Legislator Case Law & Legislation
1492/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling court costs allocation is a substantive trial matter not reviewable on appeal.

Case Number 1492/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding court costs allocation. The appellant argued that the First Instance Court erred in assigning specific cost amounts to each party without considering the difficulty of interpreting the law. The court held that determining the allocation of litigation costs is a matter of substantive law and the primary discretion of the trial court, which cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 178, 179 of the Code of Civil Procedure; The allocation of court costs based on the principle of losing party pays is a substantive matter within the exclusive jurisdiction of the trial court and is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
litigation costs allocation principle of losing party pays appellate review limitation substantive law discretion court of first instance jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 178, 179 of the Code of Civil Procedure
Article 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1492 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1492/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σ. Β. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Β. και 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 710/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3622/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-8-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-8-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6151/741/31-8-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3622/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).

Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.

δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999: "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών....". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.

Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Kατά το άρθρο 26 παρ. 5 περ. α' και β' του ιδίου νόμου: " 5. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ` εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα. β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 παρ. 4 του ίδιου νόμου: " 4. ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν".

Και τέλος, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του εν λόγω νόμου: "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3622/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Στις 27.10.2017 περί ώρα 20.20' ο εκκαλών- εφεσίβλητος-ενάγων, Α.

Π., 49 ετών, οδηγούσε, φορώντας προστατευτικό κράνος, την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέττα, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας -εφεσίβλητης Α. Κ., εργοστασίου κατασκευής YAMAHA ..., κινούμενος στην Ε.Ο. ... στο ..., η οποία στο 3,400 χλμ. είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πορεία προς ....

Στην ίδια χλμ/κή θέση το πλάτος του οδοστρώματος είναι 7,35μ, και στην πορεία του ενάγοντος υπάρχει έρεισμα 1 μέτρου χωρίς οριοθετημένο πεζοδρόμιο και ρείθρο. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διακεκομμένη γραμμή στο οδόστρωμα. Επικρατούσε νύχτα χωρίς τεχνητό φωτισμό. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Β.

Α., 72 ετών, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, ... ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα-εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ευρισκόμενος σε χώρο στάθμευσης καταστήματος "...", δεξιά ως προς την πορεία της μοτοσυκλέτας, προτιθέμενος να εξέλθει στην οδό και να κινηθεί αριστερά στο ρεύμα προς ..., εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος και σε μικρή απόσταση από αυτόν, περί τα 10 μέτρα, αιφνιδιαστικά για τον τελευταίο.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο ενάγων οδηγός, να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, αφού δεξιά υπήρχαν τα κιγκλιδώματα γέφυρας, χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση των οχημάτων, που έγινε λίγα εκατοστά πλησίον της διαχωριστικής των ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή και στο ρεύμα προς ... στο ύψος του καταστήματος, από το οποίο εξήλθε το αυτοκίνητο, χωρίς ο οδηγός του να έχει διανύσει προηγουμένως κάποια απόσταση εντός του ρεύματος προς ..., όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η ασφαλιστική του εταιρία.

Το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας επέπεσε στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα τα οχήματα να εκτραπούν καθέτως στο οδόστρωμα στο ασφάλτινο πλάτωμα του ρεύματος προς ... και να προκληθούν εκτεταμένες ζημίες στη μοτοσυκλέτα, καθώς σύρθηκε κάτω από ... αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της εκτροπής, καθώς και σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος οδηγού της, ο οποίος βρέθηκε περί τα 18 μέτρα από το σημείο ακινητοποίησης των οχημάτων.

Αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα και τις συνέπειες αυτού είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη εταιρία αυτοκινήτου, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και, προτιθέμενος να εισέλθει στην Ε.Ο. από το χώρο στάθμευσης του καταστήματος και να στρίψει αριστερά στο ρεύμα προς ..., δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και εισήλθε στην Ε.Ο., αν και είχε δει, όπως και ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά, τα φώτα της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος, που εκινείτο νόμιμα και πλησίαζε σε κοντινή απόσταση και όχι στα 500 μέτρα, όπως κατέθεσε, και χωρίς να παραχωρήσει, όπως όφειλε, προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο στην Ε.Ο.

και ιδίως στο όχημα του παθόντος (άρθ. 12παρ.1, 19παρ.1, 26παρ.5 περ. α και β Κ.Ο.Κ.), προχώρησε στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, ο οδηγός της οποίας αναγκάστηκε να επιχειρήσει ορθά αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να καταστεί εφικτό να αποφύγει τη σύγκρουση, καθώς το αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του φθάνοντας μέχρι τη διαχωριστική γραμμή, όπου έγινε και η σύγκρουση (εκεί τα θραύσματα και λάδια που ανευρέθησαν) στο ύψος του καταστήματος, από το οποίο ο υπαίτιος οδηγός ξεκίνησε (βλ.

και σχεδιάγραμμα αστυνομικών οργάνων Τροχαίας ...). Τα ευρήματα στο σημείο αυτό διαψεύδουν τον ισχυρισμό προανακριτικά του Β. Α., ότι είχε ήδη διανύσει 40-50 μέτρα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... πριν τη σύγκρουση, ισχυρισμό που υιοθέτησε και η εναγομένη. Το γεγονός ότι ήταν νύχτα χωρίς τεχνητό φωτισμό, έπρεπε να καταστήσει ακόμα πιο προσεκτικό τον οδηγό του αυτοκινήτου πριν την είσοδο του στην Ε.Ο και να μην εκθέσει σε κίνδυνο την κυκλοφορία των οχημάτων και των χρηστών της οδού, ώστε να προκαλέσει σε αυτούς τρόμο ή ανησυχία, καθώς είχε υποχρέωση να αποφεύγει τέτοια συμπεριφορά (άρθ. 12παρ. 1 Κ.Ο.Κ.).

Στον τελευταίο αν ευρέθη επίσης οινόπνευμα κατά ποσοστό 0,1 5 mg/1 εκπνεόμενου αέρα χωρίς να αποδεικνύεται επίδραση στην οδήγηση. Υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκε. Ο τελευταίος εκινείτο κανονικά και εντός του ορίου ταχύτητας των 50χλμ/ώρα στο ρεύμα πορείας του, δεν μπορούσε δε να προβλέψει ως πιθανή την αιφνιδιαστική κίνηση του οδηγού του αυτοκινήτου, από δεξιά του, όταν δε αντελήφθη αυτή, σε μικρή απόσταση, χωρίς να έχει χρόνο να τροχοπεδήσει, προσπάθησε με ελιγμό προς τα αριστερά να αποφύγει τη σύγκρουση χωρίς αποτέλεσμα.

Πέραν αυτών, άλλωστε, οποιαδήποτε ταχύτητα και να είχε ο ενάγων οδηγός της μοτοσυκλέτας, εφόσον ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε αντιληφθεί ότι υπάρχει όχημα που πλησιάζει στο ρεύμα που επρόκειτο να εισέλθει, με ταχύτητα την οποία δεν ήταν δυνατό να προσδιορίσει μέσα στη νύχτα, εάν είχε αναμείνει τη διέλευσή του, όπως όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός, δεν επρόκειτο να συμβεί κανένα ατύχημα.

Επομένως, η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθ. 300 Α.Κ.), που υποβλήθηκε από την εναγομένη πρωτοδίκως και επαναφέρεται με την έφεσή της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση της εναγομένης εταιρίας είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ο πρώτος ενάγων μετά το ατύχημα διακομίσθηκε στο ... "...", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κατάγματα με συμμετοχή πολλαπλών περιοχών και των δύο άνω άκρων, κάταγμα της διάφυσης του μηριαίου οστού, κάταγμα άνω πέρατος αριστερού μηριαίου οστού και κάταγμα δεξιάς κνήμης.

Υποβλήθηκε σε εξωτερικές οστεοσυνθέσεις των μηρών και υβριδιακή εσωτερική οστεοσύνθεση της κνήμης με πλάκα- βίδες. Νοσηλεύθηκε μέχρι 10.11.2017, οπότε εξήλθε με οδηγίες για ανάρροπη θέση των άκρων, αποφυγή φόρτισης, κινησιοθεραπεία και αντιπηκτική αγωγή. Επίσης με σύσταση η κίνηση να γίνεται με αμαξίδιο, ενώ προβλεπόμενος χρόνος αποκατάστασης ήταν 6-7 μήνες.

Στις 27.12.2017 εισήχθη εκ νέου στο νοσοκομείο λόγω θραύσης της πλάκας του αριστερού μηρού και με συμπτώματα πάρεσης του περονιαίου νεύρου. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αναθεώρησης της οστεοσύνθεσης και τοποθέτησης μοσχευμάτων. Στη διάρκεια του χειρουργείου ελήφθησαν καλλιέργειες που αποδείχθηκαν θετικές για εντερόκοκκο και έλαβε αντιβιοτική αγωγή.

Εξήλθε στις 22.1.2018 με οδηγίες για χρήση αντιθρομβωτικών καλτσών, αντιπηκτική αγωγή, κινησιοθεραπεία. Σύμφωνα και με το από 31.1.2018 πιστοποιητικό του θεράποντος ιατρού Α. Παναγόπουλου, ο ασθενής χρήζει βοήθειας από τρίτο πρόσωπο λόγω οδηγιών αποφυγής φόρτισης για 2 μήνες και επανεξέτασης, βελτιωμένης διατροφής σε πρωτεΐνες και ασβέστιο και εντατικής φυσικοθεραπείας, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο νέων χειρουργικών επεμβάσεων.

Στις 8.2.2018 υποβλήθηκε από νευρολόγο σε νευροφυσιολογικό έλεγχο, που ανέδειξε βαριά αξονότμηση ή νευρότμηση του περονιαίου νεύρου αριστερά και συνυπάρχουσα εκφύλιση του κνημιαίου νεύρου δεξιά προφανώς λόγω της κάκωσης του άκρου. Στις 10.4.2018 εξετάσθηκε στα ...", όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσίασε ατροφική ψευδάρθρωση στο χειρουργηθέν κάταγμα δεξιάς κνήμης για την οποία χρήζει νέας επέμβασης.

Λόγω αυτού και της πάρεσης περονιαίου νεύρου κρίθηκε ότι αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί, χρειάζεται αναρρωτική άδεια 6 μηνών και βοήθεια από τρίτο πρόσωπο. Στις 23.4.2018 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση λόγω ψευδάρθρωσης δεξιάς κνήμης και παρέμενε νοσηλευόμενος, όπως και κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και μέχρι 15.5.2018.

Στις 28.8.2018, λόγω μη ικανοποιητικής πώρωσης του κατάγματος της κνήμης υποβλήθηκε σε αφαίρεση βίδας από τον ήλο, ενώ το Νοέμβριο 2018 υποβλήθηκε σε αφαίρεση του ενδομυελικού ήλου της κνήμης. Ο νευροφυσιολογικός έλεγχος, στον οποίο υποβλήθηκε από νευρολόγο στις 5.9.2018 και επανελήφθη στις 8.10.2019, κατέδειξε αξονική εκφύλιση του περονιαίου νεύρου αριστερά και του οπίσθιου κνημιαίου νεύρου δεξιά.

Δεν έχει γίνει πώρωση των καταγμάτων στην κνήμη και στον αριστερό μηρό και παρουσιάζει μυϊκή αδυναμία και μετατραυματική αρθρίτιδα. Ο παθών και το Νοέμβριο 2019 βαδίζει με δυσκολία και χωλότητα με βοήθεια άλλου προσώπου με μερική φόρτιση του δεξιού σκέλους, ενώ υπάρχει ιπποποδία αριστερά. Παρουσιάζει επίσης δύσμορφες ουλές που χρήζουν επεμβάσεων από πλαστικό χειρουργό.

Εξαιτίας των σωματικών βλαβών του κρίθηκε και κατέστη ανίκανος προς εργασία μέχρι την άσκηση της αγωγής, χωρίς να έχει αποκατασταθεί η υγεία του, ενώ δεν μπορεί να επανέλθει σε πλήρη και ελεύθερη βάδιση κυρίως λόγω της πάρεσης του περονιαίου νεύρου, της ψευδάρθρωσης κνήμης και της μετατραυματικής αρθρίτιδας.

Εξαιτίας του είδους των σωματικών βλαβών και των συνεπειών αυτών ο ενάγων παρουσιάζει αιμωδίες στα κάτω άκρα, αλλά και διαταραχή της ψυχικής του υγείας, εφόσον δεν μπορεί να εργασθεί και να λειτουργήσει όπως πριν το ατύχημα, καθώς μέχρι τότε ήταν απόλυτα υγιής. Ακόμα και ο ιατρός ορθοπεδικός Σ. Ζ., που εξέτασε τον παθόντα με εντολή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας στις 14.12.2017, διαπίστωσε την ως άνω κατάσταση του ενάγοντος και στην από 14.12.2017 έκθεσή του κάνει λόγο για πιθανότητα μόνιμης αναπηρίας, αδυναμία βάδισης για τους επόμενους 6 μήνες και ότι πρόκειται για βαριά κάκωση αμφοτέρων των κάτω άκρων, που χρήζει εντατικής κινησιοθεραπείας και φυσικοθεραπείας με αβέβαιο ωστόσο το τελικό κλινικό αποτέλεσμα.

Το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, που υποβλήθηκε από την εναγομένη, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο για το επίδικο χρονικό διάστημα, εφόσον τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, και ιδίως ιατρικά πιστοποιητικά δημοσίων νοσοκομείων, κρίνονται επαρκή για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης από το Δικαστήριο.

Λόγω του τραυματισμού του και του είδους των σωματικών βλαβών που υπέστη από το ατύχημα, ο ενάγων υπέστη τις ακόλουθες ζημίες: Α) Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του επί 40 ημέρες συνολικά στο νοσοκομείο, είχε την ανάγκη των υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου για πρόσθετη φροντίδα, που δεν μπορούσε να καλυφθεί από το νοσηλευτικό προσωπικό.

Για την κάλυψη των αναγκών αυτών αναγκάσθηκε να απευθυνθεί στη σύζυγό του και στον εξάδελφό του (η μητέρα του, την οποία επίσης επικαλείται, ήταν 83 ετών και αδυνατούσε να παράσχει την αναγκαία φροντίδα), οι οποίοι, εναλλασσόμενοι και διαδοχικά, του προσέφεραν τις υπηρεσίες, αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδα τους, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα με υπερένταση των προσπαθειών τους και σε βάρος άλλων απασχολήσεών τους, χωρίς να έχουν γνώσεις ειδικευμένης νοσηλεύτριας, ώστε ο παθών να εξοικονομήσει με τον τρόπο αυτό τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν αν προσελάμβανε τρίτο πρόσωπο με αμοιβή για αντίστοιχες υπηρεσίες, που βαρύνει, όμως, τον υπαίτιο προς αποζημίωση.

Η αναγκαία δαπάνη για την πρόσληψη άλλου προσώπου προς παροχή των ανάλογων υπηρεσιών στον ενάγοντα ανέρχεται, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει της συνήθους στον κρίσιμο χρόνο αμοιβής για παρόμοιες υπηρεσίες, σε 40 ευρώ ημερησίως και συνολικά σε 1600 (40 χ 40 ημέρες) ευρώ. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο στις 10.11.2017, μέχρι τη νέα νοσηλεία του από 27.12.2017 και από 23.1.2018, που εξήλθε από το νοσοκομείο, μέχρι τον αιτούμενο με την αγωγή χρόνο της 6.2.2018, για συνολικό διάστημα 2 μηνών, ο ενάγων χρειαζόταν επίσης τη συνδρομή τρίτου προσώπου για τη φροντίδα του, σύμφωνα και με τις συστάσεις των ιατρών του, στις καθημερινές βιοτικές ανάγκες του, όπως η καθαριότητα, διατροφή και μετακινήσεις με αμαξίδιο, καθώς ήταν ανίκανος να αυτοεξυπηρετηθεί.

Τις υπηρεσίες αυτές του παρείχαν τα ίδια ως άνω πρόσωπα που εναλλασσόμενα και διαδοχικά, του προσέφεραν τις υπηρεσίες, αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδα τους, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα με υπερένταση των προσπαθειών τους και σε βάρος άλλων απασχολήσεών τους (ιδιαίτερα η σύζυγος του παρείχε τις υπηρεσίες αυτές επιπλέον αυτών που όφειλε στα πλαίσια της αμοιβαίας, μεταξύ συζύγων, υποχρέωσης αλληλοβοήθειας κατ' άρθ. 1389, 1390 Α.Κ.), ώστε ο παθών να εξοικονομήσει με τον τρόπο αυτό τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν αν προσελάμβανε τρίτο πρόσωπο με αμοιβή για αντίστοιχες υπηρεσίες, που βαρύνει, όμως, τον υπαίτιο προς αποζημίωση.

Η αναγκαία δαπάνη για την πρόσληψη άλλου προσώπου προς παροχή των άνω υπηρεσιών στον ενάγοντα ανέρχεται, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει της συνήθους στον κρίσιμο χρόνο αμοιβής για παρόμοιες υπηρεσίες, σε 1000 ευρώ μηνιαίως και για το απαιτούμενο διάστημα των δύο μηνών σε 2000 ευρώ. Συνολικά η ζημία του από την αιτία αυτή ανήλθε σε 3.600 (1600+2000) ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε μεγαλύτερο ποσό για τις δαπάνες νοσοκόμου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε με την έφεση της η εναγομένη. Επιδικάζοντας, όμως, το ίδιο ποσό για δαπάνες αμοιβής τρίτου προσώπου για τη φροντίδα του κατά την ανάρρωση στην οικία του, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η εναγομένη με την έφεση.

Β) Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι, λόγω της φύσεως και του είδους του τραυματισμού του, ο ενάγων είχε ανάγκη, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, βελτιωμένης διατροφής, για την ενδυνάμωση του οργανισμού του και ταχεία επούλωση των τραυμάτων του και πώρωση των καταγμάτων του, για αναγκαίο χρονικό διάστημα δύο μηνών, δαπανώντας κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, επιπλέον από τις συνήθεις δαπάνες διατροφής του, το ποσό των 1 0 ευρώ ημερησίως, δηλαδή συνολικά το ποσό των 600 (10 ευρώ χ 60 ημέρες) ευρώ για την αιτία αυτή.

Η ως άνω δαπάνη με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει του είδους και της βαρύτητας του τραυματισμού του ενάγοντος κρίνεται δικαιολογημένη και ως προς την αναγκαιότητά της και ως προς το ανωτέρω ύψος της, είχε άλλωστε συσταθεί και από τον θεράποντα ιατρό του ενάγοντος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε το ίδιο ποσό, δεν έσφαλε στην κρίση του παρά τα αντίθετα αβάσιμα υποστηριζόμενα στην έφεση της εναγομένης.

Η επικαλούμενη στην αγωγή δαπάνη του ενάγοντος σχετικά με τη διατροφή των συγγενών του που τον επισκέπτονταν κατά τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο Πατρών, όπου νοσηλευόταν, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Δεν αποδείχθηκε το ύψος της δαπάνης, ούτε αν καταβλήθηκε από τον ίδιο για τους συγγενείς του, ως προς τους οποίους η ζημία είναι έμμεση και δεν αποκαθίσταται (Α.Π. 89/2017 ΝΟΜΟΣ).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε αποζημίωση στον ενάγοντα για την αιτία αυτή, έσφαλε στην κρίση του, σύμφωνα με βάσιμο λόγο έφεσης της εναγομένης. Για τον ίδιο λόγο και οι δαπάνες μετακίνησης των συγγενών ορθώς κατ' αποτέλεσμα απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκαν, παρά τα αντίθετα αβάσιμα υποστηριζόμενα στην έφεση του ενάγοντος.

Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι από την πτώση του ενάγοντος στο οδόστρωμα μετά το ατύχημα και από τις σωματικές βλάβες του (βρέθηκε αίμα του ενάγοντος στο οδόστρωμα στο σημείο που ο ίδιος ανευρέθη) καταστράφηκαν το παντελόνι του, LEVIS, τα παπούτσια του, ADIDAS, η μπλούζα του, NIKE, και το μπουφάν του, μάρκας THE NORTH FACE, αξίας κατά το χρόνο του ατυχήματος, 30 ευρώ, 50 ευρώ, 20 ευρώ και 100 ευρώ αντιστοίχως.

Συνολικά η ζημία του από την αιτία αυτή ανέρχεται σε 200 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη επιδίκασε το ίδιο ποσό, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη στην έφεσή της. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν δεύτερος μηχανικός (μηχανοδηγός) σε πλοίο (ferry-boat) της εταιρίας "...." στο πορθμείο ..., εξαιτίας του τραυματισμού του υπέστη ηθική βλάβη.

Ενόψει των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, της έκτασης και του είδους των συνεπειών αυτού, του βαθμού υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ζημιογόνου οχήματος, του είδους και της έκτασης των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη κατά τη διάρκεια της θεραπείας του, των επιπτώσεων των τραυματισμών του στη σωματική και ψυχική υγεία του, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος, ενώ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να επιδικαστεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στον ενάγοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 80.000 ευρώ κατά μερική παραδοχή του αιτούμενου κατά τρόπο ορισμένο σχετικού κονδυλίου, πλέον του ποσού των 10 ευρώ, το οποίο ο ενάγων επιφυλάχθηκε να αναζητήσει ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη επιδίκασε μικρότερο ποσό, έσφαλε στην κρίση του σύμφωνα με βάσιμο λόγο έφεσης του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μοτοσυκλέτα της δεύτερης ενάγουσας, εργοστασίου YAMAHA, μοντέλο ... κ.εκ., πρώτης κυκλοφορίας 20.4.2001, υπέστη εκτεταμένες φθορές και βλάβες από το ατύχημα στο σύνολο της (βλ.

και έκθεση αυτοψίας). Το κόστος επισκευής της θα ανέλθει για εργασίες επισκευής και ανταλλακτικά, σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Ζ., σε 2249,53 ευρώ. Θα ξεπεράσει το ποσό αυτό την προ του ατυχήματος εμπορική αξία της, η οποία ανέρχεται, ενόψει της μέχρι τότε κατάστασης της, σε 1950 ευρώ και, επομένως, λαμβανομένης υπόψη και της μετά την επισκευή μειώσεως της αξίας της, κρίνεται ασύμφορη από οικονομική άποψη.

Υπό τα δεδομένα αυτά η μοτοσυκλέτα έχει υποστεί ολοσχερή καταστροφή με την οικονομοτεχνική έννοια του όρου. Η ζημία που πρέπει να αποκατασταθεί ανέρχεται στο ως άνω ποσό της αξίας της μοτοσυκλέτας κατά το χρόνο του ατυχήματος αφαιρούμενης της αξίας των υπολειμμάτων, που παραμένουν ως όφελος στην ενάγουσα, ύψους 150 ευρώ, σύμφωνα με εν μέρει βάσιμη ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, που προβλήθηκε από την εναγομένη πρωτοδίκως και επαναφέρεται με την έφεσή της.

Το ποσό, επομένως, που πρέπει να επιδικασθεί ως αποζημίωση για την αιτία αυτή είναι 1800 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίους, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, παρά τα αντίθετα αβάσιμα υποστηριζόμενα από την εναγομένη με την έφεσή της. Επιπλέον, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα, εξαιτίας του ατυχήματος και των υλικών ζημιών της μοτοσυκλέτας της, υπέστη ηθική βλάβη.

Ενόψει των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, της έκτασης και του είδους των συνεπειών αυτού, του βαθμού υπαιτιότητας (αμέλειας) του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, της στενοχώριας της ενάγουσας από την καταστροφή της μοτοσυκλέτας της και της στέρησης της χρήσης της, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης της ενάγουσας, ενώ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να της επιδικαστεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 250 ευρώ κατά μερική παραδοχή του αιτούμενου κατά τρόπο ορισμένο σχετικού κονδυλίου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε το ίδιο ποσό, δεν έσφαλε στην κρίση του παρά τα αντίθετα αβάσιμα υποστηριζόμενα στην έφεση της εναγομένης. Τα ως άνω ποσά που επιδικάζονται στους ενάγοντες, οφείλονται με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της βάσιμα αιτηθείσας από την εναγομένη εξαίρεσης του άρθρου 346 εδ.

δ' και ε' Α.Κ. ως προς τον τόκο επιδικίας, ενόψει του ότι η τελευταία ευλόγως αντιδικεί στις αγωγικές απαιτήσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε το σχετικό αίτημα μόνο ως προς το κονδύλιο της ηθικής βλάβης, έσφαλε στην κρίση του σύμφωνα με βάσιμο λόγο έφεσης της εναγομένης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνουν δεκτές οι εφέσεις ως κατ' ουσίαν βάσιμες, [..] και να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα επιδικασθέντα ποσά, στο σύνολό της, όμως, και ως προς το μη ανατρεπόμενο μέρος, για την ενότητα της εκτέλεσης [...].

Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί εκ νέου η από 6.2.2018 (αρ. κατ. 11344/593/2018) αγωγή, πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα συνολικό ποσό 44.400 (3600+600+200+40.000) ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα συνολικό ποσό 2.050 (1800+250) ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα 40.000 ευρώ και όλα τα άνω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Πρέπει, επίσης, να επιβληθεί εις βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας, κατανεμομένης ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων μερών". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, αντίστοιχα, και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 710/2019 πρωτόδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία είχε κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 06-2-2018 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων], δίκασε εκ νέου την ως άνω αγωγή, δέχθηκε ομοίως, όπως προεκτέθηκε, αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και ακολούθως, αφού δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, επιδίκασε τα ανωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους, για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ. και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 26 παρ. 5 περ. α' και β' του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και δη το μεν ότι η πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως των οχημάτων οφείλεται αποκλειστικά στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγητική συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και, προτιθέμενος να εισέλθει στην άνω Ε.Ο.

από το χώρο στάθμευσης καταστήματος και να στρίψει αριστερά στο ρεύμα προς ..., δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και εισήλθε στην Ε.Ο., αν και είχε δει τα φώτα της μοτοσυκλέτας του πρώτου αναιρεσίβλητου, που κινείτο νόμιμα και πλησίαζε σε κοντινή απόσταση και χωρίς να παραχωρήσει, όπως όφειλε, προτεραιότητα στο όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου που κινείτο στην Ε.Ο., προχώρησε στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οδηγός της οποίας, αναγκάστηκε να επιχειρήσει ορθά αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να καταστεί εφικτό να αποφύγει τη σύγκρουση, καθώς το αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του φθάνοντας μέχρι τη διαχωριστική γραμμή, όπου έγινε η σύγκρουση, το δε ότι, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος κινείτο κανονικά και εντός του ορίου ταχύτητας των 50χλμ/ώρα στο ρεύμα πορείας του και δεν μπορούσε να προβλέψει ως πιθανή την αιφνιδιαστική κίνηση του οδηγού του αυτοκινήτου, από δεξιά του, όταν δε αντελήφθη αυτή, σε μικρή απόσταση, χωρίς να έχει χρόνο να τροχοπεδήσει, προσπάθησε με ελιγμό προς τα αριστερά να αποφύγει τη σύγκρουση χωρίς αποτέλεσμα, αφού ο οδηγός του αυτοκινήτου συνέχισε την πορεία του φθάνοντας μέχρι τη διαχωριστική γραμμή, όπου έγινε η σύγκρουση, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και περί ελλείψεως συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου, ενώ περαιτέρω ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 του Α.Κ.

και 19 παρ. 2 και 3, 16 παρ. 4 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την παραδοχή της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου, που προέβαλε η αναιρεσείουσα και επιχείρησε να θεμελιώσει στις διατάξεις αυτές.

Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων, της οδηγητικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του οδηγού αυτού και της συγκρούσεως που επακολούθησε, καθώς και της ελλείψεως συνυπαιτιότητας από πλευράς του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, όπως και εκείνων ανωτέρω που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, 2) αναφέρεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε, φορώντας προστατευτικό κράνος, την υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κινούμενος στην Ε.Ο. ... στο ..., με πορεία προς ..., καθώς και ότι κινείτο κανονικά και εντός του ορίου ταχύτητας των 50χλμ/ώρα στο ρεύμα πορείας του, 3) περιγράφεται επίσης η πορεία και η κατεύθυνση του οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και ειδικότερα ότι αυτός οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο, ευρισκόμενος σε χώρο στάθμευσης του καταστήματος "...", δεξιά ως προς την πορεία της μοτοσυκλέτας, προτιθέμενος να εξέλθει στην εθνική οδό και να κινηθεί αριστερά στο ρεύμα προς ..., εισήλθε στην άνω Ε.Ο. στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας του πρώτου αναιρεσίβλητου, 4) αναλύεται η οδηγητική συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου και ειδικότερα ότι αυτός, κινούμενος από τον άνω χώρο στάθμευσης, εισήλθε στην Ε.Ο.

και στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας του πρώτου αναιρεσίβλητου, ενώ ο τελευταίος βρισκόταν σε μικρή απόσταση από αυτόν, περί τα 10 μέτρα, αιφνιδιαστικά για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, τον οποίο είχε αντιληφθεί και παρ' όλα αυτά συνέχισε την πορεία του φθάνοντας μέχρι τη διαχωριστική γραμμή, όπου έγινε η σύγκρουση, 5) αναφέρονται οι κινήσεις, που ενήργησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση και ειδικότερα ότι αυτός όταν αντελήφθη την κίνηση του αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του σε μικρή απόσταση, χωρίς να έχει χρόνο να τροχοπεδήσει, προσπάθησε με ελιγμό προς τα αριστερά να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού δεξιά του υπήρχαν τα κιγκλιδώματα της γέφυρας, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού ο οδηγός του αυτοκινήτου συνέχισε την πορεία του φθάνοντας μέχρι τη διαχωριστική γραμμή, 6) προσδιορίζεται το σημείο όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση και ειδικότερα ότι αυτή έγινε λίγα εκατοστά πλησίον της διαχωριστικής, των ρευμάτων κυκλοφορίας, γραμμής και στο ρεύμα προς ...

στο ύψος του καταστήματος, από το οποίο εξήλθε το αυτοκίνητο, 7) διευκρινίζεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο προαναφερόμενο σημείο χωρίς ο οδηγός του αυτοκινήτου να έχει διανύσει προηγουμένως κάποια απόσταση εντός του ρεύματος προς ..., όπως είχε ισχυρισθεί η αναιρεσείουσα, 8) μνημονεύεται ο τρόπος συγκρούσεως, τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, η πορεία και η τελική θέση αυτών μετά τη σύγκρουση, 9) αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, συνισταμένη στο ότι αυτός, όπως προεκτέθηκε, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και, προτιθέμενος να εισέλθει στην άνω Ε.Ο. από το χώρο στάθμευσης του καταστήματος, όπου βρισκόταν και να στρίψει αριστερά στο ρεύμα προς ..., δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και εισήλθε στην Ε.Ο., αν και είχε δει τα φώτα της μοτοσυκλέτας του πρώτου αναιρεσίβλητου, που κινείτο νόμιμα και πλησίαζε σε κοντινή απόσταση και χωρίς να παραχωρήσει, όπως όφειλε, προτεραιότητα στο όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου που κινείτο στην Ε.Ο., προχώρησε στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, ο οδηγός της οποίας αναγκάστηκε να επιχειρήσει ορθά αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να καταστεί εφικτό να αποφύγει τη σύγκρουση, καθώς το αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του φθάνοντας μέχρι τη διαχωριστική γραμμή, όπου έγινε η σύγκρουση, 10) διευκρινίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο αναιρεσίβλητο - οδηγό και ειδικότερα ότι αυτός κινείτο κανονικά και εντός του ορίου ταχύτητας των 50χλμ/ώρα στο ρεύμα πορείας του και δεν μπορούσε να προβλέψει ως πιθανή την αιφνιδιαστική κίνηση του οδηγού του αυτοκινήτου, από δεξιά του, όταν δε αντελήφθη αυτή, σε μικρή απόσταση, χωρίς να έχει χρόνο να τροχοπεδήσει, προσπάθησε με ελιγμό προς τα αριστερά να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού δεξιά υπήρχαν τα κιγκλιδώματα της γέφυρας, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού ο οδηγός του αυτοκινήτου συνέχισε την πορεία του φθάνοντας μέχρι τη διαχωριστική γραμμή, όπου έγινε η σύγκρουση και 11) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτού, προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα.

Επομένως το Εφετείο περιέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ανωτέρω οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο αυτόν, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο τελευταίος ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ αιτιολογείται πλήρως και η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας από πλευράς του πρώτου αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και η συνακόλουθη απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας αυτού, που προέβαλε η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις, αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στον προαναφερόμενο πρώτο λόγο, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη των προβληθεισών από αυτή ισχυρισμών περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτή (αναιρεσείουσα) Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου. Περαιτέρω, ο ερευνώμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που γίνεται αναφορά σε αυτόν του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον είναι παντελώς αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει κάποια συγκεκριμένη, σαφή και ορισμένη αναιρετική πλημμέλεια που να θεμελιώνεται στον αριθμό 20 του ως άνω άρθρου.

Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1, 19 και 20 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και ένατο αναιρετικούς λόγους, κατά το οικείο μέρος τους, κατ' εκτίμηση τους περιεχομένου τους, υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα, και ειδικότερα: 1) το σχεδιάγραμμα που συντάχθηκε για το ατύχημα από το Τμήμα Τροχαίας ..., 2) την έκθεση αυτοψίας, 3) τις φωτογραφίες των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, 4) την από 27-10-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Β.

Α., οδηγού του αυτοκινήτου, 5) την από 16-4-2017 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου του Β. Α. και 6) την από 14-12-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Ζ.. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος των εναγόντων, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από τις φωτογραφίες, καθώς και από τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθ. 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".

Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος και ένατος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι, κατά το μέρος τους αυτό, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων, αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, απορριφθέντος του πρώτου αναιρετικού λόγου στο σύνολό του, απορριπτέος κρίνεται και ο συναφής δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση περί αναιρέσεως της πληττόμενης αποφάσεως και ως προς τα γενόμενα δεκτά αγωγικά κονδύλια, σε περίπτωση που αναιρεθεί αυτή για τον πρώτο αναιρετικό λόγο (και δη ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου), ο οποίος όμως (πρώτος αναιρετικός λόγος), σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν έγινε δεκτός, αλλά κρίθηκε συνολικά απορριπτέος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι, όσα νομικώς είναι ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 661/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (Ολ. ΑΠ 16/1998, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 668/2020). Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β' Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές, της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία, για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 Κ.Πολ.Δ., 914, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου της, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, όσα παρέλειψε, από το νόμο, τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 935, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1097/2017, ΑΠ 838/2011). Ήτοι, για το ορισμένο της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί να εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, ότι η συμπεριφορά αυτή είναι υπαίτια (δόλος ή αμέλεια), ότι εξ αυτής προκλήθηκε ζημία στον ενάγοντα, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του εναγομένου και να καθορίζεται το ποσό της ζημίας κατά την αιτία (ΑΠ 1110/2020).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 929, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει και κάθε θετική ζημία, που προκαλείται από τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του παθόντος, άρα και κάθε δαπάνη ενεστώσα ή μέλλουσα, στην οποία αυτός υποβάλλεται για την αντιμετώπιση των εκ της βλάβης του σώματος ή της υγείας προκαλουμένων συνεπειών.

Η αγωγή που έχει ως αντικείμενο αποζημίωση για τέτοιες δαπάνες, για να είναι ορισμένη, πρέπει στο δικόγραφο αυτής, κατά τα άρθρα 118 αριθμ. 4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να εξειδικεύονται οι επιμέρους δαπάνες κατ' είδος, έκταση και ποσό, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1645/2006).

Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τόσο στην περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, όσο και στην περίπτωση καταστροφής ή φθοράς πράγματος.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ηθικής βλάβης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκαν.

Τέλος, οι ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ηθικής βλάβης, όπως είναι η έκταση της βλάβης του παθόντος (κόστος κατασκευής κλπ.), η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).

Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι` αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1097/2017). Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της ένδικης από 06-2-2018 αγωγής των αναιρεσίβλητων, προκύπτει ότι αυτή είναι επαρκώς ορισμένη, διότι εκτίθενται σε αυτή με επάρκεια και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της στις ανωτέρω διατάξεις και περιέχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ και ειδικότερα αναφέρονται σε αυτή οι εκ μέρους του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση του εκτιθέμενου τραυματισμού και της περιουσιακής ζημίας του πρώτου αναιρεσίβλητου, της περιουσιακής ζημίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αλλά και της ηθικής βλάβης και των δύο αναιρεσίβλητων, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ιστορούμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εν λόγω οδηγού και των ανωτέρω επελθουσών συνεπειών, ήτοι του τραυματισμού του πρώτου αναιρεσίβλητου και της περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης και των δύο αναιρεσίβλητων, ενώ καθορίζεται και η περιουσιακή ζημία καθενός των αναιρεσίβλητων κατά είδος και αιτία και εξειδικεύονται οι επιμέρους δαπάνες, πλασματικές και πραγματικές, κατ' είδος, έκταση και ποσό, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στην εναγόμενη αναιρεσείουσα να αμυνθεί, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, επιπλέον στοιχεία για τη θεμελίωση των με αυτή ασκούμενων αξιώσεων.

Οι αναφερόμενες, στον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αιτιάσεις περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, δεν συνιστούν νομική αοριστία της αγωγής, γιατί δεν αφορούν σε στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση των ένδικων αγωγικών δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, περιέχονται στην αγωγή, αλλά ανάγονται σε μη απαραίτητες εξειδικεύσεις των πραγματικών περιστατικών, η παράθεση των οποίων (επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα εξειδικεύσεων) δεν αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, ενώ τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου επί των οποίων θεμελιώνονται οι ασκούμενες αξιώσεις των εναγόντων, αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής.

Συνεπώς, το Εφετείο το οποίο, απέρριψε το λόγο εφέσεως, με τον οποίο υποβάλλονταν παράπονα για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ενστάσεως αοριστίας της ένδικης αγωγής, την οποία (αγωγή), ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο, όπως ορθά εκτιμάται από το περιεχόμενό του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1, 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (όχι όμως και από τους αριθμούς 11γ' και 19, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 298 εδάφιο α' Α.Κ. η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του (ΑΠ 12/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 929 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (φάρμακα, αμοιβή ιατρού, νοσοκομείου κ.ά).

και έτσι, με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης της δαπάνης, θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1543/ 2017, ΑΠ 1935/13, ΑΠ 2176/2009). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος είναι υποχρεωμένος από το νόμο ή από άλλο λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου.

Και τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η μη καταβολή ανταλλάγματος, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος. Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλα στενά συγγενικά, αλλά και φιλικά πρόσωπα.

Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις, αναγκαίως, αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει, από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα το προσλάβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα τέτοιο ποσό στους παραπάνω οικείους του, οι οποίοι, με υπερένταση μερικές φορές των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 132/2010, ΑΠ 1545/2009, ΑΠ 833/2005).

Με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και ένατο (κατά το οικείο μέρος του) λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 930 παρ. 3, 1389, 1390, 929 εδαφ.

α', 298 και 914 Α.Κ. Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, κρίνονται αρκούντως ορισμένοι, παρά τη μη αριθμητική αναφορά όλων των φερομένων ως παραβιασθεισών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, εφόσον από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό αυτών (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 146/2018).

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και με ανεπαρκείς αιτιολογίες επιδίκασε τα ειδικότερα αναφερόμενα στην πληττόμενη απόφαση χρηματικά ποσά στον πρώτο αναιρεσίβλητο α) για "πλασματικές δαπάνες" για την απασχόληση της συζύγου και ενός συγγενικού του προσώπου - εξαδέλφου του, για την κάλυψη υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου κατά το χρονικό διάστημα νοσηλείας του στο νοσοκομείο, β) για "πλασματικές δαπάνες" για την απασχόληση της συζύγου και του ιδίου ως άνω συγγενικού του προσώπου, για την κάλυψη υπηρεσιών οικιακής βοηθού στην οικία του κατά το χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, γ) για τη λήψη βελτιωμένης τροφής και δ) για την καταστροφή κατά το ατύχημα των προσωπικών του ειδών και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη για την ολική καταστροφή της μοτοσυκλέτας, που ανήκε στην ιδιοκτησία της.

Το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του όσον αφορά τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, τα οποία δέχθηκε ως νόμιμα και ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 930 παρ. 3, 1389, 1390, 929 εδαφ. α', 298 και 914 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τις εν λόγω αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά εφαρμόσθηκαν, διέλαβε δε το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του, όσον αφορά τις αξιώσεις αυτές, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να καταλήξει στο προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή των ανωτέρω αγωγικών κονδυλίων.

Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τους ανωτέρω λόγους του αναιρετηρίου, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στους παραπάνω αναφερόμενους λόγους του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους επί των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον οι προβαλλόμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετες απόψεις και εκτιμήσεις της αναιρεσείουσας προς το άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα, που συνήγαγε η προσβαλλομένη απόφαση και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό αυτό πόρισμά του.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παράγραφος 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παράγραφος 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.

ΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, με τις παραδοχές του, όσον αφορά την επιδικασθείσα στον πρώτο αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 80.000 ευρώ, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

και την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον το χρηματικό αυτό ποσό είναι, όπως ισχυρίζεται, καταφανώς υψηλότερο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο, όσον αφορά την επιδικασθείσα στον πρώτο αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ ποσού 80.000 ευρώ, δεν παραβίασε με τις παραπάνω παραδοχές του ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, ενώ το αντίστοιχο προς το κεφάλαιο αυτό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, είναι σαφές, πλήρες και χωρίς αντιφάσεις, αφού οι αιτιολογίες του προς τούτο, συνδυαστικά και με όσες παραδοχές σχετικώς, σε άλλες θέσεις της προσβαλλομένης παρατέθησαν (ηλικία του παθόντος κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήτοι 49 ετών και έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος), επαρκούν για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 Α.Κ.

Επομένως, ο ανωτέρω όγδοος αναιρετικός λόγος, κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ., ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά το άρθρο 178 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου κώδικα το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας ή λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας της διάταξης που εφαρμόστηκε κατ' άρθρο 178 παρ. 1 και 179 Κ.Πολ.Δ.

απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 97/2018, ΑΠ 1040/2017, ΑΠ 1668/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 21/2014, ΑΠ 613/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δέκατο αναιρετικό λόγο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.

της παραβίασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 176 - 181 Κ.Πολ.Δ. και του ν. 3913/2011, καθόσον καθόρισε τη δικαστική δαπάνη που επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.000 ευρώ και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 200 ευρώ, αν και, όπως υποστηρίζει, υπήρξε δυσχέρεια στην ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και έπρεπε να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Κατόπιν της απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως, το σωρευόμενο στο δικόγραφό της αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με την υποχρέωση των αναιρεσίβλητων να αποδώσουν στην αναιρεσείουσα τα καταβληθέντα, σε εκτέλεση της πρωτόδικης και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ποσά, καθίσταται άνευ αντικειμένου. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 30-8-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6151/741/31-8-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3622/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και -

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ