Legislator Case Law & Legislation
1495/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove document distortion and lack of specific grounds.

Case Number 1495/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that recognized private ownership of forest land. The State argued the lower court distorted an administrative report, but the Court found the appeal inadmissible because it failed to specify the document's true content or submit the original evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded due to the absence of required proof and specific grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to specify the document's true content and submit the original for verification.

Keywords

AI generated
appeal admissibility document distortion evidence submission specific grounds administrative report private ownership forest land

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1495 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1495/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κοκοτό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2011 παρεμπίπτουσα, 123/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1η Απριλίου 2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 1-4-2020 (έκθ. καταθ. 13/2020, αριθ. δικ. 183/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 89/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 17-11-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 101/2014) έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 123/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 20-10-2009 (Αριθ. ΤΜ… ) αγωγή του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του β. δ/γματος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες τις εκτάσεις, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωριστεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, προς το οποίο οι ιδιοκτήτες έπρεπε, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω β.

δ/γματος, να υποβάλουν τους νόμιμους τίτλους της ιδιοκτησίας τους. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω β.δ/τος θεσπίζεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν από την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νόμιμα ότι ανήκουν σε ιδιώτες, το οποίο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί, εφόσον αποδεικνύεται η άσκηση συνεχούς αδιατάρακτης και καλόπιστης τριακονταετούς νομής από τρίτο μέχρι τις 11-9-1915.

Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου διατάγματος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), 9 παρ.1, Πανδ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο (23-2-1946), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σε αυτό πράξεων νομής, ήτοι εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, ενώ εκείνος που χρησιδέσποζε μπορούσε, κατά τις διατάξεις του ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3, πανδ. (23.3), να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον, όμως, είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 25, πανδ. (24.1), ν.27 πανδ.(18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48, πανδ. (41.3), ν.5, πανδ. (41.7), ν.3, πανδ:(41.10), ν.7 παρ.6, πανδ. (41.4),ν. 199, και πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 8/2019, ΑΠ 7/2019).

Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως, και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6-/3-7-1837, συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από τις 12-9-1915 μέχρι και τις 16-5-1926, αφετέρου δε του άρθρου 21 του ν.

δ/γματος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν. αυτού (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 10/2020, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 1995/2008, ΑΠ 1281/2002). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή στην περίπτωση του δάσους η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17-11-1836 ΒΔ/τος "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 52/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αιτωλικού Γεωργίου Ζαρμακούπη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αιτωλικού, τόμο … και αριθμό …, ο ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα με αγορά από τον αληθή κύριο αυτού Σ.

Τ. του Ν., ένα αγρό έκτασης 31.333 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της δυτικής κτηματικής περιφέρειας του ..., το οποίο εμφανίζεται στο από το μήνα Μάιο του έτους 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Μ. με αλφαβητικά στοιχεία Γ-Δ-Ε-Ε-Ζ-Η-Η-Ι-Κ-Λ-Μ-Γ και συνορεύει ανατολικά με δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ., δυτικά με δρόμο και πέραν αυτού με τάφρο, βόρεια με ιδιοκτησία Δ.

Τ. και νοτιοανατολικά με δρόμο και αύλακα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.. Στον παραπάνω πωλητή η ανωτέρω ιδιοκτησία είχε περιέλθει κατά κυριότητα δυνάμει του υπ' αριθμό ... συμβολαίου διανομής του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία, τόμο 80 και αριθμό 48 και με το οποίο ο ίδιος (πωλητής) και ο αδελφός του Δ.

Τ. του Ν. προέβησαν σε εκούσια διανομή μεγαλύτερου ακινήτου, έκτασης 62.666 τ.μ., που περιελάμβανε το ανωτέρω ανήκον στον ενάγοντα επίδικο ακίνητο και αποτελούσε το νότιο τμήμα αυτού. Με το ίδιο συμβόλαιο ο Δ. Τ. έλαβε σε ίση έκταση το βόρειο τμήμα του ανωτέρω μείζονος ακινήτου, το οποίο εμφανίζεται στο ανωτέρω προσαρτημένο στο άνω συμβόλαιο διανομής τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει ανατολικά με αύλακα και εν μέρει με αγροτικό δρόμο και εκείθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ., δυτικά με δρόμο και εκείθεν με τάφρο, βόρεια με ιδιοκτησία Α.

συζ. Ν. Π. και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. και εν μέρει με δρόμο και πέραν αυτού με τάφρο. Τον ανωτέρω μεγαλύτερης έκτασης αγρό οι αδελφοί Τ. απέκτησαν με ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από την κληρονομιά της μητέρας τους Ε. - Ε. χήρας Ν. Τ., το γένος Χ. Τ., η οποία απεβίωσε την 28-5-1981 και κατέλειπε τις από 4-1-1964 και 20-2-1978 ιδιόγραφες διαθήκες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν από το Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με τα 80 και 81/9-7-1981 πρακτικά.

Την ανωτέρω κληρονομία αποδέχθηκαν οι ανωτέρω κληρονόμοι με την ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω δημόσια βιβλία, τόμο 67 και αριθμό 450. Και το ανωτέρω μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο, ανερχομένης στα 62.666 τ.μ., αποτελούσε τμήμα αγρού μεγαλύτερης έκτασης ανερχομένης στα 125 στρέμματα και 450 τ.μ., που ανήκε κατ' αρχήν από κοινού κατά κυριότητα στην άνω Ε. - Ε.

χήρα Ν. Τ., το γένος Χρήστο Τ. σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και στους Ν. Π. και Α. συζ. Ν. Π., το γένος Νικ. Τ. στο υπόλοιπο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, κατ' επικαρπία στον πρώτο και κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη, λόγω συστάσεως προίκας υπέρ της τελευταίας με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιτωλικού Αθαν. Κολόμβου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία, τόμο 47 και αριθμό 255.

Ειδικότερα, το ανωτέρω μεγαλύτερο ακίνητο έκτασης 125 στρεμμάτων και 450 τ.μ., που βρισκόταν στην ίδια θέση με το επίδικο, η οποία ονομαζόταν και "..." του …, συνόρευε ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Τ. και κληρονόμων Δ. Τ., δυτικά με ...), βόρεια με ... και ... Κ. και νότια με ιδιοκτησία Α. Φ. και ελαιώνα και αγρούς Θ.. Το ανωτέρω ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω μεγαλύτερου αγρού απέκτησε η Ε. - Ε.

χήρα Ν. Τ., το γένος Χ. Τ. από την κληρονομία του πατέρα της Χ. Τ., που απεβίωσε κατά το έτος 1909. Ωστόσο, οι ανωτέρω συνιδιοκτήτες του παραπάνω μείζονος ακινήτου, με το ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ανωτέρω βιβλία, τόμο 47 και αριθμό 429, προέβησαν σε εκούσια διανομή, που επιτράπηκε με την 467/1954 απόφαση του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με αποτέλεσμα η Ε. - Ε.

χήρα Ν. Τ., να λάβει κατά πλήρη και ανεξάρτητη κυριότητα τμήμα του άνω μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί στο ανωτέρω ποσοστό της εξ αδιαιρέτου κυριότητάς της, ήτοι εδαφικό τμήμα 83 στρεμμάτων και 450 τ.μ., το οποίο σύμφωνα με την περιεχόμενη στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα καταμέτρηση, είναι ίσο με την έκταση των 62.666 τ.μ., στην οποία ανήκει και το επίδικο ακίνητο.

Ο Χ. Τ., πατέρας της Ε. - Ε. χήρας Ν. Τ., είχε αποκτήσει ολόκληρο το μείζον ακίνητο έκτασης κατά την άνω νέα καταμέτρηση 62.666 τ.μ., με το ... συμβόλαιο διανομής του ασκούντος καθήκοντα συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκη Αιτωλικού Ιωάννη Κομπιώτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία, τόμο 19 και αριθμό 278, ενώ κατείχε και νεμόταν τούτο συνεχώς, αδιάκοπα και χωρίς αμφισβητήσεις από τρίτους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι ασκώντας σ' αυτό με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων και διάνοια κυρίου πράξεις νομής, ήτοι περιφράσσοντας και φυλάσσοντας αυτό, εκμισθώνοντας τούτο σε κτηνοτρόφους, στους οποίους επέτρεπε να κατασκευάζουν πρόχειρες σταυλικές εγκαταστάσεις, καλλιεργώντας τις καλλιεργούμενες εκτάσεις του και γενικώς ενεργούσε σ' αυτό κάθε διακατοχική πράξη, με την οποία εκδήλωνε το δικαίωμα κυριότητάς του σ' αυτό, επί εικοσαετία τουλάχιστον πριν από το έτος 1883, ήτοι από το έτος 1863, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι μέχρι το χρόνο του θανάτου του κατά το έτος 1909, είχε ήδη συμπληρώσει χρόνο 46 ετών νομής και ...

αυτού, με τα ανωτέρω προσόντα. Τις ίδιες πράξεις νομής και ... και εν γένει εξουσίασης του επιδίκου άσκησαν και οι λοιποί δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, από το χρόνο απόκτησης αυτού έως τη διαδοχική μεταβίβασή του, ο δε ενάγων με τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται στο σύνολό του ότι είναι καλλιεργούμενος αγρός κατά την προαναφερόμενη από 1-2-2012 έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας …, ενώ κατά το έτος 1945 εμφάνιζε μορφή υγρότοπου, δηλαδή μίξη από υδάτινες επιφάνειες πάρα πολύ μικρού βάθους, οι οποίες μεταβάλλουν την έκταση και το βάθος τους για όλη τη διάρκεια του έτους και από έδαφος με πολύ μικρό υψόμετρο (30-50 εκ.μ.), πάνω στις οποίες φύονται με πυκνό σύνδεσμο υδροχαρή φυτά σύμφωνα με το 466/2009 έγγραφο της Δ/νσης Δασών ….

Επομένως, και ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί αυτού απέκτησαν το ένδικο ακίνητο κατά κυριότητα και με παράγωγο τρόπο, ήτοι μεταβίβαση από κύριο με νόμιμο τίτλο και μεταγραφή, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, εφόσον τον απαιτούμενο για την τελευταία χρόνο των 30 ετών, είχε αποκτήσει ο απώτατος δικαιοπάροχός τους, πριν την 11-9-1915, δηλαδή το αργότερο κατά το έτος 1893 με συνεχή και αδιάκοπη εξουσίαση του επίδικου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Ωστόσο, κατά τη διαδικασία της καταχώρησης των πρώτων εγγραφών και της κτηματογράφησης της περιοχής, που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, το Κτηματολογικό Γραφείο … του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (ΟΚΧΕ) καταχώρησε λανθασμένα ως πρώτη εγγραφή ότι το ανωτέρω επίδικο ακίνητο, την έκταση του οποίου λανθασμένα επίσης καθόρισε στα 28.769 τ.μ., η οποία έλαβε ΚΑΕΚ 01021006001/0/0, ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς όμως η ανωτέρω πρώτη εγγραφή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το ακίνητο αυτό κατά την ανωτέρω έκτασή του ανερχόμενη στα 31.333 τ.μ.

ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα, όπως αποφαίνεται και η ανωτέρω έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας …, που δέχεται, μετά από ενδελεχή έρευνα που ενήργησε ο συντάκτης της, ότι "το επίδικο ακίνητο έκτασης 31.333 τ.μ., που κατέχεται και νέμεται από τον Ι. Κ., κάτοικο ..., δεν ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο με παράγωγο τρόπο, καθόσον τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ήταν ικανά να προσπορίσουν στον αναιρεσίβλητο την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και δη με συνεχή σειρά μεταβιβαστικών τίτλων, νομίμως μεταγεγραμμένων, από το έτος 1995 μέχρι το έτος 1883, οπότε απέκτησε το εμπεριέχον το επίδικο μείζον ακίνητο ο απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου, Χ.

Τ. με το νόμιμα μεταγεγραμμένο ... συμβόλαιο διανομής του ασκούντος χρέη συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκη Αιτωλικού Ιωάννη Κομπιώτου, ο οποίος είχε καταστεί κύριος και με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς το ακίνητο με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαταράκτως και χωρίς αμφισβητήσεις από τρίτους και δη από το Ελληνικό Δημόσιο, με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, από το έτος 1863 μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 1909, ήτοι επί 30 έτη πριν από τις 11-9-1915 και την ίδια καλόπιστη, συνεχή και αδιατάρακτη νομή με διάνοια κυρίου άσκησαν στη συνέχεια και οι λοιποί απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου, από το χρόνο που το απέκτησε ο καθένας μέχρι τη διαδοχική μεταβίβασή του και συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος, που απέκτησε το επίδικο με το προαναφερόμενο, νόμιμα μεταγεγραμμένο ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιτωλικού Γεωργίου Ζαρμακούπη έγινε κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο. Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, πλήττει την από παράγωγο τρόπο απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, σε περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές ή πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 6/2020, ΑΠ 383/2017, ΑΠ 144/2016).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την κρίση για την κτήση της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Ο λόγος αυτός κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη είναι απαράδεκτος αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και δη της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο παραγώγως, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο ...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με τον πρώτο δε λόγο της αναίρεσης επλήγη ανεπιτυχώς η αφορώσα τον παράγωγο τρόπο αποκτήσεως κυριότητας αιτιολογία, με επακόλουθο ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος που πλήττει την άλλη (από τον πρωτότυπο τρόπο) αιτιολογία να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση επάλληλη αιτιολογία, ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.

Επίσης, για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ή αναπόδεικτος) (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1414/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 1-2-2012 έκθεσης διοικητικής έρευνας ιδιοκτησιακού και νομικού καθεστώτος ως προς την κρίση ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, αλλά παρατίθενται μόνο αποσπάσματα αυτού, είναι αβάσιμος καθόσον το αναιρεσείον, παρά την σχετική υποχρέωσή του, δεν έχει προσκομίσει το συγκεκριμένο έγγραφο, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενό του και να διαπιστωθεί, εάν υπήρξε πράγματι η επικαλούμενη παραμόρφωσή του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-4-2020 (έκθ. κατάθ. 13/2020, αριθ. δικ. 183/2021) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 89/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ