Legislator Case Law & Legislation
676/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal on appealability error, remands appeal, dismisses lawsuit on merits.

Case Number 676/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's procedural objection regarding the admissibility of the appeal due to the respondent's absence, but dismissed the third ground as inadmissible. The court found the lower court erred in rejecting the respondent's statute of limitations defense, violating specific civil code provisions. Consequently, the appeal was accepted, the first-instance judgment was annulled, and the lawsuit was dismissed on its merits with costs awarded to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 672 of the Code of Civil Procedure; Article 580 of the Code of Civil Procedure: If the Supreme Court annuls a decision for reasons other than those listed in paragraphs 1 and 2, it may retain the case and decide it if no further clarification is needed; in such cases, the appeal is accepted, the first-instance judgment annulled, and the lawsuit dismissed on merits.

Keywords

AI generated
appeal admissibility statute of limitations civil procedure code dismissal on merits court costs allocation absence of respondent remand for judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 672 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 676 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 676/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικά Αθλητικά Κέντρα Θεσσαλονίκης" (Ε.Α.Κ.Θ.), καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (Π.Ε.Α.Κ.), που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Διοίκησης αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κωσταβάρα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6427/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1274/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 5/5/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 25/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1 και 2 και 672 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για συζήτηση ενώπιον του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου για τη δικάσιμο της 9-2-2016 με επίσπευση του αναιρεσείοντος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ... /24-9-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ.

Α., νόμιμα και εμπρόθεσμα επέδωσε επικυρωμένο αντίγραφό της στην αναιρεσίβλητη για την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της αίτησης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-10-2016). Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ...9-6-2016 έκθεση επιδόσεως του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αυτό επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη την …/22-2-2016 βεβαίωση αναβολής της υπόθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου από την αρχική δικάσιμο για τη δικάσιμο της 11-10-2016 και κλήση για παράσταση κατ’ αυτή.

Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, παρότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση ( Ολ ΑΠ 16 και 17/2015, 3/2013, 9/2004).

Περαιτέρω, στο τέταρτο άρθρο του παραρτήματος του ν. 2371/1996 ‘ ‘ Κύρωση Ευρωπαϊκής Σύμβασης κατά του ντόπιγκ (ΦΕΚ Α’ 9) ορίζεται ότι: 1.’ ‘ Από τα έσοδα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, που προβλέπονται στην παρ. 6 περ. α’ εδάφια αα’ και ββ’ του άρθρου 40 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α’ ), όπως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 39 του ν 2168/1993 (ΦΕΚ 149 Α’ ) και όπως αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α’ ), καθώς και από τα έσοδα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 6 του β.

δ/τος 20/29-12-1958 (ΦΕΚ 228 Α’ ), όπως αυτά εκάστοτε διαμορφώνονται, αποδίδεται ποσό κάθε χρόνο υπέρ λογαριασμού με την επωνυμία ‘ ‘ Λογαριασμός αλληλοβοήθειας μονίμων και αορίστου χρόνου υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού’ ‘ , ύστερα από σχετική απόφαση του αρμόδιου για θέματα αθλητισμού Υπουργού ή Υφυπουργού, που εκδίδεται το πρώτο δίμηνο κάθε χρόνου.

Ο ανωτέρω λογαριασμός συνιστάται με το παρόν στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και τηρείται σε ειδικό έντυπο λογαριασμό, που ανοίγεται σε οποιαδήποτε τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. 2. Το ποσό διανέμεται σε όλους τους μόνιμους και τους με σύμβαση αορίστου χρόνου υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού.

Με απόφαση του αρμόδιου για θέματα Αθλητισμού Υπουργού ή Υφυπουργού καθορίζονται οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία διανομής του ποσού και διαχείρισης του λογαριασμού. Το ύψος του συνολικού ποσού, που θα αποδίδεται κατ’ έτος στον εν λόγω λογαριασμό, αναπροσαρμόζεται με απόφαση του αρμόδιου για θέματα αθλητισμού Υπουργού ή Υφυπουργού’ ‘ .

Εξάλλου, με την Γ.Υ. 221/16-1-1996 (ΦΕΚ Β’ 35) απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού περί ‘ ‘ Συστάσεως Λογαριασμού Αλληλοβοήθειας υπαλλήλων Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και καθορισμού του τρόπου διαχείρισης και της διαδικασίας διανομής της ειδικής αποζημίωσης’ ‘ και την τροποποιητική αυτής Γ.Υ. 1958/9-5-1996 (ΦΕΚ Β’ 362) όμοια απόφαση του Υφυπουργού Αθλητισμού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του ν. 2371/1996, καθορίσθηκαν οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διανομής της παραπάνω ειδικής αποζημίωσης στους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού.

Ειδικότερα ορίστηκαν τα εξής: ‘ ‘ Καθορίζουμε τους όρους, τις προϋποθέσεις, το ύψος και τη διαδικασία διανομής της ειδικής αποζημίωσης στους μονίμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού ως κατωτέρω: 1. Από το παρακρατούμενο από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ποσοστό από τα έσοδα του ΛΟΤΤΟ- ΠΡΟΤΟ και ΠΡΟΠΟ, βάσει της κείμενης νομοθεσίας αποδίδεται ποσό, το ύψος του οποίου κατά την πρώτη εφαρμογή καθορίζεται σε τριακόσια εκατομμύρια (300.000.000) δραχμές, στον ‘ ‘ Λογαριασμό Αλληλοβοήθειας μονίμων και αορίστου χρόνου υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού’ ‘ από το οποίο αποδίδεται στους υπαλλήλους της ΓΓΑ ως ειδική αποζημίωση ποσό διακοσίων εβδομήντα εκατομμυρίων (270.000.000) δραχμών. 2.

Δικαιούχοι της ως άνω αποζημίωσης, όπως αυτό προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου τέταρτου του ν. 2371/96, είναι: α) όλοι οι μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού που υπηρετούν και μισθοδοτούνται από αυτή. β) Αυτοί που προσλαμβάνονται στην υπηρεσία κατά τη διάρκεια του έτους λαμβάνουν την ειδική αποζημίωση από την πρώτη Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Την ανωτέρω αποζημίωση δεν δικαιούνται: α) Οι υπάλληλοι που βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών, καθώς επίσης και οι υπάλληλοι που δεν προσφέρουν υπηρεσία λόγω θέσεως σε αργία ή αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντά τους ή λόγω πειθαρχικού αδικήματος... β) Οι καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, της Βουλής, των Πολιτικών Κομμάτων, των Πολιτικών Γραφείων των Υπουργών, των Υφυπουργών και Γενικών Γραμματέων, Νομικών Προσώπων, υπάλληλοι της ΓΓΑ, που μισθοδοτούνται από αυτή, εφόσον λαμβάνουν οποιαδήποτε προσαύξηση αποδοχών ή αποζημίωση, που έχει ειδικώς προβλεφθεί για τους υπαλλήλους της υπηρεσίας στην οποία έχουν αποσπασθεί.

Σε περίπτωση που δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε προσαύξηση αποδοχών ή το ύψος αυτής δεν ανέρχεται στο ύψος της παρούσης αποζημιώσεως που θα ελάμβαναν αν δεν είχαν αποσπασθεί, θα προσκομίζουν σχετική βεβαίωση της υπηρεσίας στην οποία είναι αποσπασμένοι και θα λαμβάνουν ολόκληρη την αποζημίωση ή τη διαφορά. 3.

Η ως άνω αποζημίωση καταβάλλεται ισομερώς σε όλους τους δικαιούχους υπό μορφή μηνιαίας αποζημίωσης. 4. Για την αντιμετώπιση της δαπάνης της ειδικής αυτής αποζημίωσης κατατίθεται εντός του πρώτου διμήνου κάθε έτους στον ‘ ‘ Λογαριασμό Αλληλοβοήθειας μονίμων και αορίστου χρόνου υπαλλήλων της Γ.Γ.Α.’ ‘ , που συστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του ν. 2371/1996 και τηρείται σε ειδικό λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος με την ίδια ονομασία, το εκάστοτε καθοριζόμενο κατ’ έτος ποσόν, από τον αρμόδιο για την απόδοση των εσόδων της Γ.Γ.Α.

Φορέα.’ ‘ 5. Η πληρωμή της εν λόγω αποζημίωσης στους δικαιούχους υπαλλήλους γίνεται κάθε μήνα με ειδικές μισθοδοτικές καταστάσεις μέσω τραπεζικών λογαριασμών με ευθύνη των διαχειριστών και των δικαιούχων με βάση το συνολικό ύψος του διατεθέντος ποσού για το τρέχον οικονομικό έτος, οι οποίες θα υπογράφονται από τον εκάστοτε εκκαθαριστή αποδοχών και τον Δ/ντή Οικονομικού της Γ.Γ.Α....’ ‘ .

Με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997 (ΦΕΚ 462 Β’ ) ‘ ‘ Επέκταση των διατάξεων του ν. 2470/1997 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ’ ‘ υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 2470/1997 ‘ ‘ Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις’ ‘ (ΦΕΚ 40 Α’ ) και οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι των ΝΠΔΔ.

Με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 ρυθμίσθηκαν σε νέα βάση τα χορηγούμενα προς τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ τακτικά επιδόματα και καθιερώθηκαν εκ νέου τα επιδόματα των υπαλλήλων αυτών. Με το άρθρο 10 του ίδιου νόμου προβλέφθηκε η διατήρηση συγκεκριμένων επιδομάτων, που κατονομάζονται ρητώς, υπέρ των δικαιούχων υπαλλήλων, στα οποία δεν περιλαμβάνεται η ειδική αποζημίωση του άρθρου τέταρτου του ν. 2371/1996, και επιπλέον ορίστηκε ότι όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του.

Ακόμη, με το άρθρο 13 παρ. 7 και 8 ορίζεται ότι τυχόν απομένοντα υπόλοιπα υπέρ των δικαιούχων σε λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων και του άρθρου τέταρτου του ν. 2371/1996, ρυθμίζονται από 1-1-1997 με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν κοινής πρότασης των Υπουργών Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ή με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών.

Στη συνέχεια, κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 4 και 13 παρ. 7 και 8 του ν. 2470/1997, εκδόθηκαν οι παρακάτω Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις :1) Η 2/48.597/0022/5-7-1999 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού (ΦΕΚ Β’ 1487) με τον τίτλο ‘ ‘ Ρύθμιση κατανομής των χρηματικών διαθεσίμων που απομένουν ως υπόλοιπα στον ειδικό έντοκο λογαριασμό του ν. 2371/1996, σε εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 7 του ν. 2470/1997’ ‘ , με την οποία καθορίσθηκε η καταβολή της διαφοράς μεταξύ της ειδικής αποζημίωσης του ειδικού έντοκου λογαριασμού του ν. 2371/1996 και του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/1997, ανά κατηγορία προσόντων.

Ακόμη, με την ίδια Υπουργική απόφαση ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ως άνω αποζημίωση (δηλαδή η κατά τα ανωτέρω καθορισθείσα διαφορά) καταβάλλεται σε όλους τους δικαιούχους υπό μορφή μηνιαίας αποζημίωσης (παρ. 1) και, περαιτέρω, ότι δικαιούχοι της αποζημίωσης αυτής, κατ’ εφαρμογή της σχετικής διάταξης του άρθρου 4 του ν. 2371/1996, είναι:

α) Όλοι οι μόνιμοι και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, που υπηρετούν και μισθοδοτούνται από αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997. β) Αυτοί που προσλαμβάνονται στην υπηρεσία, καθώς και όσοι μετατάσσονται σε αυτή κατά τη διάρκεια του έτους, λαμβάνουν την ειδική αποζημίωση από την πρώτη Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Την αποζημίωση αυτή δεν δικαιούνται: α) Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι ορισμένου χρόνου, καθώς και οι ωρομίσθιοι. β) Οι υπάλληλοι που βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών, καθώς επίσης και οι υπάλληλοι που δεν προσφέρουν υπηρεσία λόγω θέσεως σε αργία ή αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντά τους ή λόγω πειθαρχικού παραπτώματος.

Στους υπαλλήλους αυτούς καταβάλλεται η αποζημίωση μειωμένη ανάλογα με το χρόνο που απουσίασαν. Με τις ίδιες προϋποθέσεις καταβάλλεται η αποζημίωση σε όσους αποχωρούν από την υπηρεσία κατά τη διάρκεια του έτους. γ) Οι καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, της Βουλής, των Πολιτικών Κομμάτων, των πολιτικών γραφείων Υπουργών, Υφυπουργών και Γενικών Γραμματέων, Νομικών Προσώπων, υπάλληλοι της ΓΓΑ που μισθοδοτούνται από αυτή, εφόσον λαμβάνουν οποιαδήποτε προσαύξηση αποδοχών ή αποζημίωση, που έχει ειδικώς προβλεφθεί για τους υπαλλήλους της υπηρεσίας στην οποία έχουν αποσπασθεί.

Σε περίπτωση που δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε προσαύξηση αποδοχών ή το ύψος αυτής δεν ανέρχεται στο ύψος της παρούσης αποζημίωσης, που θα ελάμβαναν αν δεν είχαν αποσπασθεί, θα προσκομίζουν σχετική βεβαίωση της υπηρεσίας, στην οποία είναι αποσπασμένοι και θα λαμβάνουν ολόκληρη την αποζημίωση ή τη διαφορά.

δ) Οι, καθ` οιονδήποτε τρόπο, αποσπασμένοι υπάλληλοι στην Γ.Γ.Α., από άλλες υπηρεσίες ή Υπουργεία (παρ 2). Η πληρωμή της εν λόγω αποζημίωσης στους δικαιούχους υπαλλήλους γίνεται κάθε μήνα με ειδικές μισθοδοτικές καταστάσεις μέσω Τραπεζικών Λογαριασμών, με ευθύνη των διαχειριστών και των δικαιούχων, με βάση το συνολικό ύψος του διατεθέντος ποσού για το τρέχον οικονομικό έτος, οι οποίες θα υπογράφονται από τον εκάστοτε εκκαθαριστή αποδοχών της Γ.Γ.Α. (παρ. 3).

Η ευθύνη της διαχείρισης του λογαριασμού ανατίθεται σε πενταμελή διαχειριστική επιτροπή (παρ. 4)...Τυχόν αδιάθετα υπόλοιπα που υπάρχουν στη περίπτωση διάλυσης ή κατάργησής του διανέμονται στους δικαιούχους υπαλλήλους (παρ. 7). Η ειδική αυτή αποζημίωση καταβάλλεται ανεξάρτητα από κάθε άλλη υπερωριακή αποζημίωση και υπόκειται σε όλες τις κρατήσεις και το φόρο πρόσθετων αμοιβών (παρ. 8).

Η ισχύς της απόφασης αυτής αρχίζει από 1 Ιανουαρίου 1997 (παρ. 9). Κάθε απόφαση αντίθετη προς τις διατάξεις της απόφασης αυτής καταργείται (παρ. 10), 2.) Η υπό τον ίδιο τίτλο 2/42477/0022/5-7-2000 απόφαση των προαναφερομένων Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού (ΦΕΚ Β` 912), με έναρξη ισχύος αυτής από 1-1-2000 (παρ. 8). Με την εν λόγω απόφαση, που κατήργησε κάθε απόφαση αντίθετη προς τις διατάξεις της (παρ. 9) και οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αυτής έχουν ταυτόσημο περιεχόμενο με εκείνες των παραγράφων 2, 3, 4, 5 και 7 της προηγηθείσας, κατά τα ανωτέρω, κοινής Υπουργικής αποφάσεως, καθορίσθηκε η καταβολή της διαφοράς μεταξύ της ειδικής αποζημιώσεως του ειδικού έντοκου λογαριασμού του ν. 2371/1996 και του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/1997, ανά κατηγορία προσόντων.

Ακόμη, με την ίδια ως άνω Υπουργική απόφαση, ορίσθηκε ότι η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους δικαιούχους υπό μορφή μηνιαίας αποζημίωσης(παρ.1) και 3) Η 2/59395/0022/2001 απόφαση των ιδίων ως άνω Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, με τον ίδιο ως άνω τίτλο (ΦΕΚ Β` 1351), με έναρξη ισχύος αυτής από 1-1-2001 (παρ. 8).

Με την εν λόγω απόφαση, που, επίσης, κατήργησε κάθε απόφαση αντίθετη προς τις διατάξεις της (παρ. 9) και οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αυτής έχουν ταυτόσημο περιεχόμενο με εκείνες των ταυτάριθμων παραγράφων των προηγούμενων κοινών αποφάσεων των ανωτέρω Υπουργών, καθορίσθηκε η καταβολή της διαφοράς μεταξύ της ειδικής αποζημιώσεως του ειδικού εντόκου λογαριασμού του ν. 2371/1996 και του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/1997, ανά κατηγορία προσόντων.

Εξάλλου, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ ΕΘΝΙΚΑ ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ’ ‘ , προέκυψε από την συγχώνευση τεσσάρων ΝΠΔΔ, δηλαδή του Αλεξάνδρειου Αθλητικού Μελάθρου Θεσσαλονίκης, του Εθνικού Ναυταθλητικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, του Εθνικού Γυμναστηρίου Μίκρας και του αρχικά εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ Περιφερειακό Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Θεσσαλονίκης’ ‘ , η οποία (συγχώνευση) επετεύχθη με το άρθρο 59 παρ. 2 εδ.

α’ του ν. 4002/2011, στο οποίο ορίζεται ότι τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού. Αυτό διέπεται από τις διατάξεις των ν. 423/1976 ‘ ‘ Περί Γυμναστηρίων και ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις τον εξωσχολικόν Αθλητισμόν’ ‘ (ΦΕΚ Α’ 223), 665/1977 ‘ ‘ Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί εξωσχολικού Αθλητισμού και Γυμναστηρίων Νομοθεσίας και λοιπών συναφών διατάξεων’ ‘ (ΦΕΚ Α’ 225) και του π.δ. 456/1988 ‘ ‘ Οργάνωση και Λειτουργία Γυμναστηρίων’ ‘ (ΦΕΚ Α’ 209).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 423/1976 ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι 1. ‘ ‘ Τα Γυμναστήρια, κατά την έννοια του παρόντος, είναι Νομικά Πρόσωπα ή Υπηρεσίαι και έχουν ως αποστολήν την προαγωγήν και διάδοσιν του αθλητισμού. Προς τον σκοπόν τούτον διαθέτουν οργανωμένους χώρους με γυμναστικάς και αγωνιστικάς εγκαταστάσεις, ως στάδια, κολυμβητήρια, σκοπευτήρια, κέντρα ιστιοπλοϊας, αθλητικά κέντρα, χώρους χιονοδρομιών, αθλοπαιδιών, αντισφαιρήσεως, κέντρα νεότητος ή εντευκτήρια και χώρους αθλήσεως εν γένει. 2.

Τα Γυμναστήρια κατατάσσονται εις τας κάτωθι κατηγορίας : α) Ολυμπιακά, β) Εθνικά, γ) Δημοτικά, δ) Κοινοτικά και ε) Σωματειακά. 3. Εκ των κατά την προηγουμένην παράγραφον Γυμναστηρίων... τα υπό στοιχεία γ’ αποτελούν ΝΠΔΔ... 4. Τα λειτουργούντα υπό μορφήν ΝΠΔΔ Γυμναστήρια τελούν υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού ...’ ‘ .

Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ‘ ‘ Πόροι των Εθνικών Γυμναστηρίων είναι: α)Τα έσοδα εκ της εκμεταλλεύσεως της ακινήτου και κινητής περιουσίας των, β) Ποσοστόν 15% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων των τελουμένων εις ταύτα πάσης φύσεως αθλητικών αγώνων, επιδείξεων και εκδηλώσεων, μετά την αφαίρεσιν μόνον του εισαγομένου εις τον Κρατικόν Προϋπολογισμόν φόρου Δημοσίων Θεαμάτων...

γ) Η τυχόν ετησία επιχορήγησις της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, δ) Το προϊόν εξ εκποιήσεως κινητής ή ακινήτου περιουσίας του Γυμναστηρίου, ε) Δωρεαί, εισφοραί και κληροδοτήματα και στ) Τα πάσης ετέρας πηγής προερχόμενα έσοδα....’ ‘ . Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

3. Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την από 7-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ εποπτεύεται και επιχορηγείται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού.

Ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 4-3-1985 με απόφαση της Επιτροπής Διοίκησης αυτού, η οποία εγκρίθηκε από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού με την .../19-2-1985 απόφασή της για δύο μήνες ως ανειδίκευτη εργάτρια. Ότι, με την από 26-4-1985 απόφαση της Επιτροπής Διοίκησης του ΕΑΚ Νεάπολης, η οποία εγκρίθηκε με την .../20-5-1985 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, ανανεώθηκε η σύμβαση εργασίας της για 12 ακόμη μήνες.

Ότι, στη συνέχεια, με την από 14-6-1985 απόφαση της Επιτροπής Διοίκησης, έγινε αλλαγή ειδικότητας και χορηγήθηκε στην ενάγουσα η ειδικότητα της καθαρίστριας. Ότι με την από 28-4-1986 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, η οποία και πάλι εγκρίθηκε με την ...16-5-1986 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, ανανεώθηκε η σύμβαση εργασίας της για άλλους 6 μήνες.

Ακολούθως, με την από 24-10-1986 απόφαση της Επιτροπής Διοίκησης, η οποία εγκρίθηκε από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, ανανεώθηκε η σύμβαση εργασίας της μέχρι τις 31-12-1986. Ότι με το 12/10-7-1987 έγγραφο του Κοινού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ΝΠΔΔ Νομού Θεσσαλονίκης αποφασίσθηκε: α) η μετατροπή της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και β) η κατάταξή της σε προσωρινή θέση αορίστου χρόνου.

Στη συνέχεια, με την 15/26-8-1987 απόφαση της Επιτροπής Διοίκησης, αποφασίσθηκε η κατάταξη της ενάγουσας σε προσωρινή θέση αορίστου χρόνου. Ότι στις 12-11-2001 λύθηκε η υπαλληλική σχέση της ενάγουσας μετά του εναγομένου λόγω συνταξιοδότησής της. Ότι η υπηρεσιακή κατάσταση της ενάγουσας, δηλαδή οι όροι εργασίας και αμοιβής της, διέπονταν από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα και του π.δ. 456/1988, σε συνδυασμό με το ν. 2470/1997.

Ότι, επειδή η ενάγουσα ως προς την υπηρεσιακή της κατάσταση υπαγόταν στην ίδια υπηρεσιακή κατάσταση με τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, η τελευταία αποφάσιζε ως προς την αμοιβή της (ενιαίο μισθολόγιο του ν. 2470/1997), τους όρους εργασίας, την πρόσληψη, την απόλυση και όλες τις υπηρεσιακές μεταβολές και επόπτευε το εναγόμενο ΝΠΔΔ, η μισθοδοσία της γινόταν από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και ειδικότερα με επιχορήγηση που εκμεταλλευόταν τα έσοδα του ΟΠΑΠ, η έγκριση του προϋπολογισμού του εναγομένου γινόταν από αυτή, υφίσταται ουσιώδης ομοιότητα των υπηρεσιακών συνθηκών της με αυτές των υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, δικαιούται και αυτή της ειδικής μηνιαίας αποζημίωσης που φέρει το χαρακτήρα επιδόματος, που προσαυξάνει τους μισθούς των υπαλλήλων της, σύμφωνα με τις σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις, οι οποίες ρυθμίζουν την κατανομή των χρηματικών διαθεσίμων που απομένουν ως υπόλοιπο του λογαριασμού του ν. 2371/1996.

Ότι ο αποκλεισμός της ενάγουσας από τη χορήγηση της εν λόγω ειδικής αποζημίωσης, παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας, επειδή ακριβώς με τη ρύθμιση αυτή χωρεί αυθαίρετα διαφορετική μεταχείριση καταστάσεων που τελούν σε παρόμοιες συνθήκες και το εναγόμενο παράνομα δεν την κατέβαλε. Ότι, προς άρση του αντισυνταγματικού χαρακτήρα της ρύθμισης αυτής, απαιτείται να επεκταθεί η χορήγηση της ειδικής αποζημίωσης που προαναφέρθηκε και στην ενάγουσα, η οποία είχε αποκλεισθεί, διότι αυτό επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ότι, περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή δεν αποτελεί ευθεία αγωγή (διεκδίκηση αξιώσεων που οφείλονται απ’ ευθείας από το νόμο, χωρίς τη μεσολάβηση της διοίκησης, δηλαδή χωρίς να απαιτείται για τη θεμελίωση της αξίωσης να προηγηθεί η έκδοση διοικητικής πράξης), αλλά αγωγή αποζημίωσης (αξιώσεις που θεμελιώνονται σε διοικητική πράξη, η οποία απαιτείται για να δημιουργηθεί η έννομη σχέση ή κατάσταση), στηριζόμενη ως προς την κύρια βάση της στις διατάξεις περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ (άρθρα 105, 106 Εισ.Ν.

ΑΚ). Ότι η ένδικη αποζημίωση, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσουν οι ΥΑ 2/48597/0022, 2/42477/0022 και 2/59395/0022, καθορίζεται με ειδικές μισθοδοτικές καταστάσεις (διαφορετικές απ’ αυτές των τακτικών αποδοχών) και αποφάσεις. Κατά συνέπεια, η παρά τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, παράλειψη του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου ΝΠΔΔ να εκδώσει την παραπάνω πράξη, συνιστά αδικοπραξία, από την οποία γεννάται, κατ’ άρθρο 105 Εισ.ΝΑΚ, υποχρέωση για καταβολή αποζημίωσης ισόποσης προς την εκ της παραλείψεως της εκδόσεως της πράξης και της εξ αυτής μη καταβολής της ένδικης αποζημίωσης ζημίας της ενάγουσας υπαλλήλου του.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάνει δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας στην ενάγουσα ως ειδική αποζημίωση του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 4 του ν. 2371/1997 για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 30-8-2001 το ποσό των 8.760,67 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 4 του ν. 2371/1996 και των διατάξεων των σχετικών ΚΥΑ, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, καθώς και των άρθρων 105 και 106 του Εισ.ΝΑΚ. Τούτο διότι καταρχήν η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2371/1996 ειδική αποζημίωση και ακολούθως η διαφορά μεταξύ αυτής και του κινήτρου απόδοσης, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη, είχε χορηγηθεί με την Υ.Α.

Γ.Υ. 221/16-1-1996 μόνο για τους υπηρετούντες στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού υπαλλήλους, που περιοριστικά αναφέρονται στις εκδοθείσες κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 2371/1996 και του ν. 2470/1997 Υπουργικές Αποφάσεις, ενόψει των καθηκόντων τους και των υπηρεσιών που πρόσφεραν στην εν λόγω υπηρεσία και όχι σε υπαλλήλους άλλων υπηρεσιών.

Από τις παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται ταυτότητα καθηκόντων μεταξύ των συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλήλων, δηλαδή των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και αυτών της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. Το αναιρεσείον έχει αυτοτελή διοίκηση, η οποία διορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ν. 423/1976, ξεχωριστό προϋπολογισμό και αυτοτελή οικονομική διαχείριση, πηγές εσόδων του αναιρεσείοντος είναι οι αναφερόμενες στο άρθρο 9 παρ. 1 περ.

γ’ του ίδιου νόμου, μία από τις οποίες είναι η χρηματοδότηση από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, η οποία προβλέπεται ως δυνητική και όχι υποχρεωτική. Το αναιρεσείον δεν ταυτίζεται με τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, η οποία αποτελεί αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, απ’ ευθείας υπαγόμενη στον αρμόδιο Υπουργό, επειδή εποπτεύεται από αυτή.

Ακόμη, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού έχει ευρύτατες αρμοδιότητες, σχετικές με την συστηματική καλλιέργεια, διάδοση και εμπέδωση στην κοινωνική συνείδηση του αθλητικού πνεύματος, τη διασφάλιση των αξιών του Ολυμπισμού, την επιστημονική διάγνωση και τεκμηρίωση των αθλητικών αναγκών της χώρας και την αποτύπωσή τους σε στρατηγική αθλητική πολιτική, την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της ασκούμενης αθλητικής πολιτικής, την εποπτεία και τον έλεγχο των πάσης φύσεως νομικών προσώπων που υπάγονται σ’ αυτή κλπ, ενώ το αναιρεσείον λειτουργεί αθλητικές εγκαταστάσεις και εκτελεί αθλητικά έργα μόνο τοπικά, στο νομό Θεσσαλονίκης.

Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, απασχολείτο αποκλειστικά ως καθαρίστρια στις εγκαταστάσεις του αναιρεσείοντος, τελώντας επομένως υπό διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, αφού αυτοί, όπως προκύπτει και από τις ανωτέρω Υπουργικές Αποφάσεις, ασκούσαν καθήκοντα ευρύτερης διοικητικής φύσεως, που αφορούσαν τις αθλητικές εκδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα.

Περαιτέρω, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού δεν προσλαμβάνει το προσωπικό του αναιρεσείοντος, παρά μόνο εγκρίνει τις σχετικές αποφάσεις αυτού, στα πλαίσια της ασκούμενης διοικητικής εποπτείας, και ούτε μισθοδοτεί αυτό. Επομένως, η χορήγηση της επίμαχης αποζημίωσης αποτελεί μέτρο που θεσπίσθηκε για την εξυπηρέτηση της εύρυθμης λειτουργίας της συγκεκριμένης υπηρεσίας και υπέρ των απασχολούμενων υπό ειδικές συνθήκες σε αυτή υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και αφορά μία μικρή κατηγορία υπαλλήλων με διευρυμένα καθήκοντα και δεν απέκτησε χαρακτήρα μισθού, ώστε να επεκταθεί και στους υπαλλήλους του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των ν. 2371/1996 και 2470/1997 συνάγεται ότι ο νομοθέτης εξουσιοδότησε τους αρμόδιους Υπουργούς να διαθέσουν για τη χορήγηση της επίδικης ειδικής αποζημίωσης κρατικά έσοδα, προερχόμενα από καθορισμένη πηγή (έσοδα από τα αριθμολαχεία ΛΟΤΤΟ και ΠΡΟΤΟ), η απόδοση της οποίας δεν είναι σταθερή, αλλά υφίσταται διακυμάνσεις, ανάλογα με το υφιστάμενο υπόλοιπο και της εξ αυτού του λόγου δυνατότητας χορήγησης της επίδικης αποζημίωσης.

Τα προαναφερόμενα έσοδα διατίθενται σε συγκεκριμένους αποδέκτες (ΟΠΑΠ, Υπουργείο Πολιτισμού, Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, Ελληνικό Δημόσιο) και για συγκεκριμένους σκοπούς, οι οποίοι αναφέρονται στην παρ. 6 περ. α’ εδ. αα’ και ββ’ του άρθρου 40 του ν. 2065/1992 και στην παρ. 3 του άρθρου 6 του β.δ/τος 20/29-12-1958. Ενόψει αυτών, δεν υπήρχε δυνατότητα χρήσης των παραπάνω εξουσιοδοτικών διατάξεων για τη χορήγηση της επίμαχης αποζημίωσης και σε υπαλλήλους του αναιρεσείοντος, καθώς και στην αναιρεσίβλητη, πρώην υπάλληλο αυτού.

Η μη χορήγηση της αποζημίωσης του ν. 2137/1996 δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, προεχόντως διότι αυτή υπάγεται σε εντελώς διαφορετική κατηγορία υπαλλήλων, ασκούσε διαφορετικά καθήκοντα εργασίας σε σχέση με τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα ευρύτερης διοικητικής φύσης, και ούτε καν ουσιωδώς όμοια με κάποιου κλάδου υπαλλήλων αυτής, στοιχεία που δικαιολογούν τη διαφορετική της μισθολογική μεταχείριση, με αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας και να μην οφείλεται από το αναιρεσείον σ’ αυτή αποζημίωση.

Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, η παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος να συμπεριλάβουν την επίδικη ειδική αποζημίωση στις αποδοχές της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστά αδικοπραξία. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, κατά το μέρος που το Εφετείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης, που πρόβαλε παραδεκτά ενώπιόν του το αναιρεσείον, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 48 του ν.δ. 496/1974, 90 του ν.2362/1995, 270 και 261 ΑΚ, διότι αυτοί είναι πλέον αλυσιτελείς .

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87), ‘ ‘ Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση’ ‘ .

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο Εφετείο, κατόπιν της από 3-5-2011 εφέσεως του εναγομένου εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ ΕΘΝΙΚΑ ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ’ ‘ , είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση ως προς την κύρια βάση της από 7-6-2009 αγωγής, η οποία είχε γίνει δεκτή κατ’ ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Η κρίση αυτή, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, υπήρξε εσφαλμένη. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το μέρος που δέχεται την κύρια βάση της αγωγής και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων.

Μετά ταύτα, πρέπει η αγωγή, κατά το παραπάνω μέρος, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, η ενάγουσα- εφεσίβλητη- αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου -εκκαλούντος- αναιρεσείοντος του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1274/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απόρριψη της από 3-5-2011 εφέσεως και στα δικαστικά έξοδα.

Κρατεί την υπόθεση.

Δικάζει επί της εφέσεως και δέχεται αυτή.

Εξαφανίζει την 6427/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε γίνει δεκτή η κύρια βάση της από 7-6-2009 αγωγής, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.

Δικάζει επί της αγωγής.

Απορρίπτει αυτή. Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ