Legislator Case Law & Legislation
1497/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance acceptance due to lack of direct legal interest.

Case Number 1497/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Second Instance Court's decision to accept an inheritance claim. The State argued that the lower court failed to establish a direct legal interest for the heirs to reject the inheritance, yet the court found the heirs' declarations of rejection valid. The court ruled that the heirs' actions eliminated uncertainty regarding the debt, thereby justifying the lower court's finding of direct legal interest and rejecting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1711, 1846-1857 of the Civil Code; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: The right to renounce an inheritance is conditional upon a direct legal interest, which is established when the heir's actions remove uncertainty regarding the existence of a debt owed to them.

Keywords

AI generated
inheritance renunciation direct legal interest appeal admissibility Civil Code provisions State appeal heir declarations uncertainty elimination

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 of the Civil Code
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 68, 70 of the Code of Civil Procedure
Article 1847(1) and 1857(2) of the Civil Code
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Decision 134423/1992 of the Ministry of Economy and Justice

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1497 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1497/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων δια του Διοικητή αυτής, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων : Χ. Κ. του Γ. και της Δ., και 2) Μ. Κ. του Γ. και της Δ., κατοίκων ..., ο οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κολοβού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-08-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12283/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-04-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19-04-2022 αίτηση στρέφεται κατά της 336/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή η από 19-04-2021 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 02-08-2019 αγωγή, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ι. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 και 1857 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.

Το δικαίωμα, όμως, αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται, εξαρχής, και θεωρείται σαν να μην έγινε.

Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ.

β ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή, όμως, από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδ.

β ΑΚ). Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ.β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομίας. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομία επάγεται σ' εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.

Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ., 147 επ., 150 επ. ΑΚ), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ.

Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό, συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης.

Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη, μεταξύ βούλησης και δήλωσης, διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς (Ολ ΑΠ 858/1990), υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται :

α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά το ΑΚ που επέρχεται, αμέσως, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (ΑΠ 842/2022, ΑΠ 827/2017, ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1041/2015).

Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς, λόγω της προαναφερθείσας πλάνης, η έναρξη της προθεσμίας αποποίησης προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η, εν συνεχεία, αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της. Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας είναι δυνατόν να στραφεί κατά του δανειστή της κληρονομίας (ΑΠ 842/2022, ΑΠ 1041/2022, ΑΠ 827/2017).

Αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μόνο, στην περίπτωση ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής, καθώς πρόκειται για αποποίηση με νομική αίρεση (condicio juris), ήτοι προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο, καθώς η εκ των υστέρων ακύρωση ανατρέχει αναδρομικά στο χρόνο επαγωγής (πρβλ.

ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1534/2011). [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 215, 237, 238 ΚΠολΔ, που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, οι οποίες, κατά την διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του Ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 01/01/2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επί μέρους στάδια προόδου της δίκης.

Ειδικότερα, στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στο άρθρο 237 ΚΠολΔ ορίζεται ότι μέσα σε προθεσμία 100 ημερών ή 130 ημερών αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται σ` αυτές (παρ. 1), ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθεται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες από την λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παρ.1, οπότε κλείνει και ο φάκελος της δικογραφίας (παρ. 2), ότι μέσα σε 15 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου ορίζεται ο δικαστής και για τις υποθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου και ο εισηγητής καθώς και η ημέρα και ώρα συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε δικάσιμο που ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 30 ημέρες από την παρέλευση της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά την οποία δικάσιμο η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (παρ. 3).

Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται σύντομες σχετικά προθεσμίες ενέργειας τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου, ειδικά δε για την παράλειψη του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη (ΑΠ 343/2023, ΑΠ 1181/2022). [3] Κατά το άρθρο 126 παρ.1 εδ.

δ` ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παράλειψής της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως.

Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ως άνω διατάγματος, αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. γ` και παρ. 3 περ.

α` του ν. 3086/2002 "Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", ``Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α) ...... β) ....... γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8 παρ. 1 περ. γ`). ..... Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει:

α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8 παρ. 3 περ. α`). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επίδοσης του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού (ΑΠ 1309/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 85 παρ.1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.

Ήδη, όμως, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται : " 1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της"... "4.

Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών [...]", στο άρθρο 2 ορίζεται ότι "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας [...] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. [...]", στο άρθρο 17 ότι "1.

Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178, διορθ. σφαλμ. Α` 25/24-2-2015) "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" [...]. 2. [...]", στο άρθρο 36 ότι "1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν.

Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτωση α', σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97) και 85 παρ. 1, εδάφιο πρώτο του ν.δ. 356/1974 (Α' 90).

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ", [...]", στο άρθρο 41 ότι "1. [...] 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε.

μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. [...]", στο δε άρθρο 43 ότι "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του". Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ. 2 περ.

γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΣτΕ 1215/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ειδικώς, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διάδικου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο του διάδικου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρ. 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, άρθρ. 1 παρ. 1 και 4, 17 παρ. 1, 36 παρ. 1. 41 παρ. 1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν.δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ. 2 περ.

γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178). [4] Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ ΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η, κατ` αποτέλεσμα, ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 1515/2018).

ΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, με την από 02-08-2019 αγωγή τους, που κατέθεσαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου, αφού εξέθεσαν ότι ο αδελφός τους, Ζ.

Κ., με τον οποίο, από πολλών ετών, δεν διατηρούσαν καμία επαφή, απεβίωσε, στη …, στις 19-07-2013, ότι οι ίδιοι, το πρώτον, πληροφορήθηκαν, στις 09-05-2019, όταν η Ε' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης κοινοποίησε, σε καθένα τους, ατομική ειδοποίησης καταβολής - υπερημερίας, ποσού 592.920,68 ευρώ, ότι έχουν καταστεί, με πλασματική αποδοχή, κληρονόμοι του προαναφερθέντος αδελφού τους, και ότι το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον είναι δανειστής της κληρονομίας, έχοντας σε βάρος του κληρονομουμένου βεβαιωμένα χρέη, ζήτησαν:

α) την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, στην οποία προέβησαν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας του αποβιώσαντος ανωτέρω αδελφού τους, επικαλούμενοι ουσιώδη πλάνη αυτών, συνιστάμενη ως προς το κατά τον ΑΚ σύστημα κτήσης της κληρονομίας και αποποίησης αυτής, με αποτέλεσμα να επέλθει διάσταση μεταξύ πλασματικής δήλωσης και βούλησης τους, διότι δεν επιθυμούσαν την αποδοχή της ανωτέρω κληρονομίας, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την παραπάνω από 09-5-2019 γνώση τους, και β) την αναγνώριση ως έγκυρων και εμπρόθεσμων των συνταχθέντων, με τις με αριθμ. 3379/22-05-2019 και 3380/22-05-2019 εκθέσεις, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου, αντίστοιχα, δηλώσεων αποποιήσεων κληρονομίας του ανωτέρω αδελφού τους, επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον για την άρση της αβεβαιότητας ως προς την έννομη σχέση που συνδέει τους αναιρεσιβλήτους με το αναιρεσείον, με την τελεσίδικη ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεσή της, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο νόμιμα, και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το Εφετείο, στο οποίο ήχθη η υπόθεση, με έφεση των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθέντων εναγόντων, θεωρήσαν την αγωγή ως εμπροθέσμως και νομίμως επιδοθείσα, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, ακύρωσε την πλασματική αποδοχή από τους αναιρεσίβλητους της κληρονομίας, λόγω της ως άνω πλάνης αυτών, και, ως συνέπεια της τελεσίδικης ακυρότητας αυτής, αναγνώρισε την εγκυρότητα των γενόμενων αποποιήσεων, που [νοηματικά] θεωρούνται ότι έγιναν εξ αρχής με την αίρεση αυτή δικαίου.

Η επίδοση της παραπάνω αγωγής ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διάδικου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο του διάδικου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

Επομένως, ο, από τον αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν θεώρησε την αγωγή ως μη ασκηθείσα, και, συνεπώς, κατ' άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ανυπόστατη, επειδή ως ασκηθείσα μετά την 01-01-2017, δεν επιδόθηκε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων αλλά στον Υπουργό Οικονομικών, και δεν επιδόθηκε στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., φερόμενο από το αναιρεσείον ότι απαιτείται για διαφορά που αφορά βεβαιωμένα κληρονομικά χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.

Και, τούτο, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πρόκειται για την παραπάνω ένδικη αγωγή κληρονομικού δικαίου, για την οποία αρκεί η επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών, η οποία δεν αμφισβητείται, από το αναιρεσείον, ό,τι έλαβε χώρα, είτε στον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. [2] Από τις διατάξεις του άρθρου 70 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι "Όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη, κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή" προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται, και, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρ. 73 ΚΠολΔ), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν, ενώ μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, και εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις.

Ειδικότερα, α) άμεσο, με την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο βοήθημα για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του και β) παρόν, υπό την έννοια ότι η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 205/2014).

Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος δικαστική προστασία με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα, όμως, του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1539/2021, ΑΠ 850/2019), δηλαδή θεωρείται ότι γεννιέται τούτο ευθύς ως προσβληθεί ή αμφισβητηθεί το δικαίωμα ή η έννομη σχέση κ.λπ., γιατί από τότε η αναγκαιότητα της προστασίας ανακύπτει και είναι άμεση (ΑΠ 823/2021, ΑΠ 385/1999, ΑΠ 345/1992).

Ενόψει του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1157/2017) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1581/2022, ΑΠ 975/2020, ΑΠ 94/2017). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). [3] Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή ως προς το σωρευόμενο αντικειμενικώς με στοιχείο -β- αίτημα, αναγνώρισης της εγκυρότητας των γενόμενων αποποιήσεων, ως συνέπειας της τελεσίδικης ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής, είναι ορισμένη διότι εκτίθενται σ' αυτήν (αγωγή) τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων όπως διαγνωστεί, κατόπιν, αναγνωριστικής αγωγής, και η εγκυρότητα αυτών, που τελούν υπό την αίρεση δικαίου της τελεσίδικης ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, ήτοι προϋπόθεσης που προβλέπεται από τις διατάξεις του νόμου (πρβλ ΑΠ 919/2022, ΑΠ 479/2021, ΑΠ 55/2015).

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δεν κήρυξε απαράδεκτο το παραπάνω αίτημα της αγωγής, δεν ενήργησε παρά το νόμο, και, συνεπώς, ο, από τον 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος, και, τούτο ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ότι επανέφερε, με τις προτάσεις του, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την προταθείσα, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένσταση. [4] Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ύπαρξης άμεσου έννομου συμφέροντος για τη θεμελίωση του αυτού παραπάνω με στοιχείο -β- αιτήματος, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι αν και η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί του ως άνω κρίσιμου ζητήματος, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ύπαρξη άμεσου έννομου συμφέροντος, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν αρκεί μόνη η αναφορά στο αναιρετήριο του καταληκτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης, ήτοι αποδοχής του με στοιχείο - β- παραπάνω αιτήματος (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 680/2022, ΑΠ 452/2021).

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 552 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού διατάξεις του άρθρου 68, 70 ΚΠολΔ, 1847 παρ. 1 και 1857 παρ. 2 ΑΚ, ως προς την ύπαρξη άμεσου έννομου συμφέροντος, για την αναγνώριση της εγκυρότητας των αναφερόμενων 3379/22.5.2019 και 3380/22.5.2019 δηλώσεων των αναιρεσιβλήτων, για την αποποίηση της κληρονομίας του αποβιώσαντος στις, 17-07-2013, αδελφού τους, Ζ.

Κ., διότι τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν αυτό, προκειμένου να εξαλειφθεί η αβεβαιότητα ως προς την ανυπαρξία έναντι των αναιρεσιβλήτων της αναφερόμενης παραπάνω οφειλής κληρονομίας, που δεν μπορεί να αποτραπεί, παρά μόνο με τη σχετική αναγνωριστική απόφαση, με αποτέλεσμα να θεμελιούται το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης της ανωτέρω αναγνώρισης εγκυρότητας αυτών [που νοηματικά] έγιναν με την αίρεση δικαίου τελεσίδικης ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής.

Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτής, με το οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι και αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του, στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-04-2022 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 336/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ