Legislator Case Law & Legislation
602/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against one defendant but allows it partially against others regarding mental distress damages.

Case Number 602/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first defendant due to procedural irregularities in summoning, while rejecting the appeal against the third defendant. The court allowed the appeal against the first and second defendants and the second insurer regarding mental distress damages, ordering a retrial before a different judge. Consequently, the third defendant was ordered to pay legal costs, while the first defendant bore no costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against multiple defendants in simple joint liability is admissible if some are properly summoned, but the court must examine procedural defects individually, allowing the appeal only against those properly summoned and rejecting it against those not summoned.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility simple joint liability mental distress damages procedural summons legal costs allocation retrial before different judge

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third paragraph of Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 602 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 602/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Β. του Κ., 2) Κ. Β. του Κ. και 3) Μ. Σ. του Γ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Κοψαχείλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Κ., κατοίκου …, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και το δ.τ. "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 4-11-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 1726 Γ'/22-11-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας, Δ. Γ. Τ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 11-07-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 140/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (08-01-2021) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1α και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ στον πρώτο αναιρεσίβλητο Σ.

Κ. του Κ.. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.

Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. ΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής από τον ερημοδικασθέντα διάδικο ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

ΑΠ 11/1998, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 33/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.

Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ` αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση, αντίστοιχα.

Συνεπώς, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.

ΑΠ 15/2001). Στερείται, επίσης, σημασίας, για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 1422/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 673 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και στην κατ` έφεση δίκη ( άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ ), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 965/2017, ΑΠ 367/2014, ΑΠ 658/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου - εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Σ. Κ. του Κ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 22-03-2019. Όμως, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής εφετειακής απόφασης στον ερημοδικασθέντα πρώτο εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Σ.

Κ. του Κ., ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι του έχει κοινοποιηθεί η εν λόγω απόφαση, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι' αυτόν, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δεν άρχισε να τρέχει για τον πρώτο αναιρεσίβλητο η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, ως προς αυτόν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί ως προς αυτόν τελεσίδικη, σε αντίθεση με το δεύτερο αναιρεσίβλητο [Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ"], που συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας, ως προς το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη.

Συνεπώς, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη από 11-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 34/11-07-2011 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 140/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) :

α) ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) κατ' άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και β) ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά του οποίου έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). . .

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 449/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), συνεκδικάστηκαν :

α) η από 10-07-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 501/13-07-2015 κύρια αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, με την οποία οι ενάγοντες επικαλούμενοι ότι ο πρώτος εναγόμενος Σ. Κ. του Κ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά την κυκλοφορία του, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες κατέστη αποκλειστικά υπαίτιος του αναφερόμενου σ' αυτή αυτοκινητιστικού ατυχήματος, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος των Κ.

Β. και Σ. Β., γονέων των δύο πρώτων από αυτούς και πεθερών της τρίτης, οι οποίοι επέβαιναν στο με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ως οδηγός ο πρώτος και ως συνοδηγός η δεύτερη, κατά τη σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων που έλαβε χώρα στις 14-12-2012 στο 6ο χλμ της επαρχιακής οδού Λάρισας - Φαρσάλων, ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι δύο εναγόμενοι [ ήτοι ο προαναφερόμενος πρώτος εναγόμενος Σ.

Κ. ως υπαίτιος οδηγός και το δεύτερο εναγόμενο, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ"] ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων το ποσό των 120.000 ευρώ για καθένα θανόντα γονέα τους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και στην τρίτη των εναγόντων το ποσό των 50.000 ευρώ για την ίδια ανωτέρω αιτία για καθένα θανόντα, καθώς και το ποσό των 1.500 ευρώ σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες ως αποζημίωση λόγω ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου του αποβιώσαντος πατέρα τους και β) η από 04-11-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 811/06-11-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία άσκησε το δεύτερο εναγόμενο στην άνω κύρια αγωγή Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" κατά του άνω πρώτου εναγομένου Σ.

Κ. (συνεναγομένου του στην κύρια αγωγή), με την οποία ζήτησε σε περίπτωση που θα ευδοκιμήσει η εναντίον του κύρια αγωγή να αναγνωριστεί ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωθεί το ίδιο να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. Με την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου των γονέων των δύο πρώτων και πεθερών της τρίτης των κυρίως εναγόντων, ήταν ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός του ανασφάλιστου αυτοκινήτου και ακολούθως α) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η κύρια αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας για την αιτία αυτή το ποσό των 60.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων και το ποσό των 25.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα και β) έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στο παρεμπιπτόντως ενάγον το συνολικό ποσό των 147.000 ευρώ.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας α) η από 30-08-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 533/31-08-2017 έφεση των εναγόντων κατά των εναγομένων και β) η από 02-10-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 259/06-10-2017 έφεση του δευτέρου εναγομένου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής.

Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 140/2019 απόφασή του με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις, δεχόμενο ότι και πρωτοδίκως. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου των άνω συγγενών των κυρίως εναγόντων, ήταν ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός του ανασφάλιστου αυτοκινήτου, επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων το ποσό των 30.000 ευρώ για καθένα από τους θανόντες γονείς τους, πατέρα και μητέρα τους και συνολικά 60.000 ευρώ σε κάθε τέκνο και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 12.500 ευρώ για καθένα από τους θανόντες πεθερό και πεθερά της και συνολικά 25.000 ευρώ. . .

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως το βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ.

ΑΠ 9/2015). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό ενιαίως εκτιμώμενο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου και δη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του ΑΚ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά παράβαση ευθέως της Συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, τους επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά σε καθένα από αυτούς, τα οποία υπολείπονται κατά πολύ των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 140/2019 απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Την 14-12-2012 και περί ώρα 16.50 μ.μ., ο πρώτος εναγόμενος - πρώτος εφεσίβλητος στην υπό στοιχ.

Α' έφεση, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. …. ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν ανασφάλιστο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κινούνταν επί της επαρχιακής οδoύ Λάρισας-Φαρσάλων με κατεύθυνση προς Φάρσαλα, με συνεπιβάτη στη θέση του οδηγού, τον Η. Σ.. Στον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Κ.

Β., πατέρας του πρώτου και δεύτερου και πεθερός της τρίτης των εναγόντων - εκκαλούντων στην υπό στοιχ. Α' έφεση και εφεσίβλητων στην υπό στοιχ. Β' έφεση, οδηγώντας το με αριθμό κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης στη θέση του συνοδηγού η σύζυγος του, Σ. Β., μητέρα και αντίστοιχα πεθερά των ανωτέρω, κινείτο επί της ίδια επαρχιακής οδού με αντίθετη προς το όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, κατεύθυνση, ήτοι προς Λάρισα.

Στο 6° χλμ της ανωτέρω οδού, στο οποίο υπάρχει οριζόντια ευθεία διπλής κυκλοφορίας με πλάτος οδοστρώματος 4 μέτρων για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενη με διπλή διαχωριστική γραμμή, με επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας τα 70 χλμ/ώρα ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του με αριθμ.

κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις μπορούσε να επιδείξει, δεδομένου ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια, με ορατότητα καλή και καλοκαιρία με φυσικό φωτισμό (ημέρα), απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, παρεκκλίνοντας της πορείας του προς τα αριστερά και αφού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παρενεβλήθη στην πορεία του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Κ.

Β., κινούμενος στο προοριζόμενο για αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε σε αυτό πλαγιομετωπικά (αριστερό μετωπικό τμήμα του αυτοκινήτου του Κ. Β. και δεξιά πλευρά του συνοδηγού του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου). Η κίνηση του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας υπήρξε αιφνιδιαστική, αποκλείοντας τη δυνατότητα στον οδηγό του αντιθέτως κινούμενου αυτοκινήτου, Κ.

Β., να ενεργήσει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, ο οποίος, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι υπήρχε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις της αιφνιδιαστικής εισόδου του πρώτου εναγόμενου οδηγού, ήταν αδύνατος. Ο αιφνιδιαστικός χαρακτήρας της εισόδου του πρώτου εναγόμενου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αποδίδεται από τον ίδιο (πρώτο εναγόμενο) στην από 10-5-2013 προανακριτικώς δοθείσα κατάθεση του, ως κατηγορούμενου ενώπιον του Τ.Τ.

Λάρισας, στην οποία κατέθεσε, ότι επιχείρησε να τροχοπεδήσει επειδή είχε πλησιάσει αρκετά ένα προπορευόμενο αυτού όχημα, που κινούνταν με μικρή ταχύτητα και τότε "χωρίς να το καταλάβει", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, κατά την τροχοπέδηση το αυτοκίνητο, που οδηγούσε, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Κ.

Β.. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προέκυψε ότι η επίδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου οδηγού του με αριθμ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου ενώ από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, ότι κατά το χρόνο της επίδικης σύγκρουσης, ο οδηγός του με αριθμ.

κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου κινείτο επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, "ιππαστί" όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το δεύτερο εφεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", στον σχετικό με την υπαιτιότητα πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος λόγο έφεσης, επαναφέροντας προς κρίση την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του ανωτέρω οδηγού, κατά ποσοστό 50% ...

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του αναγνώρισε αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος στον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο, οδηγό του με αριθμ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, ο σχετικός με τα ανωτέρω λόγος της υπό στοιχεία Β' έφεσης, με τον οποίον επαναφέρεται προς κρίση ο πρωτοδίκως προβληθείς από το δεύτερο εναγόμενο και εκκαλούν ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμ.

κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε, ότι ο Κ. Β. συνεπεία της επίδικης σύγκρουσης υπέστη βαριές κακώσεις της κεφαλής και του θώρακα, όπως σημειώνεται στα συμπεράσματα της με αριθμ.

πρωτ. …./…-6-2013 ιατροδικαστικής έκθεσης του ιατροδικαστή Ι. Χ., όπως ειδικότερα αναλύεται στα ευρήματα της νεκροψίας -νεκροτομής, όπου αναφέρεται ότι μετά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων του τριχωτού της κεφαλής διαπιστώθηκε υποδόριο και υπό την επικράνιο απονεύρωση μετωπιαίο αιμάτωμα, ενώ μετά τη διάνοιξη του εγκεφαλικού κρανίου διαπιστώθηκε υπαραχνοειδής αιμορραγία του εγκεφάλου μετωπιαία.

Επιπλέον, μετά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων του λαιμού και του θώρακα και της θωρακικής κοιλότητας διαπιστώθηκαν -κατάγματα- πολλαπλών πλευρών αμφοτέρων ημιθωρακίων και σχεδόν πλήρης διατομή του ισθμού της θωρακική αορτής. Επίσης, συνεπεία της επίδικης σύγκρουσης, η Σ. Β., υπέστη ομοίως βαριές κακώσεις- της κεφαλής, του λαιμού και του θώρακα, όπως σημειώνεται στα συμπεράσματα της με αριθμ.

πρωτ. …/…-6-2013 ιατροδικαστικής έκθεσης του ανωτέρω ιατροδικαστή Ι. Χ., όπως ειδικότερα αναλύεται στα ευρήματα της νεκροψίας - νεκροτομής, όπου αναφέρεται, ότι μετά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων του τριχωτού της κεφαλής και των οστών του εγκεφαλικού κρανίου διαπιστώθηκε υποσκληρίδιο και υπαραχνοειδής αιμορραγία της βάσης του εγκεφάλου, ενώ μετά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων του λαιμού και του θώρακα και της θωρακικής κοιλότητας διαπιστώθηκε υπεξάρθρημα τη αριστερής ατλαντοϊνιακής άρθρωσης, καθώς και κατάγματα πολλαπλών πλευρών του αριστερού ημιθωρακίου και του στέρνου.

Συνέπεια των ανωτέρω βαρύτατων κακώσεων ήταν αμφότεροι οι ανωτέρω, ο οδηγός του με αριθμ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου και η Σ. Β., σύζυγος του και συνοδηγός στο ανωτέρω αυτοκίνητο, να αποβιώσουν και συνεπώς ο θάνατος τους υπήρξε αποκλειστική συνέπεια της επιδίκου σύγκρουσης, που σύμφωνα με τα προαναφερθέντα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου - εφεσίβλητου.

Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι η θανούσα Σ. Β. κατά το χρόνο της επίδικης σύγκρουσης έφερε ζώνη ασφαλείας ... Ο οδηγός του με αριθμ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Β. αποδείχθηκε, ότι δεν έκανε χρήση τη ζώνη ασφαλείας ... Η ανωτέρω όμως παράλειψη του, δεν συνετέλεσε στην επέλευση του θανατηφόρου τραυματισμού του, καθόσον η σφοδρότητα της σύγκρουσης υπήρξε τέτοια, που ακόμα και αν έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας θα επερχόταν ο βαρύτατος τραυματισμός του και η συνεπεία αυτού κατάληξη του, καθόσον αυτή (ζώνη ασφαλείας) δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει επαρκώς το σώμα του από τις αναπτυχθείσες αδρανειακές δυνάμεις, όπως ακριβώς συνέβη και με τη θανούσα συνοδηγό και σύζυγο του, η οποία αποδεδειγμένα έφερε ζώνη ασφαλείας.

Άλλωστε το μέγεθος της σύνθλιψης του εμπρόσθιου τμήματος του με αριθμ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ανωτέρω θανών και της αναδίπλωσης του καπό σχεδόν 90°, μαρτυρούν το μέγεθος των δυνάμεων που ασκήθηκαν στην καμπίνα των επιβατών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του απέρριψε τον σχετικό με την συνυπαιτιότητα των θανόντων στην επέλευση του θανατηφόρου τραυματισμού τους ισχυρισμό, λόγω μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας δεν έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς ο σχετικός με τα ανωτέρω λόγος της υπό στοιχεία Β' έφεσης, με τον οποίον επαναφέρεται προς κρίση η πρωτοδίκως προβληθείσα από το δεύτερο εναγόμενο και εκκαλούν ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" ένσταση συνυπαιτιότητας των θανόντων σε ποσοστό 80% κατά την επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού τους, λόγω μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι ο θανών Κ. Β., πατέρας του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και πεθερός της τρίτης εξ αυτών, κατά το χρόνο του επίδικου δυστυχήματος ήταν ηλικίας 65 ετών, υγιής και συνταξιούχος σωφρονιστικός υπάλληλος και η θανούσα Σ. Β., σύζυγος αυτού, μητέρα του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και πεθερά της τρίτης εξ αυτών ήταν ηλικίας 68 ετών, υγιής και απασχολούμενη με τα οικιακά.

Η δεύτερη ενάγουσα κατοικούσε κατά το χρόνο του επίδικου δυστυχήματος μαζί με τους θανόντες γονείς της στην πατρική οικία, ενώ ο πρώτος ενάγων μαζί με τη σύζυγο του τρίτη ενάγουσα, η οποία κατά το χρόνο εκείνο κυοφορούσε τα δεύτερο τέκνο τους, είχαν καθημερινή επαφή με τους θανόντες και συνακόλουθα διατηρούσαν στενές σχέσεις αγάπης φροντίδας και εν γένει αρωγής.

Συνεπεία του αιφνίδιου θανάτου των ανωτέρω, οι ενάγοντες δοκίμασαν έντονο πόνο και θλίψη, ήτοι υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Το δικαστήριο εκτιμώντας την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου - εφεσίβλητου στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, τις περιστάσεις αυτού, την επέλευση συνεπεία αυτού του αιφνίδιου θανάτου των ανωτέρω αγαπημένων προσώπων των εναγόντων και την οικονομική και κοινωνική θέση των διαδίκων, εκτός του δευτέρου εναγόμενου - εφεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" κρίνει, ότι το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που οι ενάγοντες δικαιούνται, ανέρχεται για τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων στο ποσό των 30.000 ευρώ για καθένα από τους δύο θανόντες γονείς τους και συνολικά στο ποσό των 60.000 ευρώ για τον καθένα και για την τρίτη των εναγόντων στο ποσό των 12.500 ευρώ για καθένα από τους δύο θανόντες και συνολικά στο ποσό των 25.000 ευρώ, το οποίο πρέπει οι εναγόμενοι να αναγνωρισθεί, ότι πρέπει να το καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος ...

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του αναγνώρισε την εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλλουν στους ενάγοντες τα ανωτέρω ποσά ... δεν έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνεπώς, ο σχετικός λόγος και των δύο εφέσεων, με τον οποίον οι μεν ενάγοντες προσβάλουν το σχετικό με το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης κεφάλαιο, ζητώντας την αναγνώριση της υποχρέωσης των εναγόμενων στην καταβολή εν όλω των αγωγικών ποσών, το δε εκκαλούν ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" προσβάλει το ίδιο κεφάλαιο, ζητώντας την απόρριψη ή αναλογική μείωση των αγωγικών ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σε συνέχεια και των ισχυρισμών του περί συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού στην πρόκληση του επιδίκου δυστυχήματος και συνυπαιτιότητας αμφοτέρων των θανόντων στην επέλευση του θανατηφόρου τραυματισμού τους, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ".

Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης της τρίτης αναιρεσείουσας (νύφης των θανόντων), στο ποσό των 12.500 ευρώ για καθένα από τους δύο θανόντες (πεθερό και πεθερά της αντίστοιχα) και συνολικά στο ποσό των 25.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή του ως άνω ποσού στην τρίτη αναιρεσείουσα, να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Καθορίζοντας όμως τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, του πρώτου και της δεύτερης των ήδη αναιρεσειόντων (υιού και θυγατέρας των θανόντων αντίστοιχα) στο ποσό των 30.000 ευρώ για καθένα από τους δύο θανόντες γονείς τους και συνολικά στο ποσό των 60.000 ευρώ σε καθένα από αυτούς, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε αυτό υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν ότι υπέστησαν, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, αφού τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των ποσών που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε καθένα από αυτούς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα, είναι όμως κατ' ουσία βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσειόντων.

Κατόπιν όλων αυτών και μετά την ουσιαστική απόρριψη του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά την αναιρεσείουσα αυτή και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Αντίθετα, μετά την ουσιαστική παραδοχή του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσειόντων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης καθόσον αφορά τους αναιρεσείοντες αυτούς και ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους εν λόγω αναιρεσείοντες.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης αυτών (άρθρο 495 παρ. 3 Γ' εδαφ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως ηττωμένος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ όσον αφορά τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 11-07-2019 με αριθ. εκθ. καταθ. 34/11-07-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 140/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την τρίτη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δέχεται την ως άνω αίτηση αναίρεσης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσειόντων και καθόσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 140/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το ως άνω κεφάλαιο, ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσειόντων και καθόσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

Και

Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ