1496/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε.ς Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι παραιτείται από το 10-5-2012 δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, Α. χήρα Α. Α. το γένος Ν., και την συνέχιση της δίκης για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Επίσης δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 10ε,12) Ε. Α. του Δ., ενηλικιώθηκε και διορθώνει το παραπάνω λανθασμένο όνομα Ε., στο ορθό Δ..
Legislator headnote
AI generated1496/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω ο εκ του άρθ. 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1496 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1496/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε.ς Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ - ΕΡΓΟΔΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΔΟΜΗ ΑΒΕΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντοκατζή και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Α. Α., το γένος Ν., 2. Θ. Α., του Α., 3 Β. χήρας Ι. Α. Α., 4. Α. Α. Α. του Ι., 5. Α. Α. Α. του Ι., 6. Θ. Α. Α. του Ι., 7 Χ. Α. Α. του Ι., 8. Ε. συζ. Γ. Β., ως κληρονόμοι (οι υπό στοιχείο 3, 4, 5, 6, 7, 8) του θανόντος αρχικού διαδίκου Ι. Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. 9. Του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις, 10. Μ. χήρας Δ. Α., κατοίκου ..., δια τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της: α) Α. Α. του Δ. και ) Α. Α. του Δ., 11 Π. Α. του Δ., 12 Δ. Α. του Δ. και 13 Α. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι παραιτείται από το 10-5-2012 δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, Α. χήρα Α. Α. το γένος Ν., και την συνέχιση της δίκης για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Επίσης δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 10ε,12) Ε. Α. του Δ., ενηλικιώθηκε και διορθώνει το παραπάνω λανθασμένο όνομα Ε., στο ορθό Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 2383/ΑΥ/137/2001, 1030/ΑΥ/77/2002, 1748/ΑΥ/121/2002 και 1939/ΑΥ/130/2002 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/ΑΥ/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2145/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 2-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τον πρώτο (από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ) λόγο η αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2145/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της 9ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσαγόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθμ. 7103, 7104, 7105, 7106, 7107, 7108, 7109, 7110, 7111, 7112, 7113/10-10-2013 και υπ' αριθμ. 7216 και 7217/24-10-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Αναστ. Ταλιαμπέ, προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-1-2014) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους εκ των αναιρεσιβλήτων πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοη, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατο τρίτο. Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Ο από το άρθρο 659 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση-στάθμιση-αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω ο εκ του άρθ. 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως. "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολομ. ΑΠ 22/2005, Ολομ. ΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, που προβλέπει αντικατάσταση των εσφαλμένων αιτιολογιών και απόρριψη της έφεσης, εάν το διατακτικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται ορθό, δεν παρέχει στο Εφετείο, τη δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Έτσι, εάν το Εφετείο, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, αντικαταστήσει την αιτιολογία αυτής, χωρίς σχετικό λόγο εφέσεως, υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, δηλαδή λαμβάνει υπόψη λόγο εφέσεως και συνεπώς "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκε και έτσι ιδρύεται ο εκ του εδαφίου α' της τελευταίας αυτής διατάξεως (άρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη, την έφεση της ενάγουσας-εναγομένης-νυν αναιρεσείουσας, ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου (ρυμουλκού, με ανατρεπόμενο ρυμουλκούμενο) και αντικαθιστώντας τις διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε ότι υπαίτιος της πρόκλησης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού τόσο του οδηγού του αυτοκινήτου αυτού, όσο και του οδηγού του αντιθέτως κινουμένου βυτιοφόρου αυτοκινήτου, με το οποίο συγκρούσθηκε αυτό, ήταν ο προστηθείς από την αναιρεσείουσα οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της τελευταίας.
Με τους δύο (μοναδικούς) λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, με το να δεχθεί ότι υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο οδηγός, που οδηγούσε το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη α) από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας και β) από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, με τους λόγους της ασκηθείσας από την εκκαλούσα-νυν αναιρεσείουσα έφεσης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε, αντικαθιστώντας εν μέρει τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τα θεμελιωτικά περιστατικά της υπαιτιότητας του προστηθέντος από την εκκαλούσα-νυν αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της, ότι αυτός "οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης", ενώ τα περιστατικά αυτά ουδόλως προτάθηκαν, με την έφεση της εκκαλούσας-νυν αναιρεσείουσας.
Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση των λόγων αναίρεσης ζήτημα της υπαιτιότητας: Στις 2-6- 2000 και περί ώρα 17.00' ο Δ. Α. του Α., οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. όχημα (ρυμουλκό με επικαθήμενο) μετά του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... βυτίου μεταφοράς γάλακτος, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Βέροιας- Σκύδρας με κατεύθυνση προς Βέροια, πλησιάζοντας στη 22,8 χιλιομετρική θέση.
Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κυκλοφορίας με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, φέρει οδόστρωμα από ασφαλτικό τάπητα, στο ανωτέρω δε σημείο έχει πλάτος 8,10 μέτρων, είναι ευθεία σε μήκος 2.000 μέτρων, φέρει οριζόντια οδική σήμανση, αποτελούμενη από διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίζεται στο σημείο εκείνο στα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Κατά τον άνω χρόνο το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ο δε φωτισμός ήταν επαρκής λόγω της ημέρας (περί όλων των ανωτέρω βλ. σχετικά τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα: α) από 2-6-2000 έκθεση αυτοψίας και β) το από της ίδιας ημερομηνίας σχεδιάγραμμα που συνέταξαν οι επιληφθέντες του ατυχήματος αρμόδιοι ανακριτικοί υπάλληλοι του Τμήματος Τροχαίας Βέροιας).
Την ίδια ώρα ο Ν. Κ. οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. όχημα (ρυμουλκό με επικαθήμενο ανατροπής), ιδιοκτησίας της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δομική εταιρεία συνεργαζομένων μηχανικών - Εργοδομή ΑΒΕΤΕ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος στη δεύτερη εναγομένη των δύο τελευταίων αγωγών, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", όπως ομολογεί η ίδια, εκινείτο επί της αυτής οδού με αντίθετη όμως κατεύθυνση, ήτοι προς Σκύδρα.
Τη στιγμή που αμφότερα τα οχήματα πλησίαζαν στην 22,8 χιλιομετρική θέση το οδηγούμενο από τον Ν. Κ. όχημα, παραβιάζοντας τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, εισήλθε εντελώς αιφνίδια και απρόβλεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινείτο κανονικά το οδηγούμενο από τον Δ. Α. όχημα, προσέκρουσε δε στην εμπρόσθια πλευρά του τελευταίου υπό γωνία (διαγωνίως) με το κέντρο σχεδόν της δικής του εμπρόσθιας πλευράς και με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την αρχική του πορεία.
Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης το οδηγούμενο από τον Ν. Κ. όχημα ώθησε το αντιθέτως κινούμενο όχημα που οδηγούσε ο Δ. Α. και παρέσυρε αυτό στην πορεία που ακολούθησε και το ίδιο, εκτός του ρεύματος κυκλοφορίας προς Βέροια, ήτοι προς τα δεξιά σε σχέση με την αρχική κατεύθυνσή του οχήματος του Δ. Α.. Από τη σύγκρουση οι καμπίνες αμφοτέρων των οχημάτων αποκολλήθηκαν από τους ελκυστήρες τους, εκτινάχθηκαν και κατέληξαν σε άμορφη μάζα σε παρακείμενη της οδού τάφρο στα δεξιά του οδοστρώματος σε σχέση με την πορεία του Δ.
Α. και σε βάθος ενός μέτρου περίπου σε σχέση με το ύψος του οδοστρώματος. Στο ίδιο σημείο κατέληξαν και οι δύο ελκυστήρες με κατεστραμμένα μεταξύ άλλων και τα εμπρόσθια αριστερά ελαστικά τους. Ο οδηγούμενος από το Ν. Κ. ελκυστήρας ακινητοποιήθηκε με κατεύθυνση προς Σκύδρα διαγωνίως σε σχέση με το οδόστρωμα αποτελώντας πλέον σχεδόν ένα σώμα με τον έτερο ελκυστήρα, τα δε επικαθήμενα ακινητοποιήθηκαν σε κάθετη σχεδόν θέση σε σχέση με τον άξονα του οδοστρώματος σε απόσταση τριών περίπου μέτρων το ένα από το άλλο, το μεν επικαθήμενο του οδηγούμενου από τον Δ.
Α. οχήματος καλύπτοντας σχεδόν ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας προς Βέροια, με κατεύθυνση από τον άξονα του οδοστρώματος προς τους παρακείμενους του ρεύματος αυτού αγρούς και με τμήμα του βυθισμένο στην παρακείμενη της οδού τάφρο, το δε έτερο επικαθήμενο, με ίδια και αυτό κατεύθυνση, καλύπτοντας το σύνολο σχεδόν του πλάτους του οδοστρώματος, αφήνοντας ακάλυπτο τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Σκύδρα πλάτους 1,70 μέτρων.
Από τη σύγκρουση τραυματίστηκαν θανάσιμα οι οδηγοί αμφοτέρων των οχημάτων. Με δεδομένη την αιφνίδια είσοδο του οχήματος που οδηγούσε ο Ν. Κ. στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (όπως αυτή αποδεικνύεται από την τελική θέση των οχημάτων, τα ίχνη των τροχών που δηλώνουν κίνηση προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, την έκθεση αυτοψίας και την κατάθεση του ανωτέρω αυτόπτη μάρτυρα), αλλά και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, δεδομένου και του δυνατού θορύβου που προηγήθηκε της σύγκρουσης και ο οποίος δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά, το δικαστήριο κρίνει ότι πριν τη σύγκρουση επήλθε ρήξη του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού του οχήματος που οδηγούσε ο Ν.
Κ., η οποία τον οδήγησε στην, άλλως αδικαιολόγητη, αιφνίδια είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Αντίθετα, η ρήξη του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού του οχήματος που οδηγούσε ο Δ. Α., της εξ αυτής (ρήξης) εισόδου του συγκεκριμένου βυτιοφόρου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το Ι.Χ.Φ. που οδηγούσε ο Ν.
Κ., της σύγκρουσης των οχημάτων εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς Σκύδρα και της εκτροπής τους προς το ρεύμα κυκλοφορίας προς Βέροια με κατεύθυνση προς τους παρακείμενους στα δεξιά του ρεύματος εκείνου αγρούς, αποκλείεται, αφενός μεν γιατί έρχεται σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα ευρήματα στο σημείο του ατυχήματος και τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων, αφετέρου δε γιατί ελεγχόμενη με τους κανόνες της λογικής καταρρίπτεται, καθώς α) είναι αδύνατο σε μία τόσο μεγάλη για τις συνθήκες του ατυχήματος πορεία του οχήματος του Α. (αρχικώς κίνηση προς τα αριστερά και είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, εν συνεχεία κίνηση προς τα δεξιά και επάνοδός του στο ρεύμα της αρχικής πορείας του) με διαρρηγμένο (κλαταρισμένο) ελαστικό να μην αποτυπώθηκε ίχνος της κίνησης αυτής στο οδόστρωμα και β) δύο αντιθέτως κινούμενα οχήματα που συγκρούονται μετωπικά και έκκεντρα, όπως υποστηρίζει η "Εργοδομή ΑΒΕΤΕ", δεν είναι δυνατόν να έχουν μετά τη σύγκρουση την ίδια πορεία, παρά μόνο αν η σύγκρουση δεν είναι μετωπική και έκκεντρη, αλλά υπό γωνία, οπότε και θα κινηθούν κατά τους κανόνες της λογικής κατά τη φορά της εν λόγω γωνίας και δεν είναι δυνατόν να κινηθούν αντίθετα προς την φορά αυτής (της γωνίας).
Επομένως, υπό την υποστηριζόμενη από την "Εργοδομή ΑΒΕΤΕ" εκδοχή (ρήξη ελαστικού του οχήματος του Δ. Α., είσοδός του στο αντίθετο ρεύμα, σύγκρουσή του εντός αυτού με οδηγούμενο από το Ν. Κ. όχημα) τα δύο οχήματα θα έπρεπε κατά τους κανόνες της λογικής μετά τη σύγκρουση είτε να κινηθούν αντιρρόπως, αν η σύγκρουση ήταν μετωπική και έκκεντρη, είτε να κινηθούν προς τα δεξιά σε σχέση με την αρχική πορεία του Ν.
Κ., αν συγκρούσθηκαν υπό γωνία, δηλαδή κατά τη φορά της γωνίας, οι οποίες όμως κινήσεις δεν μπορεί να έλαβαν χώρα αν ληφθούν υπ' όψη οι μη αμφισβητούμενες τελικές θέσεις των οχημάτων. Επίσης αποκλείεται η πιθανότητα ρήξης του ελαστικού του οδηγούμενου από το Δ. Α. οχήματος και η (συνεπεία αυτής και του αιφνιδιασμού του οδηγού του αντιθέτως κινούμενου οχήματος Ν.
Κ.) είσοδός του στο αντίθετο ρεύμα, και από το γεγονός ότι σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, η αναμενόμενη ενστικτώδης κίνηση προσώπου που αντιλαμβάνεται κίνδυνο είναι κίνηση προς την αντίθετη από την πηγή του κινδύνου, κατεύθυνση, αποφευκτική του τελευταίου, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση η αναμενόμενη κίνηση του Ν.
Κ. στην περίπτωση της ρήξης του ελαστικού του Δ. Α., κατόπιν του αιφνίδιου και δυνατού θορύβου, θα ήταν κίνηση προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, ώστε να απομακρυνθεί από την πηγή του κινδύνου γεγονός όμως που δεν συνέβη. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού είναι ο Ν.
Κ., οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... οχήματος ιδιοκτησίας της καλούσας - ενάγουσας - εναγομένης "Εργοδομή ΑΒΕΤΕ" και προστηθείς εξ αυτής στην οδήγηση αυτού, ο οποίος, οδηγώντας υπό την επήρεια μέθης και παραβιάζοντας τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, εισήλθε στο προοριζόμενο για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα ρεύμα κυκλοφορίας, τούτο δε έπραξε λόγω της απώλειας του ελέγχου και της διεύθυνσης του οχήματος μετά την, από άγνωστη αιτία, ρήξη του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού, του εν λόγω οχήματος, ρήξη η οποία δεν αναιρεί την ευθύνη του, μη συνιστώσα αυτή λόγο ανωτέρας βίας.
Και υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία την ασκηθείσα από την εκκαλούσα-νυν αναιρεσείουσα έφεση, καθώς και τις υπ' αυτής ασκηθείσες αγωγές κατά των εναγομένων - νυν αναιρεσιβλήτων και ως βάσιμη κατ' ουσία εν μέρει την υπό των τελευταίων ασκηθείσα αγωγή κατά της νυν αναιρεσείουσας.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης υπαιτιότητας του προστηθέντος από την νυν αναιρεσείουσα οδηγού του αυτοκινήτου της και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ. προβλεπόμενη πλημμέλεια. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, στο οποίο οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο αιτιάσεις αναφέρονται στα επιχειρήματα του δικάσαντος δικαστηρίου και στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, από τα παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικόγραφα της ασκηθείσας από την ενάγουσα- εναγομένη-νυν αναιρεσείουσα έφεσης από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις αυτής, καθώς και από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των εφεσιβλήτων-νυν αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι ουδόλως προβλήθηκε, ενώπιον του Εφετείου, από ουδέν εκ των αντιδίκων μερών, ο ισχυρισμός, ο οποίος περιέχεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι ο προστηθείς από την εκκαλούσα-νυν αναιρεσείουσα και κριθείς ως υπαίτιος οδηγός Ν.
Κ. "οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης" παραδοχή, η οποία προστέθηκε στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, το οποίο αντικατέστησε εν μέρει, ως προς το σημείο αυτό, τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι λοιπές όμως, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της, πλην εκείνης ότι ο κριθείς υπαίτιος οδηγός Ν.
Κ. οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 914 ΑΚ παραδοχή της, περί (αποκλειστικής) αυτού υπαιτιότητας, με άμεση δικονομική η προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ να ελέγχεται ως αβάσιμη, με την έννοια ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του παρόντος εκ των αναιρεσίβλητων (Επικουρικού Κεφαλαίου), το οποίο υπεισήλθε στη δικονομική θέση της αρχικής ένατης των αναιρεσίβλητων "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ", μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργία της (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), το οποίο κατέθεσε και προτάσεις, με παράλληλη εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό κατάθεσης 118/23-5-2012 αίτηση της ανωνύμου εταιρίας "ΕΡΓΟΔΟΜΗ ΑΒΕΤΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2145/20111 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του παρόντος εκ των αναιρεσιβλήτων (Επικουρικού Κεφαλαίου), την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ