Supreme Court allows appeal, finds lower court's dismissal of claim inadmissible due to lack of specificity in the cause of action.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to dismiss the respondent's claim. The appellant argued the lower court erred by failing to reject the claim as legally vague under specific articles of the Code of Civil Procedure. The court agreed, ruling that the claim lacked necessary factual details regarding property contribution percentages required by law. Consequently, the appeal was upheld, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for the Second Instance Court to try the claim and dismiss it as vague.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 nos. 1, 8, 14 of the Code of Civil Procedure; A cause of action is inadmissible if it is quantitatively vague, meaning it fails to specify all factual elements legally required to establish the right claimed, such as the exact percentage of contribution to the other spouse's asset increase.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1499 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1499/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μελιγό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1333/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2033/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/11/2013 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 64/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 20/6/2018 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 21/1/2016 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στον νόμο αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 158/2012, ΑΠ 194/2012).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι: α) η λύση του γάμου, ή κατ' ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου, με οποιοδήποτε τρόπο, στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.
Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Για το στοιχείο της αύξησης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.
Η αξίωση του κάθε συζύγου συμμετοχής στα αποκτήματα είναι καταρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς δε πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 2060/2009).
Η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.
υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι, είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων δικαιούται το ποσοστό τούτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βεβαίως της επίκλησης και απόδειξης τοιαύτης αύξησης της περιουσίας του ετέρου συζύγου.
Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ.
τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 28/2015, Α.Π. 1646/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την ένδικη αγωγή (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω) ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι στις 26-12-1999 τέλεσε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα, ότι ο γάμος αυτός λύθηκε, δυνάμει της 4764/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 23-10-2008, ότι λίγες ημέρες μετά το γάμο τους με δικά του αποκλειστικά χρήματα, που προέρχονταν από την πώληση ακινήτων του, συνολικής αντικειμενικής αξίας 88.678,61 ευρώ και πραγματικής 181.951,57 ευρώ, αλλά και από στεγαστικό δάνειο που έλαβε από την EUROBANK EFG, ποσού 44.638 ευρώ, όπως και από οικονομίες του, αγοράστηκαν στο όνομα της εναγομένης:
α) ένα οροφοδιαμέρισμα του 9ου ορόφου, επιφάνειας 109 τ.μ., που βρίσκεται στο …., με την ανήκουσα σ' αυτό αποκλειστική χρήση τμήματος του δώματος, όπως και ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφάνειας 52 τ.μ., αντί συνολικού τιμήματος 275.817,45 ευρώ, συνταχθέντος σχετικά του …//….-12-1999 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίας Μαλφέτα και β) ο σχετικός εξοπλισμός του ως άνω διαμερίσματος (ήτοι εντοιχισμένα ντουλάπια, εντοιχισμένες οικιακές συσκευές, όπως ψυγείο, φούρνος μικροκυμάτων, πλυντήριο, ατμομάγειρας, κλπ.), αντί συνολικού τιμήματος 117.388 ευρώ, ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους η εναγομένη δεν εργαζόταν και μοναδικό εισόδημά της ήταν το μίσθωμα από την εκμίσθωση ενός διαμερίσματός της 76 τ.μ.
στην οδό …., σε αντίθεση με αυτόν, που είναι μηχανικός σε συστήματα βιομηχανικής παραγωγής και σύμβουλος επιχειρήσεων, και εργάσθηκε καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου τους, όπως και πριν από αυτόν, σε διάφορες εταιρείες του εξωτερικού, ότι η περιουσία της εναγομένης από την τέλεση του γάμου τους μέχρι την διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους άλλως μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους αυξήθηκε με την απόκτηση των παραπάνω ακινήτων και του οικιακού εξοπλισμού και ότι η αύξηση αυτή προέρχεται αποκλειστικά από δική του συμβολή.
Ζήτησε δε την απόδοση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών με τον πλήρη εξοπλισμό τους και την καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως προς μεταβίβαση σ' αυτόν των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών. Επικουρικά δε ζήτησε να του καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 490.000, στο οποίο αποτιμά την αξία των παραπάνω, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, όμως, η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, καθόσον: α) δεν αναφέρεται σ' αυτή η αρχική όπως και η τελική περιουσία της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην κυριότητα αυτής ανήκε και μία οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία δεν προσδιορίζεται πότε αποκτήθηκε, ποια η τύχη της όπως και ποια η αξία της, στοιχεία απαραίτητα για τον καθορισμό της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τα δύο κρίσιμα χρονικά σημεία και της τυχόν αύξησης της περιουσίας αυτής κατά τη διάρκεια του γάμου, όπως και το ύψος της τυχόν συμμετοχής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου στην αύξηση αυτή, β) δεν προσδιορίζεται αν το ποσό που διατέθηκε από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο για την αγορά του οικιακού εξοπλισμού υπερέβαινε το ποσό της οφειλόμενης, σύμφωνα με τις δυνάμεις του, συνεισφοράς του στις οικογενειακές ανάγκες (όπως για αγορά ψυγείου, φούρνου μικροκυμάτων, πλυντηρίου, ατμομάγειρα κλπ.) και αν συνιστούσε συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και γ) δεν αναφέρεται το ποσοστό της συμβολής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με βάση το οποίο (ποσοστό) θα κριθεί, ακόμη και αν ζητείται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η αυτούσια απόδοση περιουσιακών στοιχείων, διότι και πάλι η απόδοση είναι ανάλογη με το ποσοστό της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Συνεπώς ο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 ΚΠολΔ, μοναδικός, αναιρετικός λόγος, με τον οποίον η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για τη μη απόρριψη ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της υπό κρίση αγωγής του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ορισμένη και, στη συνέχεια, ως κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, καταδικάζοντας αυτή (αναιρεσείουσα) να αποδώσει στον αντίδικό της τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής και η υπόθεση, που αναιρέθηκε, δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα διότι, από τα όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του, μοναδικού, αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε, η ένδικη αγωγή ελέγχεται ως αόριστη. Επομένως, πρέπει να κρατηθεί και δικασθεί, από το παρόν Δικαστήριο η ένδικη έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και κατά παραδοχή της, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να απορριφθεί η αγωγή ως αόριστη. Δικαστικά έξοδα για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την αναιρετική δίκη δεν επιδικάζονται εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου, καθόσον η αναιρεσείουσα, που νίκησε, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα των παραβόλων, που κατέθεσε για την άσκηση των ως άνω ενδίκων μέσων της υπόψη έφεσης και της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 2033/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την έφεση.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 1333/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
Δικάζει την ένδικη αγωγή.
Απορρίπτει, ως αόριστη, την ανωτέρω αγωγή.
Και,
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα των παραβόλων, που κατέθεσε για την άσκηση των αναφερομένων στην παρούσα απόφαση ενδίκων μέσων της έφεσης και της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 04 Οκτωβρίου 2021 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ