριότητας στον κλήρο της ... ενώ επίσης γνώριζε ότι η αδελφή της και τα μέλη της οικογένειάς της νέμονται και κατέχουν για μακρό χρονικό διάστημα τον ανωτέρω κλήρο ως αποκλειστικοί κύριοι αυτού.

Ότι η αρχική ενάγουσα για μακρό χρονικό διάστημα αδράνησε και δη τουλάχιστον από το 1953 έως το 1984, καθόσον μόλις το έτος 1984, λόγω της μεγαλύτερης αύξησης της αξίας των ακινήτων του κλήρου αυτού, άσκησε το δικαίωμά της να συναποκατασταθεί κατά το 1/3 στον εν λόγω κλήρο και στη συνέχεια να ασκήσει την ένδικη διεκδικητική αγωγή.

Η αδράνεια αυτή της αρχικής ενάγουσας δημιούργησε στην αδελφή της πρώτη εναγόμενη Θ. την πεποίθηση και την πίστη, ότι αυτή δεν πρόκειται να ασκήσει ποτέ το εν λόγω δικαίωμά της, η πεποίθηση δε αυτή και η πίστη είναι δικαιολογημένες, διότι εκτός από την αδράνεια για μακρύ χρόνο συντρέχουν και οι ως άνω ειδικές περιστάσεις και συνθήκες, αφού η αρχική ενάγουσα παραχώρησε οικειοθελώς με την παραπάνω συμφωνία στην αδελφή της Θ.

τα δικαιώματά της στον εν λόγω κλήρο, προκειμένου η ίδια να λάβει το μερίδιο της μητέρας της στον κλήρο του ... και ότι η ανατροπή αυτής της κατάστασης που δημιουργήθηκε και παγιώθηκε εξαιτίας της προανεφερθείσας συμπεριφοράς της αρχικής ενάγουσας, θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των διαδόχων πλέον της αδελφής της Θ.

Π., αφού αυτοί θα στερηθούν το πιο πάνω ιδανικό μερίδιο στον κλήρο αυτό, παρόλο που παράλληλα έχουν ήδη στερηθεί και το μισό της μερίδας της μητέρας τους Ε. Τ. στον κλήρο της κοινότητας ... το οποίο, αν δεν είχε λάβει χώρα και δεν είχε υλοποιηθεί η ανωτέρω συμφωνία θα ελάμβανε η Θ. και ότι έτσι το δικαίωμα της αρχικής ενάγουσας ασκείται καταχρηστικά.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως: α) Τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων προηγηθείσα της ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος κυριότητας, β) η οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε από τις ενέργειες της αναιρεσιβλήτου, αιτιωδώς συνδεόμενες με την προηγηθείσα άνω συμπεριφορά, της οποίας η ανατροπή διώκεται διά της ασκήσεως του δικαιώματος, γ) η αδράνεια της δικαιούχου (αρχικώς ενάγουσας) επί μακρύ χρονικό διάστημα προς άσκηση του επίδικου δικαιώματος, από την οποία διαμορφώθηκε στους εναγόμενους η εύλογη πεποίθηση περί μη ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος και δ) οι ιδιαιτέρως δυσμενείς επιπτώσεις για τους αναιρεσίβλητους, συναρτώμενες με την ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001 (και σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, η οποία ήταν εκκρεμής την 1-1-2002, οπότε άρχισε η ισχύς του πιο πάνω νόμου) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Κατά την έννοια της πρώτης περιπτώσεως της διατάξεως αυτής ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/2012, ΑΠ 96/2010).

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ. ΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του ή όταν δεν συμπίπτουν απολύτως, χωρίς να διαφέρουν ουσιωδώς, τα περιστατικά της αγωγής ή της ένστασης με όσα έγιναν δεκτά με την απόφαση (ΑΠ 881/2011).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν περιέχει αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία των διαδίκων και του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, πλημμέλειες, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με τα αναγκαία για την αποδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι, και την απόρριψη της ένδικης διεκδικητικής αγωγής της δικαιοπαρόχου μητέρας τους, το Εφετείο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, δέχθηκε χωρίς απόδειξη, καθόσον δεν ερευνήθηκε η νομική και πραγματική κατάσταση του κλήρου στο ..., ούτε εξετάστηκε ποιος ήταν δικαιούχος και ποιος έλαβε τον κλήρο, ότι η δικαιοπάροχός τους αρχική ενάγουσα έλαβε ως προίκα στο ...

ακίνητα ισάξια με αυτά που έλαβε ως προίκα η αδελφή της και αρχική πρώτη εναγόμενη Θ. Π. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις αναφέρονται στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση και στην επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με όσα προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα), και αφού προηγουμένως το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε την 385/1995 προδικαστική απόφαση, που έταξε τα θέματα αποδείξεως.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, 625/2008, ΑΠ 328/2008). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 1573/2006). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί μεταξύ άλλων, ότι η δικαιοπάροχός τους αρχική ενάγουσα έλαβε ως προίκα στο ... ακίνητα ισάξια με αυτά που έλαβε ως προίκα η αδελφή της και αρχική πρώτη εναγόμενη Θ.

Π. και στη συνέχεια να δεχτεί την προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους εναγόμενους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων των εναγομένων προκύπτει, ότι οι εναγόμενοι, προς θεμελίωση της ένστασής τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, είχαν επικαλεστεί και ότι η αρχική ενάγουσα έλαβε ως προίκα ακίνητα πολύ μεγαλύτερης αξίας από αυτά που έλαβε ως προίκα η ως άνω πρώτη εναγόμενη αδελφή της, γι' αυτό άλλωστε το πρωτόδικο δικαστήριο με την 385/1998 προδικαστική απόφασή του έθεσε θέμα αποδείξεως σε βάρος των εναγομένων ως προς τα περιστατικά αυτά.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι η δικαιοπάροχός τους αρχική ενάγουσα έλαβε ως προίκα στο ... ακίνητα ισάξια με αυτά που έλαβε ως προίκα η αδελφή της και αρχική πρώτη εναγόμενη Θ.

Π., έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Από την επισκόπηση, όμως, των από 22-9-2010 προτάσεων των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, κατά τη δικάσιμο μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, επικαλέστηκαν σαφώς και ορισμένως και προσκόμισαν ως κρίσιμα έγγραφα προς απόδειξη της ένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, μεταξύ άλλων, και 1) το .../1950 συμβόλαιο διανομής κοινών ακινήτων του τέως συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμιάδη μεταξύ της Ε.

χήρας Β. Τ. και του αδελφού της Ι. Σ., 2) το με αριθμό .../1943 συμβόλαιο συστάσεως προικός του τέως συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη, 3) το .../1951 συμβόλαιο συστάσεως προικός του τέως συμβαολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμιάδη και 4) το .../1953 παραχωρητήριο της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ιωαννίνων του Υπουργείου Γεωργίας.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται, ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ.

ΑΠ 27/2007). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 452/2007).

Έτσι, ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε ως προς τα νομικά αυτό ζητήματα τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, χωρίς κατά τα λοιπά να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης που αναιρέθηκε και μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, οπότε αν με βάση τη διαφορετική αυτή εκτίμηση καταλήξει σε διαφορετική λύση, η οποία είναι επιτρεπτή, αφού το δικαστήριο της παραπομπής ενεργεί πλέον αυτόνομα, δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 698/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση προσάπτεται με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αιτίαση στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, ότι αν και με την υπ' αριθ. 2146/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η προηγηθείσα υπ' αριθ. 344/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που είχε δεχτεί ως βάσιμη την προβληθείσα από τους εκκαλούντες-αναιρεσιβλήτους ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, γιατί στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που δεν αρκούν για τη θεμελίωση της επίμαχης ένστασης και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση, εντούτοις το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε στην πραγματικότητα με την αναιρετική απόφαση, που την δέσμευε, αφού η κρίση της περί του αν τα συγκεκριμένα περιστατικά της αναιρεθείσας απόφασης θεμελιώνουν ή όχι του διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι νομική, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Όμως με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης δεν αφορά σε αντίστοιχη πλημμέλεια, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, και είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ως λόγος από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Γ. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της 360/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ