Legislator Case Law & Legislation
680/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to properly restate arguments in the appeal petition.

Case Number 680/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal a first-instance judgment because the grounds raised were procedurally inadmissible. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific claim regarding insolvency, but the court found this argument was not clearly restated in the appeal petition as required by law. Consequently, the court ruled that since no other valid grounds existed, the appeal must be rejected and the security bond returned.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527, 560, 562, 566, 568, 576, 746 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must clearly restate all grounds raised in the lower instance, and arguments not properly rephrased are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal reiteration of grounds Code of Civil Procedure insolvency claim appeal petition requirements

Cited Legislation

AI generated
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 680 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 680/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλαβάνο - Τσαπαλίρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τήνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 273/ΕΜ//2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπ` αριθμ. 3740 και 3741/3.12.2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Αθηνών Δ. Μ. προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση από 7.5.2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 273 ΕΜ/2017 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 6.11.2020, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει την συζήτηση, στις αναιρεσίβλητες. Κατά την δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την προκείμενη (18.2.22), της σχετικής εγγραφής στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. Οι αναιρεσίβλητες όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ).

Η υπό κρίση από 7-5-2019 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 39/2019 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ. 273 ΕΜ/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.ΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.

Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, 873/2018, 1413/2017 ). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π 32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο εκ του άρθρου 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το ως εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δεχόμενο ότι αυτός δεν υπάγεται στη ρύθμιση του ως άνω νόμου, ως μη στερούμενος πτωχευτικής ικανότητος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι παραδοχές του ως Εφετείου δικάσαντος Δικαστηρίου, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση της ως άνω διάταξης ένεκα της μη εφαρμογής της. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, λόγω "ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών" αναφορικά με το ίδιο ως άνω κρίσιμο θέμα. Ωστόσο και αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού ουδόλως εκτίθενται, όπως προαναφέρθηκε, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά και ούτε ποια (επιπλέον) πραγματικά περιστατικά θα έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας, ή ποιες είναι και σε τι συνίστανται οι ασάφειες και οι αντιφάσεις αυτής αναφορικά με το εν λόγω ουσιώδες θέμα περί της μη συνδρομής των προϋποθέσεων υπαγωγής του αιτούντος στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω της ύπαρξης πτωχευτικής ικανότητος στο πρόσωπό του.

Περαιτέρω, κατά τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας) και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της άνω διατάξεως, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.

Α.Π 9/1997, Α.Π 625/2008, Α.Π 328/2008). Θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 2/2001, 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, 1446/2003 και 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, 539/2003, 885/1994), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο (εμπεριεχόμενος στην αίτηση) ισχυρισμός του περί της μη ύπαρξης πτωχευτικής ικανότητος στο πρόσωπό του, με βάση τα ειδικότερον επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά. Πλην, όμως, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται σαφώς και ειδικώς στο αναιρετήριο ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε η τυχόν υπαγωγή του στις προβλεπόμενες από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 527 ή 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ εξαιρέσεις.

Τέλος και δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη είναι απόφαση του πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτος, ως μη επιτρεπόμενος λόγος, κατ'άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αιτίαση περί του ότι αυτή (η αναιρεσιβαλλόμενη δηλ.) "δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ` όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.5.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 39/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 273 ΕΜ/2017 απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ