Legislator Case Law & Legislation
698/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against court of appeal decision regarding existence of a prostitution relationship.

Case Number 698/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision finding a prostitution relationship between the insurer and an individual. The appellant argued the court distorted a cooperation agreement clause to imply control, but the court found the decision relied on multiple documents and constituted a factual evaluation beyond appellate review. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's finding of a prostitution relationship based on a comprehensive review of evidence constitutes a factual evaluation subject to no appellate control.

Keywords

AI generated
prostitution relationship appellate review factual evaluation cooperation agreement legal costs civil procedure evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 698 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Commercial Value Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Ζ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ουρανία Βαλεντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4590/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5669/2005 του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1755/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την υπ' αριθ. 951/2009 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14.6 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14.6.2011 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 951/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 1755/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθ. 5669/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η από 11.9.2003 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 4590/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφανίσθηκε η απόφαση αυτή κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως προς την εταιρεία COMMERCIAL UNION LIFE Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλειών Ζωής, μετονομασθείσα σε COMMERCIAL VALUE Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλειών Ζωής και απορροφηθείσα στη συνέχεια από την αναιρεσείουσα, την από 1.6.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκε ακολούθως ως προς την αναιρεσείουσα η ένδικη αγωγή, η συζήτηση της οποίας είχε με την πρωτόδικη απόφαση κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς εναγομένους.

Ήδη μετά την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης η από 11.9.2003 έφεση της αναιρείουσας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, που επικύρωσε αντίστοιχα την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε αναγνωρίσει ότι η εταιρεία COMMERCIAL UNION LIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ., που απορροφήθηκε από την αναιρεσείουσα, υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 90.041,08 ευρώ, ως καθολική διάδοχος της εταιρείας SCOPLIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ., την οποία προηγουμένως απορρόφησε.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

2. Λόγος αναίρεσης ιδρύεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ και όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση ως προς τα κριθέντα από τον Άρειο Πάγο στο πλαίσιο της ίδιας δίκης νομικά ζητήματα, δικονομικής ή ουσιαστικής φύσης, όπως υποχρεούται από τη διάταξη του άρθρ. 580§4 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 562§1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 480/2004), δηλαδή δεν ακολούθησε ως προς τα ζητήματα αυτά τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, χωρίς κατά τα λοιπά να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης που αναιρέθηκε και μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, οπότε αν με βάση τη διαφορετική αυτή εκτίμηση καταλήξει σε διαφορετική νομική λύση, η οποία είναι επιτρεπτή, αφού το δικαστήριο της παραπομπής ενεργεί πλέον αυτόνομα, δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αλλά ενδεχομένως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσάπτεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αιτίαση στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι αν και με την υπ' αριθ. 1755/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η προηγηθείσα υπ' αριθ. 5669/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του ασφαλιστικού συμβούλου της Β. Μ. κατά τον κρίσιμο χρόνο και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προκειμένου να ερευνηθεί ειδικότερα το ζήτημα αυτό, εντούτοις το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε στην πραγματικότητα με την αναιρετική απόφαση, αφού δεν διέλαβε και πάλι επαρκείς αιτιολογίες προκειμένου τη φορά αυτή να δεχθεί την ύπαρξη τέτοιας σχέσης πρόστησης, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Όμως με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης δεν αφορά σε αντίστοιχη πλημμέλεια, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα και είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ως λόγος από τον ως άνω αριθμό.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του.

Αδιάφορο επίσης είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, δηλαδή πρέπει η υπηρεσία του να αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψή του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 ΑΚ. Περαιτέρω κατά το άρθρ. 16§1 του ν. 1569/1985, όπως οι διατάξεις του τροποποιήθηκαν με το άρθρ. 36§24 του 2496/1997, ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, χωρίς όμως δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ή εκπροσώπησης της ασφαλιστικής επιχείρησης ή των λοιπών ως άνω προσώπων, με τα οποία συνδέεται με σύμβαση έργου.

Ωστόσο η νομική αυτή φύση της σχέσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τα ως άνω πρόσωπα δεν αποκλείει εξ ορισμού την ύπαρξη μεταξύ τους σχέσης πρόστησης και ειδικότερα με την ασφαλιστική επιχείρηση, με συνέπεια τότε την εις ολόκληρο ευθύνη τους σε περίπτωση αδικοπραξίας του ασφαλιστικού συμβούλου κατά την εκτέλεση ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση με τη σχετική σύμβαση διαφύλαξε για την ίδια τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου που του ανέθεσε, παρέχοντας σ' αυτόν δεσμευτικές οδηγίες και εντολές, στο πλαίσιο έστω και χαλαρής εξάρτησης, ενώ η ίδια ευθύνη ανακύπτει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και όταν ο προστηθείς ενήργησε κατά κατάχρηση της θέσης του ή των μέσων που έθεσε στη διάθεσή του η ασφαλιστική επιχείρηση.

Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Τέλος η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται κατά τα λοιπά με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο τρίτος εναγόμενος Β.

Μ. με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου της ασφαλιστικής εταιρείας SCOPLIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ., η οποία στις 28.12.2001 απορροφήθηκε από την πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία COMMERCIAL UNION LIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ ..., επισκέφθηκε την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ... για να της προτείνει να συμμετάσχει σε επενδυτικό πρόγραμμα της δεύτερης εναγόμενης αλλοδαπής εταιρείας επενδύσεων χαρτοφυλακίου (με την επωνυμία ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ WORLDWIDE INVESTMENTS S.A.).

Ειδικότερα προκειμένου να την πείσει να συμμετάσχει ... τη διαβεβαίωσε ότι η δεύτερη εναγομένη πληροί όλες τις προϋποθέσεις για ασφαλή επένδυση, διότι είναι φερέγγυα και κερδοφόρος και διότι για το εξασφαλισμένο της επένδυσης παρείχε εγγύηση η πρώτη εναγομένη, η οποία ήταν γνωστή στην αγορά, αλλά και στην ενάγουσα, αφού αυτή (ενάγουσα) ήταν πελάτης της.

Επισήμανε δε (ο Β. Μ.) στην ενάγουσα ότι για τη διαμεσολάβηση της πρώτης εναγομένης στην κατάρτιση της (προτεινόμενης) σύμβασης χειρισμού εντολών προσωπικού χαρτοφυλακίου και για την εγγύηση της σύμβασης αυτής από την πρώτη εναγομένη έπρεπε να καταρτίσει παράλληλα... και σύμβαση ασφάλισης ACTIVE PLAN με την πρώτη εναγομένη ως αμοιβή και προμήθειά της για το ρόλο της ως διαμεσολαβητή και εγγυητή της σύμβασης με τη δεύτερη εναγομένη.

Έτσι η ενάγουσα, η οποία δεν γνώριζε τα όρια των καθηκόντων που είχε αναθέσει η SCOPLIFE στον τρίτο εναγόμενο, πείστηκε να επενδύσει κεφάλαιο 30.000.000 δραχμών στη δεύτερη εναγομένη και κατάρτισε με την τελευταία για το σκοπό αυτό την από 27.6.2001 έγγραφη επενδυτική σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, με βάση την οποία το κεφάλαιό της θα είχε απόδοση για την πρώτη χρονική περίοδο των 58 ημερών 3,2% μηνιαίως και για τη δεύτερη χρονική περίοδο των 45 ημερών 2,483% μηνιαίως.

Παράλληλα η ενάγουσα κατά την ίδια ημεροχρονολογία (27.6.2001) συνήψε με την SCOPLIFE την υπ' αριθ. ... σύμβαση ισόβιας ασφάλισης (ACTIVE PLAN) με ασφαλισμένη τη θυγατέρα της Π. Ζ. αντί ασφαλίστρου 360.000 δραχμών. Ο τρίτος εναγόμενος επέκτεινε έτσι τον κύκλο επιρροής και δραστηριότητας της SCOPLIFE, καθώς και τη δυνατότητα κερδών της, με εύλογη συνέπεια την αύξηση και του πεδίου των κινδύνων που της αναλογούν.

Μετά από αυτά η ενάγουσα έλαβε το ποσό των 960.000 δραχμών ως απόδοση της πρώτης περιόδου των 58 ημερών και το ποσό των 744.900 δραχμών ως απόδοση της δεύτερης περιόδου των 45 ημερών. Στη συνέχεια με βάση τη σύμβαση επανατοποθέτησε το κεφάλαιο των 30.000.000 δραχμών για περαιτέρω αποδόσεις, πεισθείσα από τις ίδιες πιο πάνω διαβεβαιώσεις, πληροφορίες και εγγυήσεις του τρίτου εναγομένου για το ασφαλές και τις υπεραποδόσεις της επένδυσής της.

Μετά τη λήξη όμως της διαχειριστικής περιόδου 11.10.2001 - 8.12.2001 η ενάγουσα δεν έλαβε άλλο ποσό απόδοσης, αλλά ούτε και το κεφάλαιο. Δεν έλαβε δηλαδή το ποσό απόδοσης αυτής της περιόδου, ύψους 960.000 δραχμών, που συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της δεύτερης εναγομένης δια της εκπροσώπου της τελευταίας Κ. Σ. (τέταρτης εναγομένης) ..., αλλά ούτε και το κεφάλαιό της ύψους 30.000.000 δραχμών, το οποίο η δεύτερη και η τέταρτη εναγομένη ιδιοποιήθηκαν παράνομα.

Η ενάγουσα την 13.2.2002 πληροφορήθηκε από δημοσίευμα της εφημερίδας ΗΜΕΡΗΣΙΑ ότι η δεύτερη εναγομένη λειτουργούσε παράνομα, δηλαδή παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου χωρίς να έχει την απαιτούμενη από την αρμόδια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια για τη διενέργεια εντολών χαρτοφυλακίου και ότι για το λόγο αυτό η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε σ' αυτή και στην τέταρτη εναγομένη, πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο αυτής, πρόστιμο 293.200 ευρώ.

Η ενάγουσα, την 13.2.2002, κατήγγειλε εγγράφως την πιο πάνω από 11.10.2001 σύμβαση και ζήτησε την άμεση απόδοση του ποσού των 30.000.000 δραχμών, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να της το αποδώσουν. Ο τρίτος εναγόμενος, από κοινού με την τέταρτη εναγομένη, με σκοπό να περιποιήσουν στον εαυτό τους και στους λοιπούς εναγομένους παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς οι ίδιοι να έχουν κάποια νόμιμη αξίωση κατά της ενάγουσας, έβλαψαν την περιουσία της, αφού την έπεισαν και την παραπλάνησαν με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, καίτοι είχαν υποχρέωση από τη σύμβαση προς ανακοίνωση αυτών στην παθούσα ενάγουσα, να προβεί αυτή στην ως άνω επένδυση ...

Ειδικότερα ο τρίτος εναγόμενος, από κοινού με την τέταρτη εναγομένη, προστηθέντα όργανα της πρώτης και της δεύτερης εναγομένης αντίστοιχα, εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στην ενάγουσα ότι η δεύτερη και η τέταρτη εναγομένη είναι φερέγγυες, έχουν μεγάλη πιστοληπτική ικανότητα, οικονομική επιφάνεια και ρευστότητα, είναι ικανές και μοναδικές στο χώρο των επενδύσεων και κατέχουν ειδικές γνώσεις, εμπειρία και εξαιρετική επενδυτική ικανότητα για υπεραποδόσεις και ότι η επένδυση είναι απολύτως εξασφαλισμένη και εγγυημένη από την SCOPLIFE.

Επίσης παρασιώπησαν και παρέλειψαν να ανακοινώσουν στην ενάγουσα, καίτοι είχαν νομική υποχρέωση προς ανακοίνωση, το αληθές γεγονός, το οποίο και γνώριζαν, ότι η δεύτερη εναγομένη λειτουργούσε παράνομα, δηλαδή παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου χωρίς να έχει την απαιτούμενη από την αρμόδια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια για τη διενέργεια εντολών χαρτοφυλακίου.

Έτσι με την απατηλή αυτή συμπεριφορά τους παραπλάνησαν και έπεισαν την ενάγουσα να προβεί στην ως άνω επένδυση ..., η οποία ένεκα της παραπλανήσεώς της προέβη στην αυτή επένδυση ... και για τη χρονική περίοδο 11.10.2001 - 8.12.2001. Η ενάγουσα όμως δεν θα προέβαινε στην παραπάνω επένδυση, αν ο τρίτος εναγόμενος και η τέταρτη εναγομένη της είχαν ανακοινώσει ότι η δεύτερη εναγομένη παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου χωρίς να έχει την απαιτούμενη από την αρμόδια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια για τη διενέργεια εντολών χαρτοφυλακίου και αν αυτή γνώριζε την αλήθεια, δηλαδή ότι η επένδυση δεν ήταν εξασφαλισμένη ούτε ήταν πραγματικά εγγυημένη από την SCOPLIFE.

Από την πράξη δε αυτή της εξαπατηθείσας ενάγουσας επήλθε βλάβη στην περιουσία της, ύψους 30.000.000 δραχμών ή 88.041 ευρώ, ποσό το οποίο η δεύτερη και η τέταρτη εναγομένη ιδιοποιήθηκαν παράνομα ... Μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του τρίτου εναγομένου υπήρχε σχέση πρόστησης, διότι υπήρχε μεν μεταξύ τους σύμβαση έργου, η πρώτη όμως εναγομένη διεφύλαξε με τη σύμβαση αυτή για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου με την παροχή σ' αυτόν δεσμευτικών εντολών και οδηγιών.

Έτσι ο τρίτος εναγόμενος, σύμφωνα με την οικεία σύμβαση, ενεργούσε στην προκειμένη περίπτωση πραγματικά υπό τον έλεγχο, την επίβλεψη και κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές της πρώτης εναγομένης ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες και ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται (βλ.

και νόμιμα επικυρωμένο πιστό φωτοαντίγραφο της από 1.6.2001 σύμβασης συνεργασίας ... μεταξύ της SCOPLIFE ... και του τρίτου εναγομένου ..., άρθρ. 7, 7.2, για τον τόπο, τρόπο και μέσα συνεργασίας, σύμφωνα με τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές της εταιρείας ...). Ο αντίθετος ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι ο τρίτος εναγόμενος συνδεόταν με την εταιρεία SCOPLIFE με σύμβαση έργου, χωρίς αυτή να έχει διαφυλάξει με τη σύμβαση για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου με την παροχή σ' αυτόν δεσμευτικών εντολών, οδηγιών και κατευθυντήριων γραμμών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Τα καθήκοντα του τρίτου εναγομένου ήταν η διαμεσολάβηση στις ασφαλίσεις ζωής και σε συμβάσεις επένδυσης, όχι όμως και η συγκεκριμένη διαμεσολάβηση σε επενδυτικές συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου από τη δεύτερη εναγομένη. Έτσι ο εν λόγω ασφαλιστικός σύμβουλος... ενήργησε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, αφού η πιο πάνω παράνομη και υπαίτια, αδικοπρακτική και ζημιογόνος πράξη του τελέσθηκε επ' ευκαιρία της υπηρεσίας και της δράσης του ως ασφαλιστικού συμβούλου, αλλά καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του.

Η πράξη του δε αυτή κατέστη δυνατή ... λόγω ακριβώς της εκ της προστήσεως θέσεώς του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) έδωσε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλον σκοπό των τεθέντων στη διάθεσή του μέσων, όπως είναι και τα έντυπα της SCOPLIFE, που επέδειξε στην ενάγουσα με (γραμμένους σ' αυτά) τους λογαριασμούς υπ' αριθ. ...

της δεύτερης εναγομένης στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ και ... της SCOPLIFE στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ για κατάθεση από αυτή (ενάγουσα) του ποσού των 30.000.000 δραχμών στον πρώτο λογαριασμό και του ποσού των 360.000 δραχμών στο δεύτερο λογαριασμό, η δε υπηρεσία του προστηθέντος τρίτου εναγομένου αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της πιο πάνω ζημιογόνου πράξης του.

Έτσι η πρώτη εναγομένη ευθύνεται ... για την παραπάνω παράνομη, υπαίτια, αδικοπρακτική και ζημιογόνο πράξη του προστηθέντος από την SCOPLIFE τρίτου εναγομένου. Ο αντίθετος ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι αυτή δεν ευθύνεται ως προστήσασα για την παραπάνω πράξη του προστηθέντος, διότι (η πράξη του) είναι άσχετη με τη διαμεσολάβησή του στις ασφαλίσεις ζωής και μπορούσε (η πράξη) να υπάρξει και χωρίς την πρόστηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει ως προς την εταιρεία COMMERCIAL UNION LIFE Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλειών Ζωής, μετονομασθείσα σε COMMERCIAL VALUE Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλειών Ζωής και απορροφηθείσα στη συνέχεια από την ήδη αναιρεσείουσα, την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας ότι η εταιρεία COMMERCIAL UNION LIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ.

υποχρεούται ως καθολική διάδοχος της εταιρείας SCOPLIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ., την οποία προηγουμένως απορρόφησε, να καταβάλει εντόκως στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 90.041,08 ευρώ, κατά το οποίο η εταιρεία SCOPLIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ., στο πλαίσιο της σχέσης πρόστησης που υπήρχε με τον τρίτο εναγόμενο Β. Μ., ευθυνόταν εις ολόκληρο μ' αυτόν έναντι της αναιρεσίβλητης για τη ζημία και την ηθική βλάβη που αυτός της προκάλεσε υπαίτια με την απατηλή και συνεπώς αδικοπρακτική συμπεριφορά του, αναλυόμενο το παραπάνω ποσό των 90.041,08 ευρώ σε 88.041,08 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο των 30.000.000 δραχμών που απώλεσε η εξαπατηθείσα αναιρεσίβλητη και σε 2.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην χρηματική ικανοποίηση της συναφούς ηθικής βλάβης της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 16§1 του ν. 1569/1985 και 297, 298, 299, 681, 914, 922, 926 και 932 του ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του σε σχέση με την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της εταιρείας SCOPLIFE Α.Ε.Α.Ε.Ζ.

και του τρίτου εναγομένου Β. Μ., δεχόμενο ειδικότερα ότι αυτός, ως ασφαλιστικός σύμβουλος της εν λόγω εταιρείας, δεν συνδεόταν απλώς με σύμβαση έργου μαζί της, αλλά στο πλαίσιο της σύμβασής τους η εταιρεία αυτή είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου που του είχε αναθέσει, παρέχοντας σ' αυτόν κατά περίπτωση δεσμευτικές εντολές και οδηγίες αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων του και ότι επ' ευκαιρία, αλλά καθ' υπέρβαση των σχετικών καθηκόντων του, δηλαδή ενεργώντας αυτός καταχρηστικά και εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες που η σχέση του με την εταιρεία SCOPLIFE του προσέφερε, διαμεσολάβησε στην κατάρτιση και στην ανανέωση επενδυτικής σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου μεταξύ της εταιρείας ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ WORLDWIDE INVESTMENTS S.A.

και της αναιρεσίβλητης, εξαπατώντας υπαίτια την δεύτερη ως προς την φερεγγυότητα και τις επενδυτικές ικανότητες της πρώτης, αλλά και της Κ. Σ., ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της, μολονότι η αλλοδαπή αυτή εταιρεία, όπως ο Β. Μ. γνώριζε και αποσιώπησε, δεν είχε την αναγκαία για τη διενέργεια υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ούτε η σύμβαση ήταν εγγυημένη από την εταιρεία SCOPLIFE, όπως παραπλανητικά υποσχέθηκε στην αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο δεύτερος και ο τρίτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως, αλλιώς εκ πλαγίου, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, δεχόμενη με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της εταιρείας SCOPLIFE και του Β. Μ., δηλαδή χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα η απόφαση σε τι συνίστατο και πως υλοποιείτο ο έλεγχος που κατά τις παραδοχές της διαφύλαξε η εταιρεία αυτή για τον εαυτό της κατά την άσκηση των καθηκόντων που ανέθεσε στον Β. Μ. και ποιές οι δεσμευτικές εντολές της προς αυτόν, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, δεν απαιτούνται για την ύπαρξη σχέσης πρόστησης δεσμευτικές οπωσδήποτε ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία, όπως σαφώς και αιτιολογημένα δέχθηκε στην ένδικη διαφορά η προσβαλλόμενη απόφαση.

4. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 402/2004, 832/2009, 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να δεχθεί την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της εταιρείας SCOPLIFE και του Β. Μ. στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στον υπ' αριθ. 7 όρο της μεταξύ τους σύμβασης συνεργασίας, τον οποίο όμως παραμόρφωσε, αφού προσέδωσε σ' αυτόν περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό του και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι σύμφωνα με τον όρο αυτό ο Β.

Μ. τελούσε υπό τον έλεγχο της παραπάνω εταιρείας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αυτή του ανέθεσε και όφειλε να συμμορφώνεται προς τις παρεχόμενες σ' αυτόν δεσμευτικές εντολές και οδηγίες της, ενώ ως μοναδικό περιεχόμενο διαλαμβάνεται στον όρο αυτό ότι ο Β. Μ. "έχει απόλυτη ελευθερία μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του και σύμφωνα με τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές της Εταιρείας να εκτελεί το έργο του, που πρέπει όμως να είναι μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας και της καλής πίστης" (παρ. 2), ότι "για την εκτέλεση του έργου του η Εταιρεία θα (του) διαθέτει τον αναγκαίο εξοπλισμό και εγκαταστάσεις σε γραφεία που θα επιλέξει εκείνη, καλύπτοντας και τα σχετικά έξοδα λειτουργίας με ποσό που θα κρίνει αναγκαίο και θα καθορίζεται από εκείνη" (παρ. 3), ότι "ο βοηθός συντονιστής Α' (δηλ.

ο Β. Μ.) δεν υπόκειται σε ωράριο εργασίας και είναι ελεύθερος να επιλέγει το χρόνο εργασίας του, αρκεί μέσα σ' αυτόν να εκτελούνται οι υποχρεώσεις του" (παρ. 4) και ότι "ο βοηθός συντονιστής Α' πρέπει να έχει και να τηρεί τις σύμφωνα με τους ασφαλιστικούς και φορολογικούς νόμους άδειες και λοιπά στοιχεία του ελεύθερου επαγγελματία" (παρ. 5).

Ωστόσο από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της εταιρείας SCOPLIFE και του Β. Μ., στηριζόμενη όχι μόνο στην παραπάνω έγγραφη σύμβαση συνεργασίας τους, αλλά στο έγγραφο αυτό από κοινού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί με οποιαδήποτε έννοια παραμόρφωση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, αλλά εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης από το Εφετείο, που εκφεύγει, κατά τα προεκτεθέντα, από τον αναιρετικό έλεγχο, αφού εμμέσως με την αντίθετη επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας αποδίδεται τελικά στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ως προς την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση απ' αυτή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, η οποία συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.6.2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" για αναίρεση της υπ' αριθ. 951/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ