Supreme Court partially allows appeal against state court costs exceeding 300 euros and decides case itself.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal, setting aside the lower court's decision on legal costs while retaining the case for final judgment. The appellant argued that the state court imposed excessive costs of 400 euros, violating the statutory cap of 300 euros for state defendants. The court agreed that the costs exceeded the limit but determined no further factual clarification was needed, so it ruled the case itself and fixed the costs at the maximum allowable amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may retain a case for final judgment when the appeal is partially allowed and no further factual clarification is required by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1485 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1485/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ….., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., που κατοικοεδρεύει στην ….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ι. Π., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Δ. Μ. του Ε., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων της υπόθεσης, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ε. Π. και αφού ζήτησε και πήρε από την Προεδρεύουσα το λόγο, δήλωσε, ότι ο Δ. Μ. του Ε. απεβίωσε στις 13-11-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. Ε. χα Δ. Μ., το γένος Δ. Ζ., β. Ε. σύζ. Γ. Κ., το γένος Δ. Μ. και γ. Β. Μ. του Δ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενες από τον ίδιο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2008 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Δ. Μ. του Ε., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 319/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 7-4-2014 αίτησή του και τον από 10-1-2016 πρόσθετο λόγο αυτής.
Εκδόθηκε η 145/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 8-4-2019 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Κατσιμαγκλή διάβασε την από 26-2-2016 έκθεση της Αρεοπαγίτου Σοφίας Ντάντου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και του από 10-1-2016 πρόσθετου λόγου αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου αυτής λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 08-4-2019 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα φέρονται προς συζήτηση: α) η από 07-4-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/08-4-2015 αίτηση αναίρεσης και β) ο ασκηθείς, με το από 10-01-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/20-01-2016 δικόγραφο, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 145/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή τους, κατά τη δικάσιμο της 02-12-2016, που είχε, μετά από αναβολή από την αρχική δικάσιμο της 04-3-2016, ορισθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ.1 στοιχ. α' και 290 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου, ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 392/2019, ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 711/2015) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το από 23-02-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συνταχθεί από το ληξίαρχο του Δήμου Ιωαννιτών και 2) το με αριθμ.
πρωτ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, που έχει εκδοθεί από το Δήμο Ιωαννιτών, προκύπτει ότι στις 13-11-2019, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε στα Ιωάννινα ο αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Ε., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι τη σύζυγό του Ε.
Μ. το γένος Δ. Ζ. και τα τέκνα του Ε. Μ. του Δ., σύζυγο Γ. Κ. και Β. Μ. του Δ., οι οποίες, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, η οποία έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο το γεγονός του θανάτου του προαναφερομένου αναιρεσίβλητου και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν εκουσίως στο όνομά τους τη βιαίως διακοπείσα δίκη, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από το αναιρεσείον και συνεπώς παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης και ως προς αυτούς.
Η κρινόμενη από η από 07-4-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/08-4-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Παραδεκτός εξάλλου, είναι και ο πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 19/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 12-9-2008 (αριθμ. εκθ. κατάθεσης 1037/15-9-2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι με την υπ' αριθμ. ...
κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του παράλληλου οδικού δικτύου της παράκαμψης …., από την ….. μέχρι την Ε.Ο……, έκταση συνολικού εμβαδού 153.950 τ.μ, που βρίσκεται στο Νομό Ιωαννίνων και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από μηνός Μαΐου 2001 και με αριθμούς σχεδίου 1 έως 4 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας του ΥΠΕΧΩΔΕ.
Ότι με την εν λόγω απαλλοτρίωση, η οποία κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, απαλλοτριώθηκε μεταξύ άλλων και η υπ' αριθμ. Κ.Π. 50 ιδιοκτησία του, συνολικής έκτασης 3000 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., η οποία περιήλθε στην κυριότητά του (ενάγοντος) από κληρονομιά του πατέρα του Ε.
Μ., την οποία αυτός αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι με την υπ' αριθμ. 272/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία κατέστη οριστική, καθορίσθηκε η τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ανωτέρω ιδιοκτησία του και με την ίδια απόφαση αυτός (ενάγων) αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της σχετικής αποζημίωσης, που ανήλθε στο συνολικό ποσό των 20.540 ευρώ.
Ότι έναντι του ανωτέρω οφειλόμενου ποσού του καταβλήθηκε μόνο το ποσό των 715 ευρώ, καθόσον θεωρήθηκε ως κύριος της υπ' αριθμ. Κ.Π. ...ς, της ανωτέρω απαλλοτρίωσης, η οποία υπείχε υποχρέωση καταβολής εισφοράς σε χρήμα προς το εναγόμενο, ποσού 19.825 ευρώ, το οποίο συμψηφίστηκε μονομερώς από το εναγόμενο με το ποσό της αποζημίωσης, που του οφειλόταν για την υπ' αριθμ.
Κ.Π. 50 ιδιοκτησία του. Ότι η υπ' αριθμ. Κ.Π. ... δεν ανήκει στην κυριότητά του και επομένως το εναγόμενο αδικαιολογήτως προέβη στον ανωτέρω συμψηφισμό. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ως άνω συμψηφισθέν ποσό των 19.825 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή αυτή και προέβαλε, πλην άλλων, και την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτός (ενάγων), κατά τη συζήτηση της αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ζήτησε και πέτυχε την αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης, που καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 272/2006 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου και για την ιδιοκτησία με αριθμό Κ.Π. 75, με συνέπεια να του δημιουργήσει ευλόγως την πεποίθηση ότι o ενάγων είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της τελευταίας αυτής ιδιοκτησίας και ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του, ήτοι για καταβολή της αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του με αριθμό Κ.Π. 50.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 319/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ανωτέρω ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος, έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 19.825 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε η από 26-11-2013 (με αριθμ. καταθ. 174/27-11-2013) έφεση του εναγομένου, με σχετικό λόγο της οποίας το εναγόμενο - εκκαλούν επανέφερε παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την ανωτέρω ένστασή του περί της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος - εφεσίβλητου.
Επί της ανωτέρω έφεσης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 19/2015 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, δέχθηκε τυπικά αυτή και αφού απέρριψε όλους τους λόγους της, μεταξύ των οποίων και εκείνο, με τον οποίο επαναφέρθηκε η άνω ένσταση του εκκαλούντος - εναγομένου από το άρθρο 281 του Α.Κ., ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση στο σύνολό της.
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, δηλαδή η στην κοινωνική συμβίωση επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1658/2017).
Η υπέρβαση θεωρείται προφανής, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής στα συμφέροντά του.
Επίσης, η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος, ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 442/2019, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1658/2017).
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνο, όμως, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνον αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 69/2021).
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του ( βλ. ΑΠ 442/2019, ΑΠ 70/2019, ΑΠ 480/2018, ΑΠ 151/2014).
Εξάλλου, η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου, θα πρέπει να αναφέρεται: α) με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) να εκτίθεται επίσης με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας ή της ένστασής του, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη των ανωτέρω ως μη νόμιμων, συνιστά ή όχι παράβαση του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο επαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 555/2004), ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 701/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 19/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, όσον αφορά την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ενόψει τούτων ο ισχυρισμός του εκκαλούντος για καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκηση, του ένδικου δικαιώματος, επειδή ο εφεσίβλητος, ζήτησε και πέτυχε την αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης, που καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 272/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και για την ιδιοκτησία που είχε υποχρεώσεις και ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του ενάγοντος του δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση ότι αυτός (ενάγων) δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμα (για καταβολή αποζημίωσης) είναι μη νόμιμος, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα ως άνω επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος προφανώς αντίθετη στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την παραπάνω ένσταση του εκκαλούντος ως μη νόμιμη, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση, από το άρθρο 281 του Α.Κ., του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία, όπως προαναφέρεται, είχε ομοίως απορριφθεί, ως μη νόμιμη και πρωτοδίκως.
Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικά με την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για καταβολή στον αναιρεσίβλητο της αποζημίωσης του με αριθμό Κ.Π. 50 απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Με την υπ' αριθμ. ...
κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 558 (5-6-2003 τευχ. Δ'), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του παράλληλου οδικού δικτύου της παράκαμψης ……, από την οδό …… μέχρι την Ε.Ο …….
Η έκταση που απαλλοτριώθηκε έχει συνολικό εμβαδόν 153.950 τ.μ. βρίσκεται στο Νομό Ιωαννίνων και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από μηνός Μαΐου 2001 και με αριθμούς σχεδίου 1 έως 4 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας του ΥΠΕΧΩΔΕ Περιφέρεια Ηπείρου, τα οποία έχει συντάξει η "..." και έχει θεωρήσει στις 17-12-2001 ο Διευθυντής της Δ12α του ΥΠΕΧΩΔΕ κ.
Δ.. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, από το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (...), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 653/1977. Οι απαλλοτριωθείσες εκτάσεις βρίσκονταν στην κτηματική περιφέρεια των Δημοτικών Διαμερισμάτων (πρώην κοινοτήτων) ... (του Δήμου ...), ..., ..., ... (...).
Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμ. ΚΠ 50 ιδιοκτησία. Η εν λόγω ιδιοκτησία αποτελεί έναν αγρό συνολικής έκτασης 3000 τ.μ. περίπου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... και συνορεύει γύρωθεν και εν όλω με δρόμο, με ιδιοκτησία ..., ... και με επαρχιακή οδό …….
Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος από κληρονομιά του πατέρα του Ε. Μ., την οποία αυτός αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….., στον τόμο 1472 και με α.α. 22.
Από την ανωτέρω ιδιοκτησία απαλλοτριώνεται έκταση 1222 τμ. από την οποία αποζημιώνεται για έκταση 248 τμ. μετά των εντός αυτής επικειμένων, ενώ για τα υπόλοιπα 974 τμ. υπέχει υποχρέωση αυτοαποζημίωσης. Με την υπ' αριθμ. 272/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία κατέστη οριστική, επειδή δεν ασκήθηκε αίτηση για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, καθορίσθηκε η τιμή μονάδος αποζημιώσεως για την ανωτέρω ιδιοκτησία του ενάγοντος στο ποσό των 80 ευρώ τμ.
για το έδαφος και στο ποσό των 100 ευρώ ανά τρέχον μέτρο περίφραξης. Παράλληλα με την ίδια απόφαση ο ενάγων αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της σχετικής αποζημίωσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρακατατέθηκε δημοσίως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση μόνο 715 ευρώ, καθώς το υπόλοιπο συμψηφίστηκε με υποχρέωση εισφοράς σε χρήμα που βάρυνε την υπ' αριθμ. ...
ιδιοκτησία, της οποίας ο ενάγων είχε επίσης αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης, με την πιο πάνω υπ' αριθμ. 272/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Το υπ' αριθμ. ... όμως ακίνητο, που αποτελεί έναν αγρό έκτασης 5277 τμ. κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... δεν ανήκε ποτέ στην κυριότητα του ενάγοντος, αλλά στην κυριότητα των θυγατέρων του Β.
και Ε. Μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία. Περιήλθε δε σ' αυτές λόγω πώλησης από την αληθή κυρία Π. χα Α. Κ. δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, που ακολούθως επικυρώθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 91/1980 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
Κυρίως όμως, στην κατάθεση του μάρτυρα και σε όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται.
Συνεπώς ο ενάγων δεν υπείχε-υποχρέωση εισφοράς σε χρήμα για την υπ' αριθμ. ... Άρα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και κάνοντας στη συνέχεια δεκτή την ανωτέρω αγωγή, έκρινε ότι ο ενάγων δεν υπείχε υποχρέωση εισφοράς σε χρήμα για την υπ' αριθμ. ..., σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Γι αυτό οι σχετικοί λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 19/2015 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτή, όπως προεκτέθηκε, κατ' ουσίαν.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ανωτέρω ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου και δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή του τελευταίου ως ασκηθείσα καταχρηστικώς.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πέραν του απαραδέκτου αυτού λόγω αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο Εφετείο επαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του και ειδικότερα με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 281 Α.Κ., ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου αυτή διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, υπό τα ανωτέρω επικληθέντα από το αναιρεσείον, για την επιστήριξη της εν λόγω ένστασής του, πραγματικά περιστατικά, πράγματι η άσκηση της, κατά του αναιρεσείοντος, ένδικης αγωγής δεν υπερβαίνει προφανώς τα ανωτέρω τιθέμενα από το άρθρο 281 Α.Κ.
αντικειμενικά όρια και δεν παρίσταται καταχρηστική και τούτο διότι τα ως άνω επικληθέντα για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής, πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετούν από μόνα τους, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, την εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ένσταση, και δεν πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο έχει διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την απόρριψη της ένστασής του αυτής και δη περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή, από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., ως μη νόμιμη και δεν την ερεύνησε στην ουσία της, ούτε και κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων ως προς την εν λόγω ένσταση και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν διατυπώθηκε με την πληττόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την ως άνω ένσταση, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", α) η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία (παρ. 1), β) αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης είναι το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε (παρ. 2), γ) το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημίωσης με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως (παρ. 6), δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
Διάδικοι ή τρίτοι που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτησης αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ. 12).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως με βάση τα υπάρχοντα στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιος είναι δικαιούχος εισπράξεως της αποζημιώσεως και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτών κτισμάτων, τα οποία το δικαστήριο ερευνά ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται στο εμβαδόν και τον όγκο που αναγράφονται στα στοιχεία της κτηματογραφήσεως (κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα), κατέστη δε το μονομελές πρωτοδικείο αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα (Ολ.
ΑΠ 7/2013, Ολ. ΑΠ 9/1989, ΑΠ 38/2019, ΑΠ 647/2014, ΑΠ 1135/2012, ΑΠ 691/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, όσον αφορά την προβληθείσα ενώπιόν του από το αναιρεσείον ένσταση δεδικασμένου, που όπως ισχυρίστηκε, απορρέει από την υπ' αριθμ. 272/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (ειδική διαδικασία απαλλοτριώσεων), με την οποία ο αναιρεσίβλητος αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε με την ίδια απόφαση, για τα με αριθμό ΚΠ 50 και 75 ακίνητα, δέχθηκε τα ακόλουθα: " το εκκαλούν προβάλλει με την έφεση τον ισχυρισμό για απαράδεκτο της ανωτέρω αγωγής λόγω δεδικασμένου από την ως άνω υπ' αριθμ. 272/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία αφενός μεν καθορίστηκε τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, αφετέρου δε αναγνωρίστηκε ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δικαιούχος της αποζημιώσεως.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, το επίδικο δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση". Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του αριθμού 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία αναγνωρίζεται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως και στην ένδικη περίπτωση η υπ' αριθμ. 272/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσίβλητος αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε με την ίδια απόφαση, για τα με αριθμό Κ.Π. 50 και 75 ακίνητα, δημιουργεί δεδικασμένο, που αναπτύσσει τη δεσμευτική του ενέργεια ως προς το δικαίωμα του τελευταίου να εισπράξει την αποζημίωση από τον υπόχρεο, όχι όμως και ως προς το δικαίωμα κυριότητας και δη επί του απαλλοτριωθέντος με αριθμό Κ.Π. 75 ακινήτου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον, ως προς το οποίο (Κ.Π. 75 ακίνητο) με την ένδικη αγωγή δεν εισάγεται δίκη για καταβολή αποζημιώσεως, στον ενάγοντα, ως αναγνωρισθέντα δικαιούχο της αποζημιώσεως, καθόσον η ένδικη αγωγή αφορά στην καταβολή της αποζημιώσεως του έτερου με αριθμό Κ.Π. 50 ακινήτου.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο κρινόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, στο άρθρο 186 του Ν. 3852/2010 με τίτλο "Αρμοδιότητες Περιφερειών" ορίζεται ότι: "Ι. ...
ΙΙ. Οι Αρμοδιότητες των περιφερειών, αφορούν τους τομείς: Α. .... ΣΤ. Έργων - Χωροταξίας - Περιβάλλοντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, ιδίως: 1. Η κατασκευή, η συντήρηση και ανακαίνιση των οδών, που η συντήρηση τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντίστοιχων πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. ... 14.
Η ευθύνη τήρησης και παρακολούθησης της διαδικασίας κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για εκτέλεση δημοσίων έργων αρμοδιότητας περιφέρειας. ..... III. Οι Αρμοδιότητες των περιφερειών ασκούνται από 1.1.2011, εκτός εκείνων του τομέα Α` (Προγραμματισμού - Ανάπτυξης) υπ` αριθμούς 1 έως και 31, του υποτομέα Διαχείρισης Υδάτων, ο οποίος περιλαμβάνεται στον τομέα Γ` (Φυσικών πόρων - Ενέργειας - Βιομηχανίας) και του τομέα ΣΤ` (Έργων - Χωροταξίας - Περιβάλλοντος) υπ` αριθμούς 1 έως 12 του παρόντος άρθρου, οι οποίες ασκούνται από την 1.7.2011".
Ακολούθως στο άρθρο 283 του ιδίου νόμου με τίτλο ¨Τελικές Ρυθμίσεις" ορίζεται ότι : "1...2 ... Οι δήμοι και οι περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε πάσης φύσεως υποχρεώσεις και δικαιώματα, εξαιρουμένων των εμπραγμάτων, που βάσει διατάξεων νόμων και κανονιστικών πράξεων συνδέονται με Αρμοδιότητες που μεταφέρονται σε αυτούς.
Όταν οι υποχρεώσεις, που προέρχονται από τη μεταφορά αρμοδιοτήτων αφορούν στην πληρωμή δαπανών, οι δήμοι και οι περιφέρειες είναι υπόχρεοι για την καταβολή τους στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων σχετικό παραστατικό από τους δικαιούχους ή δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση μέχρι 31.12.2010 για τους δήμους ή 30.6.2011 για τις περιφέρειες".
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, όσον αφορά την προβληθείσα ενώπιόν του από το αναιρεσείον ένσταση ελλείψεως παθητικής του νομιμοποίησης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "σε πληρωμή της αποζημίωσης υποχρεούται ο υπερού κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και συνεπώς αυτός νομιμοποιείται παθητικώς στη δίκη περί πληρωμής της αποζημιώσεως.
Ο υπόχρεος προς αποζημίωση απαλλάσσεται της προς πληρωμή αυτής υποχρεώσεως μόνο κατά το μέρος, που παρακατέθεσε αυτήν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και όχι για το μη κατατεθέν μέρος της, ως προς το οποίο εξακολουθεί να υποχρεούται σε πληρωμή". Με τον από 10-01-2016 πρόσθετο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 186 και 283 παρ. 2 Ν. 3852/2010, διότι, όπως υποστηρίζει, υπόχρεος προς καταβολή στην ένδικη απαλλοτρίωση της αποζημίωσης και της δικαστικής δαπάνης, δεν είναι το ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο), κατά του οποίου απαραδέκτως ασκήθηκε η αγωγή, αλλά, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3852/2010, η Περιφέρεια Ηπείρου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον κατά το χρόνο της κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, ήτοι στις 29-5-2003, που δημοσιεύτηκε η υπ' αριθμ. 1042223/3797/0010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης από 12-9-2008 αγωγής, δεν ίσχυε ο προαναφερόμενος νόμος, ούτε και οι προεκτιθέμενες διατάξεις του τυγχάνουν εφαρμογής στην ένδικη απαλλοτρίωση.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, της παρ.2 της 134/οικ./8 ΔΕΚ. 1992 - 20 Ιαν. 1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και 173 επ. του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επιβαλλομένη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των 300 ευρώ (ΑΠ 1537/2014, ΑΠ 725/2011).
Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για το λόγο ότι επέβαλε σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη ποσού 400 ευρώ, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή τούτου, να αναιρεθεί μερικώς και μόνο κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης, η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ. αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 676/2016, ΑΠ 1395/2015, ΑΠ 1537/2014).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει κατά το άνω αναιρεθέν κεφάλαιό της, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α' Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων (άρθρο 22 παρ. 2β του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί μερικώς την υπ' αριθμ. 19/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και ειδικότερα μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά στη δικαστική δαπάνη.
- Κρατεί και δικάζει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση.
-Εξαφανίζει τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης της ως άνω απόφασης.
-Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου, για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. -Συμψηφίζει στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ